Οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες που έχουν οι νεοσύστατες επιχειρήσεις την εποχή της πανδημίας

Οι νεοσύστατες επιχειρήσεις λόγω του ότι δεν μπορούν να αποδείξουν την οικονομική τους αξιοπιστία καθώς μπορεί να μην διαθέτουν ισολογισμούς προηγούμενων ετών, είχαν μείνει αρκετές φορές εκτός έκτακτων μέτρων, καθώς σχεδόν όλα είχαν ως κριτήριο το ύψος απώλειας τζίρου -κατά την περίοδο του lockdown- και την οικονομική κατάσταση της εταιρείας παλαιότερων χρόνων.

Γράφει η *Δάφνη Γρηγοριάδη

Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει ένα νέο ελληνικό πρόγραμμα που ενέκρινε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ύψους 60 εκατομμυρίων ευρώ, για τη στήριξη των νεοφυών πολύ μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που επλήγησαν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Η ρευστότητα πρόκειται να διοχετευτεί υπό την μορφή επιδότησης των δαπανών του κεφαλαίου κίνησης που αντιστοιχεί στο 80% για το έτος 2019 ή 2020.

Επίσης, η επιστρεπτέα προκαταβολή της οποίας οι δικαιούχοι έχουν ήδη διευρυνθεί στους τελευταίους κύκλους για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Οι start ups αντιμετωπίζουν και αυτές δυσκολίες λόγω πανδημίας όπως άλλωστε όλες οι επιχειρήσεις. Για να καταλάβουμε το μέγεθος των δυσκολίων αλλά και την σημαντικότητα τους στην οικονομική ζωή της σύγχρονης εποχής, πριν τον κορονοϊό οι νεοσύστατες εταιρείες στις χώρες του ΟΟΣΑ αντιπροσώπευαν σχεδόν το 20% της αγοράς εργασίας. Η υγειονομική κρίση όμως επιβραδύνει την σύσταση νέων και εμποδίζει την εξέλιξη όσων είχαν καταφέρει να σταθούν στην αγορά.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα τους συγκριτικά με τις επιχειρήσεις που λειτουργούν εδώ και πολλά έτη είναι ότι ως νεοσύστατες “έκαναν άνοιγμα” στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ώστε να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν εκκίνηση. Επιπλέον, μια start up είναι πολύ πιθανό τα πρώτα δύο έτη της λειτουργίας της να μην καταγράψει καθόλου κέρδη. Το σημαντικό είναι να διαθέτει κύκλο εργασιών έως ότου καταφέρει να αποκτήσει μερίδιο στην αγορά. Στον αντίποδα, υπάρχουν και στοιχεία στα οποία υπερτερεί μια νεοσύστατη εταιρεία σε σχέση με μια άλλη επιχείρηση που μετρά ακόμη και δεκαετίες στην αγορά. Όπως ότι μπορεί να προσαρμοστεί ευκολότερα και γρηγορότερα στα νέα εργασιακά δεδομένα που επιβάλουν οι συνθήκες της πανδημίας αλλά και να υιοθετήσει σε μεγαλύτερο βαθμό την τεχνολογία και καινοτόμες πρακτικές διότι συνήθως δημιουργούνται από άτομα νεαρής ηλικίας τα οποία είναι περισσότερο εξοικειωμένα με την ψηφιακή εποχή. Επιπλέον, μπορούν να προσαρμοστούν ευκολότερα στις νέες συνήθειες των πολιτών λόγω πανδημίας και να προσαρμόσουν τις προσφερόμενες υπηρεσίες/ προϊόντα τους, ακόμη και να επανασχεδιάσουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο ευκολότερα.

Στην Ελλάδα, η έρευνα και ανάπτυξη βρίσκεται διαχρονικά σε χαμηλά επίπεδα. Βήμα προς τα εμπρός αποτελεί το γεγονός ότι η επιχειρηματικότητα πρόκειται να ενταχθεί ως μάθημα στα διευρυμένα προγράμματα του υπουργείου παιδείας ώστε να εξοικειωθούν οι μαθητές με το τι σημαίνει να δημιουργείς μια επιχείρηση. Η σύσταση επίσης των επιχειρηματικών κέντρων καινοτομίας στην Ανατολική Αττική και στην Θεσσαλονίκη, θα βοηθήσουν την αύξηση των παραγωγικών επιπέδων της χώρας. Μέχρι όμως να υλοποιηθούν τα παραπάνω στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η Ελλάδα στηρίζεται στην ανταλλαγή τεχνογνωσίας στο κομμάτι του r&d με άλλες χώρες και ειδικά με το Ισραήλ. Έχουμε υπογράψει μια σειρά διμερών οικονομικών συμφωνιών μεταξύ άλλων και για έρευνα και ανάπτυξη. Το Ισραήλ είναι πρώτο παγκοσμίως σε αυτόν τον τομέα με πάνω από 300 κέντρα r&d.

Σύμφωνα με την Πρεσβεία της Ελλάδος στο Τελ Αβίβ η πλευρά της προσφοράς υπηρεσιών καινοτομίας το 2019 κινήθηκε με σταθερά υψηλούς ρυθμούς αύξησης των υπεραξιών του κλάδου, ειδικώς στην προσέλκυση ΑΞΕ που κατέγραψαν αύξηση 14% σε σχέση με το 2018 ενώ ο ίδιος ρυθμός είχε καταγραφεί και τους δυο πρώτους μήνες του 2020. Βέβαια, εξαιτίας της πανδημίας για τους επόμενους μήνες εκτιμάται ότι οι περισσότεροι ισραηλινοί επενδυτές θα περιορίσουν την επέκταση τόσο των ήδη υλοποιούμενων επενδύσεών τους, όσο και των νέων ή υπό σχεδιασμό.

Η κεντρική εκτίμηση είναι ότι παρότι συνολικά ο κλάδος καινοτομίας του Ισραήλ θα υποστεί συρρίκνωση στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, λόγω του εξαιρετικά ανεπτυγμένου τομέα που αφορά τις υπηρεσίες υγείας και βιοτεχνολογίας, η ζήτηση για εφαρμογές αντιμετώπισης του COVID-19 θα οδηγήσει σε σημαντικές εισροές επενδύσεων που θα ωφελήσουν όλο το οικοσύστημα καινοτομίας. Η Ελλάδα επομένως θα μπορούσε μέσω της συνεργασίας αυτής να ενισχύσει όχι μόνο τους παραδοσιακούς τομείς της επιχειρηματικότητας της αλλά και την Βιοϊατρική έρευνα.

*Δάφνη Γρηγοριάδη – Οικονομική Αναλύτρια

Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here