Γιατί οι ηγέτες της Μαδρίτης και της κυβέρνησης της Χώρας των Βάσκων αποκαλούν ο ένας τον άλλον «επαρχιώτη»
Ένταση έχει ξεσπάσει ανάμεσα στις περιφερειακές κυβερνήσεις της Μαδρίτης και της Χώρας των Βάσκων, με αφορμή το αίτημα της δεύτερης να εκτεθεί προσωρινά η «Γκουέρνικα» του Πάμπλο Πικάσο στο Μουσείο Γκουγκενχάιμ του Μπιλμπάο.
Η συγκεκριμένη πρόταση κατατέθηκε ενόψει της συμπλήρωσης 90 χρόνων από τον ιστορικό βομβαρδισμό της βασκικής πόλης.
Το εμβληματικό έργο φιλοξενείται στο μουσείο Reina Sofía της ισπανικής πρωτεύουσας από το 1992. Μέχρι σήμερα, επανειλημμένα αιτήματα για τη μεταφορά του έχουν απορριφθεί, ωστόσο η νέα διεκδίκηση πυροδότησε σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Ειδικότερα, η πρόεδρος της Μαδρίτης, Ισαμπέλ Ντίαθ Αγούσο, και ο ηγέτης του βασκικού εθνικιστικού κόμματος, Αϊτόρ Εστέμπαν, αντάλλαξαν βαρείς χαρακτηρισμούς, κατηγορώντας ο ένας τον άλλον ότι εκπροσωπούν «επαρχιώτικη» νοοτροπία.
Λαμβάνοντας θέση επί του θέματος, η κυρία Αγούσο δήλωσε: «Δεν έχει νόημα να επιστρέφουν όλα στον τόπο καταγωγής τους. Σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να στείλουμε όλα τα έργα του Πικάσο στη Μάλαγα». Η ίδια συμπλήρωσε πως «αυτό αντιπροσωπεύει επαρχιώτικη νοοτροπία, όταν η τέχνη είναι παγκόσμια», υπογραμμίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο φθοράς του καμβά, κάτι που επισημαίνει με έμφαση και η διοίκηση του Reina Sofía.
Απαντώντας στις δηλώσεις αυτές, ο Εστέμπαν ανταπέδωσε τα πυρά. Χαρακτήρισε επαρχιώτισσα την κυρία Αγούσο, σχολιάζοντας ότι η αντίληψή της για την εθνική ταυτότητα περιορίζεται στο «να πίνει μπύρα στη βεράντα ενός μπαρ», κάνοντας άμεση αναφορά στην αμφιλεγόμενη πολιτική που είχε ακολουθήσει για την εστίαση την περίοδο της πανδημίας.
Στη διαμάχη παρενέβη και ο πρωθυπουργός της Χώρας των Βάσκων, Ιμανόλ Πραδάλες, ο οποίος διερωτήθηκε σε έντονο ύφος: «Έχει η ισπανική κυβέρνηση το θάρρος να μετακινήσει τη Γκουέρνικα; Έβγαλαν τον Φράνκο από τον τάφο του και δεν μπορούν έναν πίνακα από τη Μαδρίτη στην Εουσκάδι; Η μπάλα είναι στο δικό τους γήπεδο».
Παγκόσμιο σύμβολο
Η βασκική κυβέρνηση προτείνει την έκθεση του πίνακα στο Γκουγκενχάιμ από την 1η Οκτωβρίου έως τις 30 Ιουνίου. Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την επέτειο του βομβαρδισμού της 26ης Απριλίου 1937 από τη γερμανική Λεγεώνα Κόνδορ και την ιταλική αεροπορία κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου. Αξίζει να σημειωθεί πως το ασπρόμαυρο αριστούργημα αναδείχθηκε σε παγκόσμιο σύμβολο των φρικαλεοτήτων του πολέμου, αφήνοντας πίσω του θύματα που υπολογίζονται από 126 έως 1.654.
Ο καλλιτέχνης ολοκλήρωσε το έργο αμέσως μετά τα τραγικά γεγονότα. Αρχικά παρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1937 και έπειτα περιόδευσε διεθνώς. Λόγω της άρνησης του Πικάσο να επιστρέψει ο πίνακας στην Ισπανία όσο κυβερνούσε ο Φράνκο, η δημιουργία του φιλοξενήθηκε για δεκαετίες στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.
Δικαιολογώντας τη σημερινή στάση του Reina Sofía, ο ιστορικός τέχνης Φρανσίσκο Τσαπάρο εξήγησε: «Η Γκουέρνικα είναι σε ευαίσθητη κατάσταση, έχει τυλιχθεί και ξετυλιχθεί πολλές φορές. Η Μόνα Λίζα δεν φεύγει από το Λούβρο, οι «Δεσποινίδες» του Βελάσκεθ από το Πράδο. Το μουσείο έχει χτιστεί γύρω από αυτήν».
Τέλος, ο καλλιτέχνης Χοσέ Μανουέλ Μπαγιέστερ υπενθύμισε ότι επιθυμία του ίδιου του δημιουργού ήταν να τοποθετηθεί ο πίνακας στο Πράδο, όπου μάλιστα είχε διοριστεί διευθυντής στα χρόνια του εμφυλίου. Σε αυτό το πλαίσιο προστασίας της ακεραιότητας του έργου, το 2000 το Reina Sofía είχε απορρίψει ανάλογο αίτημα δανεισμού από το αμερικανικό μουσείο, ξεκαθαρίζοντας ότι «το μεγάλο σύμβολο του μουσείου πρέπει να παραμείνει».


