Κεραυνοί κατά Τουρκίας στο Κογκρέσο των ΗΠΑ: Αναλυτής «διαλύει» το καθεστώς Ερντογαν

Ο Μάικλ Ρούμπιν, αναλυτής του MEF, κατέθεσε στις 3 Ιουνίου 2026 στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Τομ Λάντος των ΗΠΑ για την κατάρρευση της δημοκρατίας στην Τουρκία

O Μάικλ Ρούμπιν, διακεκριμένος αναλυτής του δεξαμενού σκέψης Middle East Forum (MEF) και πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου, κατέθεσε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Τομ Λάντος» του Κογκρέσου των ΗΠΑ. Η ακρόαση, με τίτλο «Μπορεί η Τουρκία να βρει τον δρόμο της πίστης στην ελευθερία;», επικεντρώθηκε στην εδραίωση του αυταρχισμού στην Άγκυρα και την προστασία της τουρκικής δημοκρατίας.

Κατά την καταθεσή του ο Ρούμπιν παρουσίασε μια εξαιρετικά σκληρή και αναλυτική χαρτογράφηση της σημερινής Τουρκίας. Εξήγησε πώς η καταστολή του καθεστώτος Ερντογάν έχει ξεπεράσει τα εσωτερικά σύνορα, μετατρέποντας τη χώρα σε έναν περιφερειακό ταραχοποιό που απειλεί άμεσα τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τα συμφέροντα της Δύσης.

Η κατάθεση Ρούμπιν, παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς ο Αμερικανός αναλυτής προτείνει στην Ουάσιγκτον τη λήψη σκληρών μέτρων κατά της Άγκυρας, ζητά την επιβολή κυρώσεων για τη θρησκευτική καταπίεση και προκρίνει τη διεθνή προστασία των ελληνορθόδοξων μνημείων, όπως η Αγία Σοφία. Παράλληλα, αποδομεί το επίσημο αφήγημα για το πραξικόπημα του 2016, ενώ αναλύει το παρασκήνιο της χρηματοδότησης αμερικανικών πανεπιστημίων και think tanks από τουρκικά κεφάλαια, με στόχο την προώθηση της άρνησης των γενοκτονιών.

Η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία έχει επιδεινωθεί δραματικά τον τελευταίο χρόνο, μετατρέποντας τη χώρα σε ένα από τα πιο κατασταλτικά καθεστώτα παγκοσμίως. Η διολίσθηση αυτή δεν αποτελεί πλέον απλώς μια εσωτερική κρίση, αλλά συνιστά ευθεία απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα και την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ουάσιγκτον οφείλει να εγκαταλείψει την πολιτική του κατευνασμού και να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με ηθική σαφήνεια, καθώς η ανοχή απέναντι στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τροφοδοτεί την ασυδοσία του.

H ευθύνη της Ουάσιγκτον για την καταπίεση στην Τουρκία

Δύο είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η Τουρκία βιώνει σήμερα μια πρωτοφανή καταπίεση, χειρότερη ακόμα και από τις περιόδους των στρατιωτικών πραξικοπημάτων του 1960 και του 1980. Από τη μία πλευρά, ο Ερντογάν ιεραρχεί την προσωπική του εξουσία και τον πλουτισμό της οικογένειάς του πάνω από το κράτος δικαίου. Ο ίδιος και η σύζυγός του, Εμινέ, μετατράπηκαν από φτωχοί πολίτες σε πολυδισεκατομμυριούχους, μια περιουσία που εξηγείται μόνο μέσω της υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος και της διαφθοράς.

Την ίδια ώρα, το δεύτερο σκέλος της ευθύνης εντοπίζεται στην ίδια την αμερικανική πρωτεύουσα. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και οι στενοί του σύμβουλοι έχουν πείσει την Άγκυρα ότι δεν θα υπάρξουν συνέπειες για τις παραβιάσεις. Η στάση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος αγκαλιάζει προκλητικά τον Τούρκο πρόεδρο εθελοτυφλώντας μπροστά στα εγκλήματά του, ενισχύει το αίσθημα ατιμωρησίας του καθεστώτος.

Ο Ερντογάν κυβερνά σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα και αποτελεί τον πιο επιδραστικό ηγέτη μετά τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Αν και ο Ατατούρκ μεταμόρφωσε την κοινωνία χτίζοντας ένα κοσμικό θεμέλιο, ο σημερινός πρόεδρος επιδιώκει συστηματικά να το ξηλώσει για να δημιουργήσει ένα συντηρητικό ισλαμικό κράτος. Η Τουρκία που βλέπουν οι τουρίστες στο Σουλταναχμέτ είναι απλώς ένα θεματικό πάρκο, εντελώς αποκομμένο από την πραγματική χώρα, την οποία αντανακλά καλύτερα το φτωχό και ισλαμιστικό Σουλτανμπεϊλί. Η Τουρκία δεν θα γίνει απαραίτητα μια Ισλαμική Δημοκρατία τύπου Ιράν, αλλά ακολουθεί το μοντέλο του Πακιστάν ή του Κατάρ, ανεκτική στην εσωτερική ελεγχόμενη πολυφωνία αλλά υποστηρικτική προς τον ισλαμικό εξτρεμισμό στο εξωτερικό.

Το εγχειρίδιο εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων

Η στρατηγική του Ερντογάν για την εδραίωση του ελέγχου βασίζεται σε πολιτικές καρατομήσεις. Η αρχή έγινε στις 4 Νοεμβρίου 2016 με τη σύλληψη του Σελαχατίν Ντεμιρτάς, ηγέτη του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, με την παράλογη κατηγορία της κριτικής στην τουρκική πολιτική έναντι του Ισλαμικού Κράτους. Κι όμως, η ίδια η κυβέρνηση Ερντογάν στήριζε παρακλάδια της Αλ Κάιντα, ενώ ο τότε αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών και νυν υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, παρείχε εφοδιαστική υποστήριξη στους τζιχαντιστές.

Ο πραγματικός λόγος της δίωξης του Ντεμιρτάς ήταν η εκδικητικότητα του Ερντογάν, καθώς το HDP στις εκλογές του Ιουνίου 2015 του στέρησε την αυτοδυναμία. Η χλιαρή αντίδραση των ΗΠΑ, που περιορίστηκε σε απλές επικρίσεις, άνοιξε τον δρόμο για το επόμενο βήμα.

Σειρά είχε ο Εκρέμ Ιμάμογλου, ο χαρισματικός δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, η νίκη του οποίου έπληξε τον Ερντογάν σε συμβολικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Ο Ιμάμογλου εξέπεμπε τη νεότητα που έχει χάσει ο ασθενής πρόεδρος, ενώ η απώλεια του δήμου στέρησε από το κυβερνών κόμμα δισεκατομμύρια δολάρια που κατευθύνονταν στον κομματικό μηχανισμό.

Πρόσφατα, τα ελεγχόμενα δικαστήρια παρενέβησαν για να απομακρύνουν και τον Όζγκουρ Οζέλ από την ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP). Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο συνομίλησε με τον Φιντάν αμέσως μετά την αποπομπή του Οζέλ χωρίς να αναφέρει καν το δικαστικό πραξικόπημα, γεγονός που ερμηνεύεται από την Άγκυρα ως πράσινο φως για περαιτέρω διώξεις. Αυτό το τουρκικό εγχειρίδιο καταστολής αντιγράφεται ήδη από άλλους ηγέτες στην περιοχή, όπως ο Έντι Ράμα στην Αλβανία, ο οποίος φυλακίζει τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Ιστορικός αναθεωρητισμός και η στοχοποίηση των Εβραίων

Η έξαρση της άρνησης των γενοκτονιών και ο ιστορικός αναθεωρητισμός στην Τουρκία έχουν φτάσει στο υψηλότερο σημείο από την εποχή της Γενοκτονίας των Αρμενίων και των Ποντίων. Όταν ο Τομ Μπάρακ χαρακτηρίζει αυτές τις γενοκτονίες ως «παλιές εντυπώσεις», ενθαρρύνει την επιθετικότητα. Η Ουάσιγκτον πρέπει να μιλήσει με ενιαία φωνή για την προστασία και την επιστροφή των κοινοτικών περιουσιών, των σχολείων και των ναών των Αρμενίων και των Ελλήνων.

Αν η Τουρκία δεν επιτρέπει στην ελληνική κοινότητα να εκλέγει τον κλήρο της χωρίς παρεμβάσεις, οι ΗΠΑ πρέπει να απαντήσουν με κυρώσεις και να αμφισβητήσουν την κυριαρχία της πάνω στα ιστορικά μνημεία της Κωνσταντινούπολης. Όπως η Ιορδανία διορίζει τους διαχειριστές του Βακφ στην Ιερουσαλήμ, έτσι και οι ΗΠΑ πρέπει να αναγνωρίσουν έναν αντίστοιχο μηχανισμό ώστε το Οικουμενικό Πατριαρχείο να διαχειρίζεται την Αγία Σοφία, τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής και τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης.

Ταυτόχρονα, ο Ερντογάν χρησιμοποιεί τον αντισημιτισμό για να απομακρύνει την προσοχή από τις δικές του αποτυχίες. Η ρητορική του μίσους στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης θυμίζει τη ναζιστική εφημερίδα Der Stürmer. Η Τουρκία βαδίζει στα χνάρια του Πακιστάν, το οποίο ξεκίνησε ως ανεκτικό κράτος και κατέληξε να εκδιώξει τους Ινδουιστές και τους Σιχ. Η ζημιά στην τουρκική κοινωνία έχει ήδη γίνει και οι Εβραίοι που ζουν εκεί είναι ουσιαστικά όμηροι. Η επιλογή ενός Εβραίου να κάνει διακοπές στην Αττάλεια το 2026 είναι αντίστοιχη με το να επέλεγε κάποιος το Γκάρμις-Παρτενκίρχεν για σκι το 1936.

Το πραξικόπημα του 2016 ως «Πυρκαγιά του Ράιχσταγκ» του Ερντογάν

Σε λίγο καιρό συμπληρώνεται μια δεκαετία από το πραξικόπημα του 2016, το οποίο ο Ερντογάν χαρακτήρισε «δώρο Θεού» για να δικαιολογήσει τον αυταρχισμό του. Οι αμερικανικές κυβερνήσεις αποδέχτηκαν το αφήγημα περί ευθύνης του Φετουλάχ Γκιουλέν, όμως η άρνηση της Άγκυρας να επιτρέψει ανεξάρτητη έρευνα δείχνει ότι φοβάται την αλήθεια. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από το ότι η λίστα των υποτιθέμενων πραξικοπηματιών παρουσιάστηκε τόσο γρήγορα που ήταν αδύνατον να είχε συνταχθεί σε λίγες ώρες. Ήταν μια έτοιμη λίστα εχθρών, η οποία περιλάμβανε ακόμα και ανθρώπους που είχαν πεθάνει μήνες πριν στο Αφγανιστάν.

Πολλοί στρατιώτες και δόκιμοι πίστευαν ότι συμμετείχαν σε άσκηση, ενώ αυτόπτες μάρτυρες επιρρίπτουν την ευθύνη για τους θανάτους πολιτών στη SADAT, μια ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας του στρατιωτικού συμβούλου του Ερντογάν, Αντνάν Τανριβερντί. Η SADAT, η οποία αργότερα διακίνησε όπλα προς τη Χαμάς, πρέπει να χαρακτηριστεί από τις ΗΠΑ ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση.

Η προσωπική στοχοποίηση όσων ασκούν κριτική είναι καθημερινότητα. Το καθεστώς κατασκευάζει κατηγορίες για τρομοκρατία χωρίς κανένα στοιχείο, όπως συνέβη με τον Ανρί Μπάρκεϊ και τον ίδιο τον Μάικλ Ρούμπιν, τον οποίο ο ελεγχόμενος τύπος χαρακτηρίζει ψευδώς πράκτορα της CIA και Εβραίο, αποκαλύπτοντας τον αντισημιτικό φακό του καθεστώτος.

Η ανάγκη για ειρήνη με τους Κούρδους

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική εγκλωβίστηκε όταν το 1997 χαρακτήρισε το PKK τρομοκρατική οργάνωση, προκειμένου η κυβέρνηση Κλίντον να κλείσει μια συμφωνία για ελικόπτερα με την Τουρκία. Αν και το PKK στο παρελθόν χρησιμοποίησε βία, η οργάνωση εξελίχθηκε. Το επιτυχημένο παράδειγμα της Ροζάβα στη βορειοανατολική Συρία, το οποίο η Ουάσιγκτον πρόδωσε επιτρέποντας την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, βασίστηκε σε αυτή τη μακροχρόνια προοδευτική εξέλιξη.

Στις 12 Μαΐου 2025, το PKK ανακοίνωσε ότι καταθέτει τα όπλα και διαλύεται, θεωρώντας ότι έτσι θα αφαιρέσει από την Τουρκία κάθε δικαιολογία για την καταπίεση των Κούρδων. Αντί όμως ο Ερντογάν να αδράξει την ευκαιρία, επέδειξε αλαζονεία και δεν έκανε καμία ουσιαστική προσφορά για την επίλυση του κουρδικού ζητήματος.

Η Τουρκία συνεχίζει να κρατά σε απομόνωση τον ιδρυτή του PKK, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, στο νησί Ιμραλί. Ο Οτσαλάν ευλόγησε τη διάλυση της οργάνωσης και παραμένει ο αναγκαστικός συνομιλητής για τους Κούρδους, μια φιγούρα αντίστοιχη με τον Νέλσον Μαντέλα. Δεν μπορεί να υπάρξει σταθερότητα χωρίς την απελευθέρωσή του και χωρίς μια διαδικασία αλήθειας και συμφιλίωσης. Οι ΗΠΑ μπορούν να διευκολύνουν την ειρήνη αν αφαιρέσουν το PKK από τη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων, επιτρέποντας στους Κούρδους διανοητές να ταξιδέψουν στην Ουάσιγκτον ως συνομιλητές.

Η χρηματοδότηση των αμερικανικών δεξαμενών σκέψης

Η υποχώρηση της Τουρκίας σε όλους τους δείκτες ελευθερίας είναι παταγώδης. Το Freedom House την κατατάσσει πλέον στο χαμηλότερο ένα τρίτο των χωρών, κάτω από το κατεχόμενο από την Κίνα Χονγκ Κονγκ, ενώ η Διεθνής Διαφάνεια τη φέρνει στην 124η θέση, έτοιμη να πέσει κάτω από το Ιράκ. Στην ελευθερία του τύπου έχει ξεπεραστεί ακόμα και από την Κούβα, ενώ οι έρευνες του Pew Research Center δείχνουν ότι η Τουρκία είναι μια από τις πιο αντιαμερικανικές χώρες, αποτέλεσμα της συστηματικής προπαγάνδας του Ερντογάν.

Παρά την κατάσταση αυτή, πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια και think tanks έχουν υποβαθμίσει την αξιοπιστία τους για χάρη των τουρκικών χρηματοδοτήσεων. Ήδη από το 1995, στο Πρίνστον είχε ξεσπάσει σκάνδαλο με τον καθηγητή Χιθ Λόουρι, ο οποίος δρούσε ως μη εγγεγραμμένος ξένος πράκτορας της Άγκυρας για την άρνηση της γενοκτονίας. Σήμερα, πολλές δεξαμενές σκέψης στην Ουάσιγκτον δέχονται κεφάλαια από εταιρείες που ανήκουν σε ανθρώπους του περιβάλλοντος Ερντογάν, εφαρμόζοντας μια μορφή «ξεπλύματος χρήματος» για να προσφέρουν πρόσβαση και θετικές αναλύσεις, ενώ οι δημοσιογράφοι αυτολογοκρίνονται για να μην χάσουν τις διαπιστεύσεις τους.

Η παράβλεψη της κρίσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία με το πρόσχημα της στρατιωτικής ανάλυσης είναι κοντόφθαλμη. Τα αυταρχικά καθεστώτα πάντα καταρρέουν στο χάος. Δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο ή στον Νότιο Καύκασο αν η Τουρκία δεν συμφιλιωθεί με τους πολίτες της και αν η ηγεσία της δεν καταλάβει ότι η ισχύς βασίζεται στο κράτος δικαίου και όχι στις θεωρίες συνωμοσίας.



Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ