Ο έντιμος συμβιβασμός για τον ιταλικό προϋπολογισμό

Αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν εγκαταλείψει τη λογική της αντιπαράθεσης στο πρόβλημα χρέους που αντιμετωπίζει η Ιταλία για χάρη μιας πιο συνεργατικής προσέγγισης, τότε είναι αναπόφευκτο το ξέσπασμα μιας ακόμα κρίσης κρατικού χρέους στην ευρωζώνη.

Η επαπειλούμενη επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης της Ιταλίας -με την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, την επιβράδυνση της ανάπτυξης και τελικά την ύφεση- και η πολιτική αναγκαιότητα, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περαιτέρω αναταραχή στις αγορές. Μόνο η πεποίθηση των επενδυτών ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα εγγυηθεί την πρόσβαση της Ιταλίας στις διεθνείς αγορές αποτρέπει μια περαιτέρω άνοδο των αποδόσεων.

Σε αντίθεση με τις διαδεδομένες προκαταλήψεις, η Ιταλία είναι μια δημοσιονομικά συνεπής χώρα. Το υπερβολικό χρέος είναι μια κληρονομία από την εποχή που δεν ήταν ακόμα στην ευρωζώνη. Έκτοτε, επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα (τη διαφορά των εσόδων από τις δαπάνες, εξαιρουμένων των τόκων) σχεδόν κάθε χρόνο. Συγκριτικά, όλες οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, με την εξαίρεση της Γερμανίας, έχουν καταγράψει επανειλημμένα πρωτογενή ελλείμματα. Το χρέος της Ιταλίας από το 2000 και έπειτα έχει χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή τόκων. Δεν έχει χρηματοδοτήσει δαπάνες. Επιπλέον, η χώρα έχει επιτύχει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τα τελευταία χρόνια.

Αλλά η πολιτική της μείωσης του υπερβολικού χρέους μέσω περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, με την ταυτόχρονη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την προώθηση της ανάπτυξης, έχει αποτύχει. Η Ιταλία έχει μείνει στάσιμη. Η οικονομία της έχει αναπτυχθεί μόνο 7% τις δύο τελευταίες δεκαετίες, έναντι ανάπτυξης 40% στην Ισπανία και 30% στη Γαλλία και τη Γερμανία.

Εν τω μεταξύ, το χρέος της συνεχίζει να αυξάνεται. Οι περικοπές δαπανών έχουν μειώσει τόσο πολύ το επίπεδο διαβίωσης που έχουν οδηγήσει τους Ιταλούς ψηφοφόρους στα άκρα. Οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες έχουν παγώσει, γιατί δεν μπορούν να εφαρμοστούν μαζί με τη λιτότητα. Ακόμα και η Γερμανία έσπασε τα ευρωπαϊκά όρια για το έλλειμμα μετά το 2003, με το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα «Ατζέντα 2010».

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι περιορισμοί στο έλλειμμα της Ιταλίας πρέπει να χαλαρώσουν, για να δοθεί ώθηση στην οικονομία. Αλλά αυτό θα προσφέρει μόνο βραχυπρόθεσμη ώθηση. Τα υψηλότερα ελλείμματα, που οδηγούν σε υψηλότερο χρέος, θα πιέσουν υψηλότερα τις αποδόσεις των ομολόγων, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τα ελλείμματα. Αντίστοιχα, η μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων ή του πλούτου για τη χρηματοδότηση επιπρόσθετων δαπανών θα κρατήσει χαμηλά την ανάπτυξη και θα αποξενώσει ακόμα περισσότερο το εκλογικό σώμα.

Επιπλέον, η πολιτική ατμόσφαιρα στην Ευρώπη είναι τέτοια που η μείωση του ιταλικού χρέους μέσω αμοιβαιοποίησης ή απευθείας δημοσιονομικών μεταφορών είναι αδύνατη. Η επιλογή της διαγραφής χρέους με εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα είναι και αυτή ανέφικτη.

Η μόνη βιώσιμη επιλογή είναι να μειωθεί το κόστος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους. Αυτό θα δημιουργούσε περιθώριο, ώστε να αυξηθούν οι δαπάνες για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, χωρίς την αύξηση του ελλείμματος και του χρέους. Οι αυξημένες δαπάνες σε υποδομές και στη διασφάλιση ότι εφαρμόζονται οι μεταρρυθμίσεις, θα βοηθήσει τελικά την οικονομία να αναπτυχθεί με ρυθμό υψηλότερο από τα σημερινά αναιμικά επίπεδα. Αυτό θα ενίσχυε επίσης την ικανότητά της να εξυπηρετήσει το χρέος στο μέλλον. Αν η οικονομία δεν αναπτυχθεί, τότε αναπόφευκτα θα αναγκαστούμε να αποδεχτούμε μια ουσιαστική διαγραφή του ιταλικού χρέους.

Οι ιδιώτες επενδυτές δεν θα συμφωνήσουν οικειοθελώς σε μια καθυστέρηση των πληρωμών χρέους. Οπότε θα πρέπει να εμπλακεί ο ESM, με τη χρηματοδότηση της επαναγοράς ενός μέρους του χρέους με υψηλό κόστος. Τα επιτόκια στα δάνεια του ESM θα αποπληρωθούν, όταν η ιταλική οικονομία θα έχει επιτύχει υψηλότερη παραγωγικότητα και ανάπτυξη. Ο ESM δεν θα στηρίξει άμεσα την Ιταλία με μια δημοσιονομική μεταφορά, αν και θα αυξήσει σημαντικά την έκθεσή του στη χώρα και το κόστος δανεισμού του πιθανότατα θα αυξηθεί.

Αν το κόστος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους μειωνόταν στο μισό ή περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, οι δημόσιες δαπάνες θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 35 δισ. δολάρια ετησίως. Η εμπλοκή του ESM κατά αυτόν τον τρόπο θα αντιστοιχούσε σε ψήφο εμπιστοσύνης στην αναπτυξιακή δυναμική της Ιταλίας και θα πυροδοτούσε μια σημαντική πτώση στις αποδόσεις και στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει το πρόγραμμα OMT, για να φέρει τις αποδόσεις στα προ κρίσης επίπεδα.

Τα βασικά σημεία ενός μεγάλου συμβιβασμού (grand bargain) είναι τα ακόλουθα: η Ιταλία πρέπει να αποδεχθεί ότι δεν θα υπάρξει βιώσιμη βελτίωση στην ανάπτυξη, χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Η Ευρώπη, εν τω μεταξύ, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η λύση στο υπερβολικό χρέος δεν είναι η λιτότητα.

Αν μπορούν να αποδεχθούν τα παραπάνω και οι δύο πλευρές, τότε ανοίγει ο δρόμος προς μια λύση με εμπλοκή του ESM. Ορισμένοι θα υποστηρίξουν ότι μια βοήθεια προς την Ιταλία θα ενθαρρύνει τη σπατάλη. Αλλά η επίδοσή της τις τελευταίες δεκαετίες ανατρέπει την άποψη αυτή.

Μια ιταλική κρίση χρέους αποτελεί έναν υπαρξιακό κίνδυνο για την ευρωζώνη. Το σημερινό παιχνίδι του δειλού (chicken game) είναι ανεύθυνο. Αγνοεί επίσης τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε οποιαδήποτε οικονομική κρίση, το κόστος των οποίων μπορεί να είναι μεγαλύτερο από μια παρέμβαση του ESM.

του David Folkerts-Landau*

*Ο αρθρογράφος είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here