Η μέρα που ο Βασίλης Αυλωνίτης απέφυγε την σφαίρα του δολοφόνου του (pics)


Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, το μόνο που είχε προλάβει να πει στη θέα του πιστολιού ήταν «τι φταίω εγώ ρε παιδιά»;

Για τους περισσότερους από εμάς ο Βασίλης Αυλωνίτης είναι μέλος μια ιδιαίτερης «γενιάς» Ελλήνων ηθοποιών. Πρόκειται για ανθρώπους με ατόφιο και σπάνιο ταλέντο, συνήθως αυτοδίδακτους, τους οποίους γνωρίσαμε μέσα από απολύτως χαρακτηριστικούς ρόλους στον κινηματογράφο. Έχουν, δε, ταυτιστεί τόσο με την συγκεκριμένη εικόνα, που να μας κάνουν να νομίζουμε πως δεν υπήρξαν ποτέ… νέοι. Φυσικά, δεν είναι έτσι.

Την περίοδο που προηγήθηκε της άνθισης του ελληνικού σινεμά ηθοποιοί σαν αυτόν τον σπουδαίο κωμικό ζούσαν από το σανίδι. Το θέατρο, το οποίο μάλιστα έμοιαζε να είναι ο φυσικός χώρος του και τους επέτρεπε με την αμεσότητά του να βγάλουν προς τα έξω καλύτερα το πηγαίο χιούμορ τους, δένοντάς τους με το αθηναϊκό κοινό, που έχει την ευκαιρία να έρθει πιο κοντά. Σε κάποιες περιπτώσεις, επικίνδυνα κοντά.

Η μέρα που ο Βασίλης Αυλωνίτης απέφυγε την σφαίρα του δολοφόνου του

Μίσος για ένα σκετς

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο εθνικός διχασμός εκφράζεται μέσα από την διάκριση του λαού σε «Βασιλικούς» και «Βενιζελικούς». Το σκηνικό είναι τεταμένο, αλλά οι άνθρωποι της επιθεώρησης ακόμη και τότε αντλούσαν την θεματολογία τους από τα όσα συνέβαιναν στην πολιτική. Ήταν η εποχή που είχε ξεσπάσει το «σκάνδαλο της νοθευμένης κινίνης», στο οποίο εμπλέκονταν στελέχη της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στο ολοκαίνουριο θέατρο «Περοκέ» ανεβαίνει η παράσταση «Κατεργάρα» η οποία σημειώνει μεγάλη επιτυχία, διακωμωδώντας και σατιρίζοντας -μεταξύ άλλων- και την συγκεκριμένη κατάσταση. Για την ακρίβεια, ήταν το σκετς «Από τους υπουργούς βγήκαν τα κολοκύθια» εκείνο που θεωρήθηκε το πλέον καυστικό. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό είχε ένας νεαρός –τότε- ηθοποιός, ο Βασίλης Αυλωνίτης, που ήταν μόλις 27 ετών. Αν και δεν είχε σπουδάσει ποτέ υποκριτική, ούτε είχε περάσει από κάποια σχολή, το ταλέντο του ήταν τέτοιο που του είχε χαρίσει τον ρόλο.

Κάθε βράδυ ο Αυλωνίτης έκανε αυτό που αγαπούσε. Αυτό για το οποίο είχε γεννηθεί. Υποδυόταν τον χαρακτήρα του και χάριζε χαμόγελα στους θεατές. Για κάποιους, όμως, η «Κατεργάρα» δεν ήταν μια απλή παράσταση, αλλά μέσο άσκησης αντιπολίτευσης. Για ορισμένους φανατικούς (και τέτοιους βρίσκεις σε ένα ιδιαίτερα ευρύ πολιτικό και κοινωνικό φάσμα) η «τιμωρία» κάποιου του οποίου οι ιδέες δεν συμβαδίζουν με τις δικές τους είναι ο θάνατος.

Η μέρα που ο Βασίλης Αυλωνίτης απέφυγε την σφαίρα του δολοφόνου του

Η απόπειρα δολοφονίας

Το βράδυ της 22ας Αυγούστου του ’31 στο «Περοκέ» επικρατεί ξανά το αδιαχώρητο. Όλα μοιάζουν να κυλούν όπως σε κάθε άλλη παράσταση, αλλά την στιγμή που βγαίνει ο Αυλωνίτης και οι συνεργάτες του στην σκηνή για το σκετς που αφορά τους υπουργούς, τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία. Τέσσερις άντρες που κάθονταν στις μπροστινές θέσεις εφορμούν στους ηθοποιούς. Ο ένας από αυτούς κρατά πιστόλι, πράγμα που μαρτυρά τις φονικές προθέσεις του. Στόχος της επίθεσης είναι ο Αυλωνίτης, που στη θέα του όπλου κάνει βήματα προς τα πίσω στην προσπάθειά του να σωθεί. Από ένα καπρίτσιο της τύχης, σκοντάφτει ακριβώς την ώρα που ο υποψήφιος δολοφόνος του πυροβολεί. Αποφεύγει έτσι την σφαίρα, αλλά οτεχνικός Παναγιώτης Μωραΐτης δεν στέκεται το ίδιο τυχερός.

Πέφτει χτυπημένος, η σκηνή γεμίζει με αίματα και επικρατεί πανικός. Από όσα ακολούθησαν πολλοί τραυματίζονται αλλά ο 35χρονος τεχνικός έχει την χειρότερη μοίρα από όλους. Λίγο αργότερα αφήνει την τελευταία του πνοή…

Η μέρα που ο Βασίλης Αυλωνίτης απέφυγε την σφαίρα του δολοφόνου του

«Τι φταίω εγώ ρε παιδιά;»

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, το μόνο που είχε προλάβει να πει ο Αυλωνίτης στη θέα του πιστολιού ήταν «τι φταίω εγώ ρε παιδιά»; Ένα ερώτημα που στη συνέχεια μετατράπηκε σε βάρος που ο αξιαγάπητος κωμικός κουβαλούσε για χρόνια στη συνείδησή του. Θεώρησε τον εαυτό του κατά κάποιο τρόπο υπεύθυνο για τον άδικο χαμό του συνεργάτη του και δυσκολεύτηκε πολύ να ξεπεράσει αυτό το συναίσθημα ενοχής.

Για αρκετά χρόνια έμεινε μακριά από το θέατρο. Πολύ καιρό αργότερα ο Αλέκος Σακελλάριος είχε αποκαλύψει ότι αυτή η απόφαση του Αυλωνίτη ήταν απολύτως συνειδητή. Για ένα διάστημα το αρχικό σοκ είχε μετατραπεί σε τύψεις που δεν τον άφηναν να είναι αυτό για το οποίο είχε έρθει σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό που τελικά έγινε, μεγαλώνοντας γενιές και γενιές με το αμίμητο και μοναδικό «Πού πάμε; Ω ρε πού πάμε;», με το οποίο ταυτίστηκε και το οποίο αποτέλεσε -τρόπον τινά- το σήμα κατατεθέν του.

Πολλά χρόνια μετά το περιστατικό ο Αυλωνίτης επέστρεψε στον φυσικό του χώρο. Το σανίδι, στο οποίο βρέθηκε όταν εργαζόταν ακόμη ως βοηθός στα παρασκήνια μέχρι που ένας συνεργάτης του που γνώριζε το ταλέντο του, απλά τον έσπρωξε στη σκηνή όπου άρχισε να αυτοσχεδιάζει δίχως ίχνος άγχους από τα εκατοντάδες ζευγάρια μάτια που βρέθηκαν ξαφνικά απέναντί του.

Η μόνη φορά που αγχώθηκε, η μόνη φορά που αυτή η σχέση λατρείας διαταράχθηκε ήταν εκείνο του αυγουστιάτικο βράδυ που ο φανατισμός κόντεψε να γίνει η αιτία να χάσει το ελληνικό θέατρο και σινεμά έναν πραγματικά σπουδαίο, ο οποίος σώθηκε από μπόλικη δόση τύχης. Τύχη που δεν είχε ο συγχωρεμένος Παναγιώτης Μωραΐτης.


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ