Ανοίγει ο δρόμος για να «κλείσουν» και άλλες «ψυχρές» υποθέσεις που συνδέονται με τον διαβόητο κατά συρροή δολοφόνο
Συγκλονιστική τροπή πήρε η υπόθεση δολοφονίας μίας έφηβης που τελευταία φορά την είδαν ζωντανή σε ένα πάρτι Χάλογουιν τη νύχτα της 31η Οκτωβρίου του 1974, στην κομητεία Γιούτα, όταν βγήκε για να αγοράσει τσιγάρα και δεν επέστρεψε ποτέ.
Το γυμνό πτώμα της 17χρονης Λόρα Ανν Έιμ, βρέθηκε σχεδόν έναν μήνα αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου 1974, σε μία ερημική περιοχή. Είχε βιαστεί και στραγγαλιστεί.

Για περισσότερα από 50 χρόνια, η δολοφονία της παρέμενε ανεξιχνίαστη, αλλά η εξέλιξη του τεστ DNA έφερε αποτελέσματα.
Για δεκαετίες, η δολοφονία της συνδέθηκε με τον διαβόητο κατά συρροή δολοφόνο, Τεντ Μπάντι, ο οποίος πριν οδηγηθεί στην ηλεκτρική καρέκλα το 1989 ομολόγησε ότι σκότωσε τη 17χρονη και άλλους 29 ανθρώπους.

Η υπόθεση ωστόσο δεν μπορούσε να κλείσει πριν συλλεχθούν περισσότερα στοιχεία, κάτι που συνέβη τον περασμένο μήνα.
Σε συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη, ο σερίφης της κομητείας Γιούτα, Μάικ Σμιθ, ανακοίνωσε ότι οι προηγμένες εξετάσεις DNA σε σωματικά υγρά που βρέθηκαν στο θύμα απέδειξαν χωρίς αμφιβολία ότι ο Μπάντι ήταν ο δολοφόνος.
«Αν και ο Μπάντι ισχυρίστηκε ότι διέπραξε τη δολοφονία της Λόρα, η ομολογία που έδωσε θεωρήθηκε ότι δεν ήταν επαρκές αποδεικτικό στοιχείο για να κλείσει η υπόθεση και να αποκλειστεί οποιοσδήποτε άλλος ως δράστης αυτού του εγκλήματος, όπως είχε υποτεθεί τότε», δήλωσε ο Σμιθ.
«Ευτυχώς, χάρη στη συνεργασία μας με το εγκληματολογικό εργαστήριο του Υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας της Γιούτα, αποκτήσαμε πρόσβαση σε νέες εγκληματολογικές τεχνικές που κατέστησαν δυνατή την εξιχνίαση αυτής της υπόθεσης.»
Η προηγμένη τεχνολογία ανάλυσης DNA κατάφερε να διαχωρίσει τα μικτά προφίλ DNA που βρέθηκαν στο θύμα, ώστε να προσδιοριστεί ένα μοναδικό ανδρικό προφίλ. Το προφίλ αυτό ταυτίστηκε στη συνέχεια με ένα προφίλ που ήταν καταχωρημένο στη Φλόριντα. Το προφίλ αυτό ανήκε στον Μπάντι.
«Μπορούμε πλέον να πούμε, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι ο Τεντ Μπάντι σκότωσε τη Λόρα Ανν Έιμ», δήλωσε ο Σμιθ. «Η υπόθεση αυτή έχει πλέον κλείσει επίσημα».

Σχολιάζοντας το «κλείσιμο» της υπόθεσης η αδελφή της Έιμ, Μισέλ Ιμπάλα, η οποία ήταν μόλις 12 ετών όταν δολοφονήθηκε είπε ότι ήταν «εκπληκτικό» το γεγονός ότι ο κόσμος εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για την εξιχνίαση της υπόθεσης μετά από τόσο καιρό και πρόσθεσε ότι είναι ευτυχής που ο δολοφόνος της βρίσκεται «στην κόλαση».
«Απλά το να ξέρω ότι ο Τεντ Μπάντι τρίζει τα δόντια του στην κόλαση – δεν μου αρέσει να σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι το κάνουν αυτό, αλλά για αυτόν και μερικούς άλλους ανθρώπους στον κόσμο, αυτό είναι που τους αξίζει», είπε.
Την Τετάρτη, οι ερευνητές άφησαν να εννοηθεί ότι αυτό ήταν μόνο η αρχή μιας νέας προσπάθειας για την επίλυση ανεξιχνίαστων υποθέσεων που συνδέονται με έναν από τους πιο παραγωγικούς κατά συρροή δολοφόνους στην αμερικανική ιστορία.
Κατά τη διάρκεια μιας τετραετούς περιόδου τρόμου, από το 1974 έως το 1978, ο Μπάντι δολοφόνησε τουλάχιστον 30 γυναίκες σε επτά πολιτείες.
Και αυτές είναι μόνο οι δολοφονίες που ομολόγησε.

Η πραγματική έκταση των εγκλημάτων του – και πόσα χρόνια εκμεταλλευόταν γυναίκες – πιθανότατα δεν θα γίνει ποτέ γνωστή.
Πριν τη δολοφονία της 17χρονης, ο Μμπάντι είχε ήδη δολοφονήσει τουλάχιστον εννέα γυναίκες στο Όρεγκον, τη Ουάσιγκτον και το Αϊντάχο, ενώ στη συνέχεια σκότωσε τουλάχιστον πέντε θύματα στη Γιούτα.
Λίγες μόνο ημέρες μετά τη δολοφονία της Έιμι, επιτέθηκε στην Carol DaRonch – μια αποτυχημένη απόπειρα απαγωγής που τελικά τον έφερε για πρώτη φορά στο στόχαστρο των αρχών.
Η γυναίκα βοήθησε στην αναγνώριση του Μπάντι, οπότε και συνελήφθη, ενώ καταδικάστηκε για απαγωγή με επιβαρυντικές περιστάσεις.
Ενώ εξέτιε ποινή από ένα έως 15 έτη, μεταφέρθηκε στο Κολοράντο για να αντιμετωπίσει κατηγορίες για τη δολοφονία της νοσοκόμας Caryn Campbell το 1975. Εκεί, κατάφερε να δραπετεύσει πηδώντας από το παράθυρο της νομικής βιβλιοθήκης του δικαστηρίου και να διαφύγει. Κρύφτηκε στα βουνά για αρκετές ημέρες πριν συλληφθεί εκ νέου.
Επιστρέφοντας σε άλλη φυλακή στο Κολοράντο, ο Μπάντι κατάφερε να δραπετεύσει για δεύτερη φορά στις 30 Δεκεμβρίου 1977.
Μέσα σε δύο εβδομάδες από αυτή την τελευταία απόδραση, ο άνδρας που είχε τότε καταχωρηθεί στη λίστα των δέκα πιο καταζητούμενων του FBI είχε φτάσει μέχρι την Ανατολική Ακτή.
Εκεί, τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Ιανουαρίου 1978, διέρρηξε την αδελφότητα Chi Omega στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα στο Ταλαχάσι και πήγε από δωμάτιο σε δωμάτιο, επιτιθέμενος σε νεαρές γυναίκες ενώ κοιμόντουσαν στα κρεβάτια τους.

Δολοφόνησε δύο φοιτήτριες, τη Μάργκαρετ Μπόουμαν και τη Λίζα Λέβι, και άφησε τις συγκάτοικες τους, την Κάρεν Πράιορ και την Κάθι Κλάινερ, σοβαρά τραυματισμένες, πριν διαφύγει σε ένα διαμέρισμα λίγα τετράγωνα μακριά, όπου επιτέθηκε σε μια άλλη φοιτήτρια, τη Σέριλ Τόμας.
Περίπου ένα μήνα αργότερα, ο Μπάντι συνελήφθη για τελευταία φορά. Μέχρι τότε, είχε σκοτώσει ένα ακόμη θύμα, τη 12χρονη Κίμπερλι Λιτς.
Κατά τη διάρκεια μιας πολύκροτης δίκης, ο κατά συρροή δολοφόνος – ο οποίος είχε σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο του Πουγκέτ Σάουντ και στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα – εκπροσώπησε τον εαυτό του, αναγκάζοντας τα επιζώντα θύματά του να υποστούν αντιπαράθεση με τον άνδρα που είχε προσπαθήσει να τα σκοτώσει.
Στις 24 Ιουλίου 1979, κρίθηκε ένοχος για τους φόνους των Λέβι και Μπόουμαν, καθώς και για τις απόπειρες δολοφονίας των Πράιορ, Κλάινερ και Τόμας και για διάρρηξη. Καταδικάστηκε σε θάνατο.
Αφού παρέμεινε στη φυλακή για μια δεκαετία, στις 24 Ιανουαρίου 1989, ο Μπάντι δέθηκε στην ηλεκτρική καρέκλα στη κρατική φυλακή της Φλόριντα και εκτελέστηκε.
Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Θα ήθελα να μεταφέρετε την αγάπη μου στην οικογένεια και τους φίλους μου».


