Ο… άγραφος νόμος των φυλακών – Της Αγγελικής Καρδαρά

Η φυλακή χαρακτηρίζεται ως η «μικροκοινωνία» των κρατουμένων. Όσον αφορά τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τον μικρόκοσμο της φυλακής ή σύμφωνα με την εγκληματολογική έρευνα τον «υποπολιτισμό» της φυλακής, διαπιστώνουμε ότι αυτές πηγάζουν κατά κύριο λόγο από χαρακτηριστικά που στερεοτυπικά αποδίδονται στο ανδρικό πρότυπο και γι’ αυτό οι έρευνες εστιάζουν το ενδιαφέρον τους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στον κώδικα των αντρών-κρατουμένων.

Το γεγονός αυτό είναι βέβαια ερμηνεύσιμο και οφείλεται στο ότι οι άντρες κυριαρχούν στα σωφρονιστικά καταστήματα, παγκοσμίως, με τα ποσοστά τους να αυξάνονται συνεχώς. Ωστόσο, η έρευνα, έστω και περιορισμένη, στις γυναικείες φυλακές φέρνει στην επιφάνεια ενδείξεις ενός ισχυρού «υποπολιτισμού», στον οποίο κυριαρχούν οι φιλικές-στοργικές σχέσεις μεταξύ των γυναικών κρατουμένων.

Οι άγραφοι νόμοι των κρατουμένων συνθέτουν ένα σύνολο «ηθικών» επιταγών και απαγορεύσεων, καθώς και ορισμένα μοντέλα συμπεριφοράς για τη ζωή μέσα στη φυλακή. Ο κώδικας των κρατουμένων είναι σκληρός αλλά ταυτόχρονα κατανοητός και απέριττος. Το αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τη σημαντική θέση που κατέχει μεταξύ των τροφίμων, στην πράξη ουδέποτε εφαρμόστηκε ως ένας άτεγκτος κώδικας, χωρίς ωστόσο να χάνει τη συμβολική αξία του.

Όσον αφορά την έννοια της «ιεραρχίας» πρέπει να υπογραμμιστεί ότι σε κάθε σωφρονιστικό κατάστημα διαμορφώνονται οι «τάξεις» των φυλακισμένων, οι οποίες διακρίνονται σε «ανώτερες» και «κατώτερες». Από αυτές, η πιο απωθητική για το σύνολο των εγκλείστων περιλαμβάνει τα «καρφιά», όσους έχουν σκοτώσει τα παιδιά τους, τις μητέρες τους, όσους ασελγούν σε παιδιά αλλά και σε όσους φτάνουν στο έγκλημα -πόσο μάλιστα σε εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί με πρωτοφανή αγριότητα- για ασήμαντη αφορμή.

Επίσης, η εγκληματολογική έρευνα αποδεικνύει ότι η «μικροκοινωνία» των κρατουμένων είναι οργανωμένη σε τρία επίπεδα. Το πρώτο αποτελείται από τους θεωρούμενους «αρχηγούς» και «οπαδούς» τους, δηλαδή μία μικρή ομάδα ατόμων που αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο και ποικίλες αρμοδιότητες, το δεύτερο από έναν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων που φιλοδοξεί να συμπεριληφθεί στον ηγετικό πυρήνα και ενεργοποιείται σε κάθε περίσταση ανάγκης και το τρίτο από τον υψηλό αριθμό των τροφίμων που εκτίει την ποινή του χωρίς να εμπλέκεται σε καθημερινούς καυγάδες, ενώ περιστασιακά λαμβάνει πιο δυναμικό ρόλο, ιδίως σε περιπτώσεις αναταραχών ευρείας έκτασης.

Στο πλαίσιο της δικής μου έρευνας για τη γλώσσα της φυλακής οι κρατούμενοι αναφέρονταν στους «σοβαρούς παράνομους». Με τη συγκεκριμένη έκφραση χαρακτήριζαν, όπως μου εξήγησαν, όσους είχαν διαπράξει οικονομικά εγκλήματα. Ακόμα, στον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας τους, οι ίδιοι οι έγκλειστοι προχωρούν σε μια σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στους «παράνομους» και στους «κακοποιούς». Ένα ενδεικτικό παράδειγμα που δίνουν οι ίδιοι οι κρατούμενοι είναι το ακόλουθο: «παράνομος είναι ο ληστής τράπεζας. Κακοποιός είναι ο ληστής τράπεζας που θα σκοτώσει πολίτες μέσα στην τράπεζα». Άλλο ενδεικτικό παράδειγμα που δίνουν: «παράνομος είναι ο διαρρήκτης. Κακοποιός είναι ο διαρρήκτης που θα βιάσει ή/και θα σκοτώσει».

Επομένως, εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι αρχές του κώδικά τους αντανακλώνται και μέσα από τη χρήση της γλώσσας της φυλακής, του ιδιαίτερου δηλαδή κώδικα επικοινωνίας τους που λειτουργεί πρωτίστως σε συμβολικό επίπεδο και όχι σε καθαρά γλωσσικό.

Στα καταστήματα κράτησης της σύγχρονης εποχής, σε διεθνή κλίμακα, διατυπώνεται η άποψη ότι ο χαρακτηριζόμενος «σκληρός» κρατούμενος είναι κυρίαρχος και «σκορπίζει» τον τρόμο στο σύνολο των τροφίμων. Οι «σκληροί» εμφανίζονται «πωρωμένοι», δεδομένου ότι προέρχονται από το οργανωμένο έγκλημα. Διατηρούν στενούς «συνδέσμους» εκτός φυλακής και δεν διστάζουν να διαπράξουν ακραίες ενέργειες, για να επιτύχουν το σκοπό τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο φτωχός και αδύναμος κρατούμενος καταπιέζεται, υποφέρει και αναγκάζεται να χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας προκειμένου να επιβιώσει.

Ο «νόμος της σιωπής» που επικρατεί στις φυλακές επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός ισχυρού κώδικα μεταξύ των εγκλείστων. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του κώδικα είναι ότι, ως αναπόσπαστο στοιχείο του «υποπολιτισμού», διαφοροποιεί το περιεχόμενό του με την πάροδο των ετών και προσαρμόζεται στις αντιλήψεις της ευρύτερης κοινωνίας. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας ο κώδικας «εμπλουτίζεται», ιδίως σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Ωστόσο, ορισμένες βασικές αρχές του παραμένουν αναλλοίωτες.

Διαχρονικά, οι κυριότερες «εντολές» ή αλλιώς «προτροπές» (γιατί η λέξη «εντολή» έχει πιο αρνητική χροιά, εφόσον συνεπάγεται τον εξαναγκασμό), στις οποίες θεμελιώθηκε ο κώδικας των εγκλείστων, συνίστανται στα εξής: «ακόμα και αν δεν αισθάνεσαι αρκετά δυνατός στον χώρο της φυλακής, προσποιήσου ότι είσαι», «να υποφέρεις σιωπηλά», «να μην παραδεχτείς, σε καμία περίπτωση, ότι φοβάσαι», «οτιδήποτε κι αν βλέπεις να συμβαίνει μέσα στη φυλακή, ακόμα και βιασμό ή φόνο, να μην εμπλακείς και να μην αποκαλύψεις, ποτέ, τίποτε», «να μην ‘καρφώνεις’ τους συγκρατούμενους, γιατί θα τιμωρηθείς. Η τιμωρία σου μπορεί να είναι και ο θάνατος», «μη συμπεριφέρεσαι με τρόπο που θα κάνει τους συγκρατούμενούς σου να θεωρήσουν ότι είσαι θηλυπρεπής», «να συμπεριφέρεσαι με σκληρότητα και να αποφεύγεις κάθε ενέργεια που υποδηλώνει μαλθακότητα», «να μη βοηθάς τις αρχές με κανέναν τρόπο», «να μην εμπιστεύεσαι κανέναν», «πάντοτε να είσαι έτοιμος για καυγά, ιδιαίτερα όταν αμφισβητείται ο ανδρισμός σου και να δίνεις την εντύπωση ότι δεν θα διστάσεις να χτυπήσεις ή ακόμα και να σκοτώσεις κάποιον, εάν χρειαστεί».

Συνοψίζοντας, μελετώντας τον άγραφο νόμο της φυλακής μπορούμε να εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα για την καθημερινότητα των εγκλείστων, τις σχέσεις που αναπτύσσονται σε αυτό το άτεγκτο και περιοριστικό πλαίσιο, τις «αξίες», τις στάσεις, τις συμπεριφορές που υιοθετούν εντός φυλακής αλλά και την ψυχοσύνθεση του έγκλειστου πληθυσμού.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

D. Corley, «Prison Friendships» στο D. Sabbo, T.A. Kupers, W. London (επιμ), Prison Masculinities, Prison Masculinities, Philadelphia: Temple University Press, 2001.

J. Dilulio, Governing Prisons: A Comparative Study of Correctional Management, N. York: Free Press, 1990.

P. O΄Brien, «The Prison on the Continent: Europe, 1865-1965» στο N. Morris, D. Rothman (επιμ), The Oxford History of the Prison: The Practice of Punishment in Western Society, Oxford: Oxford University Press, 1996.

G.M. Sykes, The Society of Captives: A Study of a Maximum Security Prison, Princeton: Princeton University Press, 1958.

Α. Καρδαρά, Φυλακή και Γλώσσα, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2014.

Ν. Κουράκης, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες: Θεωρία και Πρακτική της Ποινικής Καταστολής, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 1991.

Ε. Λαμπροπούλου, Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος, Αθήνα: Παπαζήσης, 1994.

Π.Δ. Παπαδοπούλου, «Γλώσσα και Φυλακή», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 68Α, Άνοιξη 1988, ειδικό τεύχ. αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη.

Αγγελική Καρδαρά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here