Tο επεισόδιο με τα δύο τάνκερ δεν σηματοδοτεί απαραίτητα μια νέα φάση αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Ρωσίας. Αντίθετα, λειτουργεί ως επίδειξη ισχύος και ως προειδοποίηση
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν στην κατάσχεση δύο πετρελαιοφόρων που συνδέονταν με τη διακίνηση πετρελαίου της Βενεζουέλας, μέσα σε διάστημα λίγων ωρών. Το πρώτο, το Marinera, έφερε ρωσική σημαία και εντοπίστηκε στον Βόρειο Ατλαντικό, ενώ το δεύτερο, το Sophia, χαρακτηρίζεται από την Ουάσινγκτον ως πλοίο του «σκιώδους στόλου» και ακινητοποιήθηκε στην Καραϊβική. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι τα πλοία παραβίαζαν καθεστώς κυρώσεων, ενώ η Ρωσία αντέδρασε έντονα, κάνοντας λόγο για «πειρατική ενέργεια» και παραβίαση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας.
Το παρασκήνιο
Σε πρώτη ματιά, η κατάσχεση ενός τάνκερ υπό ρωσική σημαία φαίνεται αντιφατική, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης ή συμφωνιών με τη Ρωσία. Ωστόσο, το επεισόδιο αυτό δύσκολα μπορεί να διαβαστεί ως ευθεία ρήξη με τη Μόσχα. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια πιο κυνική και σταθερή λογική άσκησης πολιτικής ισχύος.
Ο Τραμπ δεν λειτουργεί με τη λογική «φίλος–εχθρός», αλλά με τη λογική του συμφέροντος και του ελέγχου. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η συνεργασία ή η σύγκρουση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εργαλεία. Το μήνυμα της Ουάσινγκτον δεν είναι ότι η Ρωσία αποτελεί τον άμεσο στόχο, αλλά ότι καμία χώρα, κανένας στόλος και καμία εμπορική διαδρομή δεν μπορεί να κινείται εκτός των κανόνων που θέτουν οι ΗΠΑ, ειδικά όταν πρόκειται για κυρώσεις που σχετίζονται με τη Βενεζουέλα.
Για την αμερικανική πλευρά, τα συγκεκριμένα τάνκερ δεν αντιμετωπίζονται ως «ρωσικά πλοία» με την κλασική έννοια της εθνικής κυριαρχίας, αλλά ως κρίκοι ενός μηχανισμού παράκαμψης κυρώσεων. Ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» θεωρείται εργαλείο μεταφοράς πετρελαίου εκτός επίσημων αγορών, με αδιαφανείς διαδρομές, αλλαγές σημαίας και περιορισμένο έλεγχο. Με αυτή τη λογική, οι ΗΠΑ εμφανίζονται να χτυπούν το σύστημα και όχι το κράτος.
Παράλληλα, το μήνυμα της επιχείρησης δεν απευθύνεται μόνο στη Μόσχα. Απευθύνεται και στην Κίνα, η οποία τα τελευταία χρόνια αποτελεί βασικό αποδέκτη πετρελαίου από χώρες υπό κυρώσεις. Η εικόνα ενός ρωσικού τάνκερ που καταλαμβάνεται σε διεθνή ύδατα λειτουργεί αποτρεπτικά: δείχνει ότι η Ουάσινγκτον είναι διατεθειμένη να επεκτείνει την εφαρμογή των κυρώσεων πέρα από τα παραδοσιακά όρια, στέλνοντας το μήνυμα ότι ελέγχει τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.
Έτσι, το επεισόδιο με τα δύο τάνκερ δεν σηματοδοτεί απαραίτητα μια νέα φάση αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Ρωσίας. Αντίθετα, λειτουργεί ως επίδειξη ισχύος και ως προειδοποίηση: οι συμφωνίες είναι δυνατές, οι ισορροπίες μπορούν να αλλάξουν, αλλά πρώτα πρέπει να γίνει σαφές ποιος θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού. Σε αυτό το πλαίσιο, η κατάσχεση των τάνκερ μοιάζει λιγότερο με πράξη σύγκρουσης και περισσότερο με μια προσεκτικά υπολογισμένη κίνηση στρατηγικού ελέγχου.

