Νομοσχέδιο «σταθμός» για τα εργασιακά – Ποια κεκτημένα χάνονται

Οι πολιτικές αποφάσεις και δη όταν ομιλούμε για τις κυβερνητικές, κρίνονται σαφώς για την ουσία τους, όπως επίσης και για το τάιμινγκ που αυτές λαμβάνονται. Αυτό το «πότε» κάποιες φορές συνάδει πλήρως, συμπληρώνει ιδανικά και το περιεχόμενο, ενώ κάποιες άλλες μοιάζει με κακόγουστο αστείο, ενδεχομένως με μια ενέργεια που ψάχνει απεγνωσμένα άλλοθι επιβολής μέσω του χρόνου λήψης.

Γράφει ο Νώντας Βλάχος

Ας μιλήσουμε για σχέδιο νόμου για τα εργασιακά που προωθεί το υπουργείο Εργασίας και αλλάζει συλλήβδην βασικούς άξονες, κανόνες, ενδεχομένως και αξιακούς κανόνες που είχαν εμποτίσει το εργασιακό «γίγνεσθαι» και τηρούνταν απαρέγκλιτα, από όλους τους εμπλεκόμενους, εργαζόμενους και εργοδότες. Γιατί, λοιπόν τώρα, η κυβέρνηση φέρνει προς επεξεργασία και κατόπιν προς ψήφιση το εν λόγω νομοσχέδιο, το περιεχόμενο του οποίου θα ψηλαφίσουμε στη συνέχεια;

Οφείλεται μήπως στη… φούρια για επιτάχυνση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, όπως επισήμως επιχειρηματολογεί το Μαξίμου; Είναι μια επιλογή για την οποία δεν ελήφθησαν όσο σοβαρά θα έπρεπε, οι εξαιρετικά δυσχερείς υγειονομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που έχει διαμορφώσει η πανδημία του κορωνοϊού; Η’ τελικώς αποτελεί μια συνειδητή απόφαση να «τρέξει» τώρα το ν/σ για τα εργασιακά, διότι εν μέσω λοκντάουν, απαγορεύσεων στις μετακινήσεις κτλ, ελέγχονται αποτελεσματικότερα και μετριάζονται οι αντιδράσεις και αντιφρονούντες;

Κάθε μια από τις υποκειμενικές επεξηγήσεις, έχει το μερίδιό της στην αλήθεια. Αυτό, ωστόσο, που είναι αντικειμενικό και δεν υπόκειται σε ερμηνείες, είναι πως το σχέδιο νόμου που συνέταξε το υπουργείο Εργασίας και έλαβε, μάλιστα, την έγκριση του υπουργικού συμβουλίου, χτυπάει στον πυρήνα του βασικού εργασιακού νόμου που εφαρμόζεται στη χώρα μας, τον 1264/82.

Κι αν γνωρίζαμε καλά, από τα μνημονιακά χρόνια, ότι οι συλλογικές συμβάσεις κονιορτοποιήθηκαν, με το νέο νομοσχέδιο χάνουν πλήρως και διαπαντός την ισχύ και την ουσία τους. Αυτό συμβαίνει διότι το ν/σ εγκαινιάζει μια νέα μορφή εργασιακών συνθηκών (ωραρίων και αμοιβών), που ξεπερνούν και αυτόν τον βολικό χαρακτηρισμό «ευέλικτη εργασία», που είχε εμφανιστεί για να καλύψει… αμαρτίες.

Ο χρόνος εργασίας, και μάλιστα κάθε ημέρα, θα διαμορφώνεται, με ατομική σύμβαση μεταξύ της εταιρείας και του μισθωτού, η οποία θα είναι αυτή που θα αποφασίζει, ούσα μη δεσμευόμενη από συλλογική σύμβαση, τα εξής: πότε θα πηγαίνει ο εργαζόμενος στη δουλειά του και φυσικά πόσο χρόνο εργάζεται ημερησίως.

Η οκτάωρη ημερήσια εργασία, μια από τις κορωνίδες των εργασιακών κεκτημένων, τίθεται για τα καλά εν αμφιβόλω. Εισερχόμαστε ολοταχώς στη ημερήσια εργασία έως 10 ώρες, όπου ο εργαζόμενος δεν θα πληρώνεται για τις υπερωρίες, δεν θα λαμβάνει χρήματα δηλαδή, αλλά θα «ανταμείβεται» για την επιπλέον εργασία, με τη μορφή ρεπό ή με μειωμένο ωράριο εργασίας. Κι όλα αυτά εντός εξαμήνου…

Επισήμως, δηλαδή, θα νομιμοποιηθούν οι απλήρωτες υπερωρίες, ενώ πρέπει να ληφθεί υπόψη και το εξής άκρως σημαντικό: πως τα περιθώρια των ελεγκτικών μηχανισμών, όπως της Επιθεώρησης Εργασίας, να κυνηγήσουν τους «ασύδοτους» εργοδότες, είναι πλέον μικρά, ελέω των ειδικών μέτρων που έχουν ληφθεί για τον Covid 19. Για παράδειγμα, ο εργοδότης δεν είναι αναγκασμένος, πλέον, να αποδώσει άμεσα στην επιθεώρηση εργασίας στοιχεία με ώρες και ημέρες εργασίες του προσωπικού. Σε κάθε περίπτωση δημιουργείται μια νέα εργασιακή συνθήκη, που ασφαλώς αφαιρεί σημαντικά δικαιώματα και αυτονόητα μέχρι πρότινος «προνόμια» των εργαζομένων. Και με δεδομένη την καλπάζουσα ανεργία, ελέω και πανδημίας, «φτιάχνει» ασφυκτικές συνθήκες εργασίας στον ούτως ή άλλως ανασφαλή εργαζόμενο.

Το τέλος του συνδικαλισμού… όπως το ξέραμε

Το νομοσχέδιο του υπουργείο Εργασίας, «τελειώνει» το συνδικαλισμό, ο οποίος –όχι αδίκως- έχει απαξιωθεί στη συνείδηση της κοινωνίας και βρίσκεται στην κατιούσα, αναφορικά με την επίδραση και την ισχύ που διέθετε στο παρελθόν. Τα εργατικά συνδικάτα, οι συνδικαλιστικοί φορείς, δεν παύουν όμως να είναι η «φωνή» των εργαζομένων, συνταξιούχων και λοιπών κοινωνικών ομάδων. Το δικαίωμα του συνδικαλισμού, παρότι έχασε την ιερότητα με την οποία περιβαλλόταν τα προηγούμενα χρόνια, ήταν και είναι απαραίτητο σε κάθε ευνομούμενη κοινωνία. Έστω κι αν στην Ελλάδα, όπως τόσα άλλα λοξοδρόμησε…

Τώρα, βεβαίως, αποδομείται πλήρως από την κυβέρνηση, μέσω του νομοσχεδίου που συνέταξε το υπουργείο Εργασίας. Η λήψη αποφάσεων για απεργία, λαμβάνει χαρακτήρα πολύπλοκης ενέργειας, όπου μεταξύ άλλων μεσολαβεί και ηλεκτρονική ψηφοφορία, ενώ πλειάδα συνηθισμένων συνδικαλιστικών δράσεων, όχι μόνο δεν έχει πλέον νομιμοποίηση, αλλά οι τελευταίες αντιμετωπίζονται και ως «ποινικά κολάσιμες»…

 

 

 

 

 

 

Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here