7 Ιανουαρίου 2026

Δίκη Novartis: Την ενοχή των δυο πρώην προστατευόμενων μαρτύρων πρότεινε η εισαγγελέας

«Την ενοχή τους ζητώ και δε μπορώ να διανοηθώ πως θα ήταν αλλιώς για τη δολοφονία χαρακτήρα που υπέστησαν τα πολιτικά πρόσωπα» ανέφερε στην αγόρευσή της

Κατά την αγόρευσή της στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, η εισαγγελέας της έδρας στην υπόθεση Novartis ζήτησε την ενοχή των δύο κατηγορουμένων για ψευδή κατάθεση και ψευδή καταμήνυση, όπως και πρωτοδίκως, με μόνη εξαίρεση ορισμένες επιμέρους πράξεις που έχουν παραγραφεί λόγω χρόνου.

Η εισαγγελέας ήταν ιδιαίτερα αιχμηρή ως προς τον πυρήνα των καταγγελιών, υπογραμμίζοντας ότι οι συνέπειες για τα πολιτικά πρόσωπα υπήρξαν εξαιρετικά βαριές. «Την ενοχή τους ζητώ και δε μπορώ να διανοηθώ πως θα ήταν αλλιώς… για τη δολοφονία χαρακτήρα που υπέστησαν τα πολιτικά πρόσωπα», ανέφερε χαρακτηριστικά, θέτοντας το ερώτημα πώς είναι δυνατόν οι κατηγορούμενοι να μην αντιλαμβάνονταν ότι οι καταθέσεις τους θα οδηγούσαν αναπόφευκτα σε έρευνες και ποινικές εξελίξεις. Όπως τόνισε, όταν κάποιος δηλώνει ότι είδε να δίνονται χρήματα σε συγκεκριμένα πρόσωπα, είναι αυτονόητο ότι προκαλείται τουλάχιστον η έναρξη μιας δικαστικής διερεύνησης.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον τρόπο με τον οποίο δόθηκαν οι καταθέσεις, σημειώνοντας ότι δεν μπορεί κανείς να καταθέτει «ελαφρά τη καρδία» χωρίς ακρίβεια, σαφήνεια και αποδεικτικά στοιχεία. Σχολιάζοντας μάλιστα την απολογία του Δεστεμπασίδη, ανέφερε πως ο ίδιος παραδέχθηκε ότι προέβη σε υπολογισμούς με «μαθηματικά» για τα ποσά που υποτίθεται ότι έλαβαν πολιτικά πρόσωπα, κάτι που, κατά την κρίση της, δεν συνάδει με σοβαρή ποινική κατάθεση: «Δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα!».

Κατά την εισαγγελική αγόρευση, οι καταθέσεις των δύο πρώην προστατευόμενων μαρτύρων χαρακτηρίστηκαν από προχειρότητα και βιασύνη. Αποδομώντας τον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για «διηγηματικού χαρακτήρα» αφηγήσεις, η εισαγγελέας επισήμανε ότι οι μάρτυρες κλήθηκαν να καταθέσουν για εξαιρετικά σοβαρά ζητήματα και όχι να προβούν σε αφηγήσεις χωρίς συγκεκριμένο αποδεικτικό υπόβαθρο. Υπενθύμισε δε ότι, τελικά, «όλη η υπόθεση στηρίχθηκε σε αυτές τις καταθέσεις», γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την ποιότητα και την αξιοπιστία τους.

Αναφέρθηκε επίσης στον τρόπο λήψης των καταθέσεων, τον οποίο χαρακτήρισε «περίεργο» και μη συμβατό με μια σοβαρή διαδικασία, επισημαίνοντας ότι, παρά τις όποιες συνθήκες, την τελική ευθύνη φέρουν όσοι υπέγραψαν. Παράλληλα, άφησε σαφείς αιχμές για την ύπαρξη πίεσης προς τους εισαγγελικούς λειτουργούς προκειμένου να ολοκληρωθεί η δικογραφία, γεγονός που, κατά την εκτίμησή της, επηρέασε τη συνολική πορεία της υπόθεσης.

Η εισαγγελέας διευκρίνισε ότι, παρότι οι δύο κατηγορούμενοι πρέπει να τιμωρηθούν, δεν φέρουν το σύνολο της ευθύνης για όσα ακολούθησαν. Μίλησε για ένα κλίμα υπερβολής και βιαστικών συμπερασμάτων, τονίζοντας πως «υπήρχαν κάποιοι που έπεσαν σαν τα κοράκια με πηχυαίους τίτλους», παρουσιάζοντας την υπόθεση ως σκάνδαλο μεγαλύτερο ακόμη και από εκείνο της Siemens, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική έρευνα.

Σημαντικό μέρος της αγόρευσης αφιερώθηκε στο πρόσωπο του άλλοτε ισχυρού στελέχους της Novartis, Κωνσταντίνου Φρουζή. Η εισαγγελέας τον περιέγραψε ως μια «σκοτεινή προσωπικότητα», φιλόδοξη και δύσκολα προσβάσιμη, εκφράζοντας απορία για το πόσο εύκολα, σύμφωνα με τους κατηγορουμένους, φερόταν να μιλά ανοιχτά για ζητήματα που θα μπορούσαν να τον ενοχοποιήσουν. Τόνισε μάλιστα ότι στο δικαστήριο ο Φρουζής εμφανίστηκε σαφώς πιο συγκρατημένος από ό,τι περιγραφόταν στις καταθέσεις.

Όπως σημείωσε, το κοινό σημείο αναφοράς όλων των καταθέσεων που αφορούσαν πολιτικά πρόσωπα ήταν το πρόσωπο του Φρουζή, ο οποίος, αξιοποιώντας και τη θέση του στο ΣΦΕΕ, είχε τη δυνατότητα επαφής με υπουργούς και άλλους αξιωματούχους. Υπογράμμισε όμως ότι τίποτα δεν εγγυάται πως όσα φέρεται να έλεγε ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ιδίως από τη στιγμή που αποχώρησε από την εταιρία λόγω οικονομικών ατασθαλιών.

Αναφορικά με τις καταγγελίες που αφορούσαν τη Λίνα Νικολοπούλου και τον Γιάννη Στουρνάρα, η εισαγγελέας ξεκαθάρισε ότι δεν προέκυψαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για το Harvard Project και τη Mindwork, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι δεν προκύπτουν ενοποιητικά στοιχεία ότι έγινε η πράξη έτσι όπως κατατέθηκε». Αντίστοιχα, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί που αφορούσαν τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις για την πανδημία ελήφθησαν από τον ΠΟΥ και όχι σε εθνικό επίπεδο.

Για τον Ανδρέα Λοβέρδο, ανέφερε ότι το ζήτημα της τιμολόγησης των φαρμάκων Gilenya και Tasigna εξετάστηκε διεξοδικά στο δικαστήριο, χωρίς όμως να προκύψει οποιοδήποτε στοιχείο δωροδοκίας ή συμβουλευτικής σχέσης με τον Μανιαδάκη, υπογραμμίζοντας ότι επρόκειτο για πρωτοποριακά φάρμακα που αφορούσαν σοβαρές ασθένειες.


Πηγή


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ