Βόρεια Αφρική 1940: Η μεγαλύτερη ταπείνωση στην ιστορία της Ιταλίας

Τα μέσα του καλοκαιριού του 1940 ήταν ίσως η πλέον ευτυχής περίοδος της ζωής του Χίτλερ, αλλά και κάθε Γερμανού. Η ταπεινωμένη από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών Γερμανία, όχι μόνο είχε αναστηθεί αλλά είχε με τη σειρά της ταπεινώσει και συντρίψει την προαιώνια αντίπαλό της Γαλλία και είχε εκδιώξει τους Βρετανούς από την ηπειρωτική Ευρώπη.

Επίσης, από τις 10 Ιουνίου 1940, η Γερμανία μπορούσε να υπολογίζει στην έμπρακτη βοήθεια της Ιταλίας, καθώς εκείνη την ημέρα ο Ιταλός δικτάτορας είχε κηρύξει από το μπαλκόνι του Παλάτσο Βενέτσια τον πόλεμο στην ετοιμοθάνατη Γαλλία και στην απομονωμένη Βρετανία. Ο γελοίος Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι είχε φοβηθεί τότε ότι ο πόλεμος θα έληγε χωρίς η χώρα του να προλάβει να επωφεληθεί απ’ αυτόν. Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, ιταλικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Γαλλία, στο μέτωπο των θαλασσίων Άλπεων, αλλά επαίσχυντα αποκρούστηκαν.

Οι Ιταλοί στη Βόρεια Αφρική

Η συνθηκολόγηση της Γαλλίας ωστόσο, οδήγησε και τον Μουσολίνι στις τάξεις των νικητών. Αποκλεισμένος στα πέπλα της ματαιοδοξίας του ο Μουσολίνι, μετά τον «θρίαμβο» στη Γαλλία, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη των όπλων του στην βόρειο Αφρική. Στόχος του ήταν αυτή τη φορά η βρετανοκρατούμενη Αίγυπτος. Ο Μουσολίνι είχε κάθε λόγο να είναι αισιόδοξος, αφού διέθετε περίπου 450.000 άνδρες στην αφρικανική ήπειρο. Από αυτούς, περισσότεροι των 200.000 ήταν ανεπτυγμένοι στην Κυρηναϊκή –την αρχαία ελληνική Κυρήνη- σε απόσταση αναπνοής από την Αίγυπτο. Οι υπόλοιποι ήταν ανεπτυγμένοι στην ανατολική Αφρική, απειλώντας τις εκεί βρετανικές αποικίες και κτήσεις.

Αμέσως μετά την έισοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, ο Μουσολίνι διέταξε τον αρχιστράτηγο των εν βορεία Αφρική δυνάμεων, Ίταλο Μπάλμπο, του να επιτεθούν κατά των Βρετανών. Ο Μπάλμπο όμως σκοτώθηκε από φίλια αντιαεροπορικά πυρά υπεράνω του Τομπρούκ και τη διοίκηση ανέλαβε ο στρατάρχης Ροδόλφο Γκρατσιάνι. Ο Γκρατσιάνι, μεγάλος στην ηλικία και με την νοοτροπία του αποικιακού στρατιώτη – είχε πολεμήσει στην Αβησσυνία- και εθισμένος δεν ήταν στον ταχύ ρυθμό επιχειρήσεων, αλλά και τις αδυναμίες των στρατευμάτων του γνώριζε. Στις αρχές Αυγούστου 1940 ο Γκρατσιάνι είχε στη διάθεση του δύο στρατιές.

Στην Τριπολίτιδα στάθμευε η 5η του Στρατιά υπό τον στρατηγό Ίταλο Γκαριμπόλντι, περιλαμβάνουσα τα 10ο, 20ο και 23ο Σώματα Στρατού με έξι μεραρχίες του στρατού, δύο μεραρχίες μελανοχιτώνων και μια λιβυκή μεραρχία. Στην Κυρηναϊκή στάθμευε η 10η Ιταλική Στρατιά, υπό τον στρατηγό Μπέρτι, περιλαμβάνουσα το 21ο και το 22ο Σώματα Στρατού με τρεις μεραρχίες του στρατού, μια μεραρχία μελανοχιτώνων και μια λιβυκή μεραρχία. Οι 14 αυτές μεραρχίες όμως δεν πρέπει να μας δημιουργούν ψευδείς εντυπώσεις.

Οι ιταλικές δυνάμεις ήταν πενιχρά εφοδιασμένες και τραγικά εξοπλισμένες και στελεχωμένες. Κάθε μεραρχία πεζικού διέθετε 8 μόλις από τα μέτρια αντιαρματικά πυροβόλα Μπρέντα των 47 χλστ. Όσον αφορά τον τομέα των αρμάτων οι ιταλικές δυνάμεις διέθεταν αρματίδια CV 35, οπλισμένα με δύο πολυβόλα και ελαφρά άρματα Μ 11 οπλισμένα με ένα πυροβόλο των 37 χλστ. στο εμπρόσθιο τμήμα του σκάφους και με δύο πολυβόλα.

Επίθεση αλά ιταλικά

Συνολικά ο στρατάρχης Γκρατσιάνι διέθετε 152.775 άνδρες, 410 άρματα, 1.441 πυροβόλα και 8.000 οχήματα γενικής χρήσης. Στις 15 Ιουλίου 1940 ο Μουσολίνι διέταξε τον Γκρατσιάνι να επιτεθεί. Στόχος του ήταν η Αίγυπτος και η ζωτική για την Βρετανία διώρυγα του Σουέζ. Ο Γκρατσιάνι όμως μόλις στις 9 Σεπτεμβρίου αποφάσισε να κινηθεί. Η αργοπορία του αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι έπρεπε πρωτίστως να συγκεντρώσει τις διασκορπισμένες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα δυνάμεις του, με τα ελάχιστα μεταφορικά μέσα που διέθετε.

Την ίδια ώρα ο Μουσολίνι τηρούσε «εν εφεδρεία» 30.000 φορτηγά αυτοκίνητα εν όψει ενδεχόμενης επιθέσεως κατά της Γιουγκοσλαβίας. Τελικά μετά κόπων και βασάνων οι Ιταλοί κινήθηκαν και στις 16 Σεπτεμβρίου προωθήθηκαν ως το Σίντι Μπαράνι, εντός του αιγυπτιακού εδάφους. Εκεί όμως οι Ιταλοί σταμάτησαν, αναμένοντας την κατασκευή υδραγωγού που θα προμήθευε την στρατιά με νερό – οι ήδη υπάρχουσες υδατοδεξαμενές που υπήρχαν στην Μπάρντια είχαν καταστραφεί από βομβαρδισμό του γαλλικού ναυτικού.

Στο Σίντι Μπαράνι οι Ιταλοί ακινητοποιήθηκαν επί τρεις σχεδόν μήνες. Μόλις στις 3 Δεκεμβρίου 1940 ο υδραγωγός ήταν έτοιμος. Κατόπιν τούτου ο Γκρατσιάνι αποφάσισε να ξεκινήσει την κατά της Αιγύπτου επίθεσή του στις 15 Δεκεμβρίου. Οι Βρετανοί όμως τον πρόλαβαν. Ανησυχώντας ιδιαιτέρως για την τύχη της Αιγύπτου, ο Τσώρτσιλ είχε αποφασίσει, και παρά την απειλή εναντίον αυτών καθαυτών των βρετανικών νήσων, να ενισχύσει τις ισχνές βρετανικές δυνάμεις που φρουρούσαν την Αίγυπτο. Συγκροτήθηκε η στρατιωτική διοίκηση Αιγύπτου, υπό τον Σερ Χένρυ Μαίητλαντ Ουίλσον, η οποία διέθετε το 13ο Σώμα Στρατού- την ονομασία αυτή έλαβε στα μέσα Δεκεμβρίου, μετά την έναρξη των επιχειρήσεων.

Βρετανικός τυφώνας…

Το 13ο Σώμα, υπό τον στρατηγό Ο΄Κόνορ, διέθετε την περίφημη 7η Τεθωρακισμένη Μεραρχία (οι «Αρουραίοι της Ερήμου»), την 4η Ινδική Μεραρχία Πεζικού, δύο ακόμα ταξιαρχίες πεζικού (Συντάγματα στην πραγματικότητα. Οι Βρετανοί είχαν υιοθετήσει δική τους ορολογία, στηριγμένοι στην παράδοση του στρατού τους). Η μια ταξιαρχία αποτελούσε τη φρουρά της Μάρσα Ματρούχ, του επομένου στόχου της ιταλικής επίθεσης. Λίγο αργότερα οι δυνάμεις αυτές ενισχύθηκαν με την 6η Αυστραλιανή Μεραρχία. Συνολικά οι Βρετανοί διέθεταν περίπου 30.000 μάχιμους άνδρες.

Τα τμήματα τους όμως ήσαν εξ’ ολοκλήρου μηχανοκίνητα και ως εκ τούτου ευκίνητα. Επίσης οι Βρετανοί υπερείχαν συντριπτικά των αντιπάλων τους στην ποιότητα των αρμάτων μάχης και των αεροσκαφών που παρέτασσαν. Ιδιαιτέρως τα άρματα Α 12, τα περίφημα Ματίλντα, δικαίως έλαβαν το προσωνύμιο «βασίλισσα της μάχης». Αν και αργοκίνητα τα άρματα αυτά διέθεταν πολύ ισχυρή θωράκιση, που τα καθιστούσε άτρωτα σχεδόν στις βολές των ιταλικών αντιαρματικών. Σταθμίζοντας τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του ο Ουίλσον αποφάσισε να διεξαγάγει «επιθετική αναγνώριση» κατά των ιταλικών θέσεων γύρω από το Σίντι Μπαράνι.

Στη θέση αυτή οι Ιταλοί είχαν εγκατασταθεί αμυντικά σε μια σειρά σημείων στηρίγματος, τα οποία όμως ήταν τόσο άσχημα εγκατεστημένα ώστε αδυνατούσαν να αλληλουποστηρίζονται. Οι τέσσερις ιταλικές μεραρχίες της 10ης Στρατιάς στάθμευαν σε απόσταση 30 χλμ. η μία από την άλλη, κατά μέσο όρο. Συνδετικός κρίκος της προβληματικής αυτής διάταξης ήταν το Μηχανοκίνητο Συγκρότημα Μαλέτι, το οποίο στάθμευε στη Νιμπεβία. Οι Βρετανοί, δικαίως, αποφάσισαν ότι πρώτος τους στόχος έπρεπε να είναι ακριβώς το Συγκρότημα Μαλλέτι. Αν το συγκρότημα αυτό καταστρεφόταν, οι λοιπές ιταλικές μεραρχίες θα καταστρέφονταν επίσης μια προς μια, απομονωμένες και ανίκανες να κινηθούν, όπως ήταν.

Τα βρετανικά Ματίλντα κινήθηκαν όλο το βράδυ της 8ης προς 9η Δεκεμβρίου με κατεύθυνση νοτιοδυτική και το πρωί της 9ης Δεκεμβρίου εμφανίστηκαν στα νώτα του Μηχανοκίνητου Συγκροτήματος Μαλέτι. Ο θόρυβος της προσέγγισής τους καλύφθηκε από τον αεροπορικό βομβαρδισμό των εχθρικών θέσεων από την RAF. Υπ’ αυτές τις συνθήκες το ιταλικό μηχανοκίνητο συγκρότημα σαρώθηκε. Ο ίδιος ο διοικητής του, στρατηγός Μαλέτι σκοτώθηκε πολεμώντας.

Σε λιγότερο από τέσσερις ώρες όλα είχαν τελειώσει. Την ίδια ώρα ο διοικητής της 2ης Λιβυκής Μεραρχίας Πεζικού, υποστράτηγος Πεσκατόρι, ακούγοντας τον «ήχο των πυροβόλων», συγκρότησε μια φάλαγγα τη οποία και απέστειλε προς ενίσχυση του Μαλέτι. Η φάλαγγα αυτή κονιορτοποιήθηκε καθ’ οδόν από τα τρομερά βρετανικά Ματίλντα και ως το βράδυ την ίδια τύχη είχε και η 2η Λιβυκή Μεραρχία, η οποία τεμαχίστηκε από την 4η Ινδική Μεραρχία σε συνεργασία με μια επιλαρχία με 22 Ματίλντα. Την ίδια ημέρα η 1η Λιβυκή Μεραρχία αιφνιδιάστηκε από την ταξιαρχία φρουράς της Μάρσα Ματρούχ και τράπηκε σε φυγή προς Σίντι Μπαράνι, σπεύδοντας με τη σειρά της να κλειστεί στην παγίδα.

Πραγματικά το Σίντι Μπαράνι δέχθηκε την επίθεση της 4ης Ινδικής Μεραρχίας και των Ματίλντα στις 11 Δεκεμβρίου. Η Μεραρχία Μελανοχιτώνων 3ης Ιανουαρίου, που αποτελούσε τη φρουρά, διαλύθηκε κυριολεκτικά. Έχοντας ήδη απολέσει τέσσερις μεραρχίες του, ο Γκρατσιάνι διέταξε τις εναπομείνασες δυνάμεις του στα αιγυπτιακά σύνορα να υποχωρήσουν. Η μεταβίβαση της διαταγής όμως υπήρξε πλημμελής. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η αγκίστρωση των μεραρχιών Τσιρένε και Καταντζάρο και η πρόκληση σε αυτές σκληρών απωλειών.

Η “οχυρωμένη” τοποθεσία της Μπάρντια

Τελικά ότι απέμεινε από τις προκεχωρημένες ιταλικές δυνάμεις βρήκε καταφύγιο, υπό τον στρατηγό Μπεργκαντσόλι, στην «οχυρή τοποθεσία» της Μπάρντια, εντός του λιβυκού πλέον εδάφους. Στην Μπάρντια τέσσερις ιταλικές μεραρχίες με 45.000 περίπου άνδρες, υποστηριζόμενους από 430 πυροβόλα. Η «οχυρή τοποθεσία» της Μπάρντια είχε ανάπτυγμα 38 χλμ.

Η οχύρωση σύγκειτο από πολλά μικρά σκυρόδετα «περιπόλια» το καθένα εκ των οποίων διέθετε δύο πολυβόλα και ένα αντιαρματικό πυροβόλο των 47 χλστ. Πέραν της εξωτερικής περιμέτρου τίποτα άλλο δεν υπήρχε. Όλο δε το πεδινό πυροβολικό ήταν ταγμένο εντελώς ακάλυπτο. Ήταν μάλλον γελοίο να αναμένει κανείς σοβαρή αντίσταση από τους πολιορκημένους στην Μπάρντια.

Η ιταλική διοίκηση όμως δεν είχε άλλη επιλογή από το να διατάξει άμυνα, άνευ ιδέας συμπτύξεως, στην συγκεκριμένη θέση, αφού οι πεζοπόρες δυνάμεις της δεν ήταν δυνατό να επιχειρήσουν να διαφύγουν από την καταδίωξη των μηχανοκινήτων και τεθωρακισμένων βρετανικών δυνάμεων. Οι Βρετανοί πραγματικά επιτέθηκαν κατά της Μπάρντια στις 17 Δεκεμβρίου. Προς τιμήν τους, οι Ιταλοί παρέτειναν την αγωνία τους ως τις 5 Ιανουαρίου. Την ημέρα αυτή τα υπολείμματα των δυνάμεων του Μπεργκαντσόλι παρεδόθησαν.

Ήδη από την στιγμή της έναρξης της επίθεσης τους, οι Βρετανοί είχαν συλλάβει 75.000 Ιταλούς αιχμαλώτους, έχοντας καταστρέψει 8 εχθρικές μεραρχίες. Δεν αρκέστηκαν στη νίκη τους. Αμέσως επιτέθηκαν στο Τομπρούκ, το οποίο και επίσης πολιόρκησαν από τις 7 Ιανουαρίου 1941 έως τις 25 Ιανουαρίου. Η 6η Αυστραλιανή Μεραρχία δέχθηκε την ημέρα αυτή την παράδοση των 25.000 Ιταλών που αποτελούσαν τη φρουρά της πόλης, ανεβάζοντας έτσι τον αριθμό των συλληφθέντων αιχμαλώτων στις 100.000 άνδρες.

Καταστροφή και Μουσολίνι

Και πάλι όμως οι Βρετανοί δεν σταμάτησαν. Αντί να κινηθούν μέσω της παραλιακής οδού, όπου οι Ιταλοί είχαν οργανώσει τρόπον τινά, την άμυνα τους, οι Βρετανοί κινήθηκαν και πάλι νοτιοδυτικά, μέσω της ερήμου και κατέλαβαν τον οδικό κόμβο του Μεκίλι, εντός της ιταλικής επαρχίας της Κυρηναϊκής, στα νώτα των ιταλικών δυνάμεων. Στις 9 Φεβρουαρίου 1941 οι βρετανικές δυνάμεις έφτασαν στην Ελ Αγκέιλα, στον κόλπο της Σύρτης. Όλες οι ανατολικότερα αποκλεισμένες ιταλικές δυνάμεις αναγκάστηκαν επίσης να παραδοθούν.

Μέσα σε δύο μήνες οι Βρετανοί είχαν διανύσει πολεμώντας 900 χλμ. και με κόστος 550 νεκρών και 1973 τραυματιών είχαν συλλάβει 130.000 Ιταλούς αιχμαλώτους και είχαν κυριεύσει ή καταστρέψει 400 σχεδόν εχθρικά άρματα και 845 πυροβόλα. Επρόκειτο για μια άνευ προηγουμένου καταστροφή, την ευθύνη της οποίας έφεραν πρωτίστως ο Μουσολίνι και δευτερευόντως ο Γκρατσιάνι.

«Η σκληρή εμπειρία των λίαν πικρών τούτων ημερών μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ,επί του συγκεκριμένου θεάτρου επιχειρήσεων, μια μόνο τεθωρακισμένη μεραρχία είναι ισχυρότερη ενός ολόκληρου στρατού». Η παραπάνω καταχώρηση βρέθηκε στο ημερολόγιο του Μουσολίνι. Αποτελεί μάλλον μια έμμεση μορφή αυτοκριτικής για την πείσμωνα άρνηση του να αποστείλει στην βορεία Αφρική την 132η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Αριέτε και την 101η Μηχανοκίνητη Τριέστε, όπως του ζητούσε ο Γκρατσιάνι, καθώς επίσης και για την άρνηση του να δεχθεί την μια μεραρχία πάντσερ που του παραχωρούσε ο σύμμαχος του Χίτλερ, μετά την κατάρρευση της Γαλλίας

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here