Η πραγματική «Παρασκευή και 13»: Η ανεξιχνίαστη υπόθεση πίσω από το έπος τρόμου

Σαν σήμερα πριν από 66 χρόνια, 4 έφηβοι ξυλοκοπήθηκαν και μαχαιρώθηκαν ενώ κατασκήνωναν δίπλα σε μια λίμνη στη Φινλανδία – Η υπόθεση παραμένει άλυτη

Ακόμη κι αν δεν είναι κάποιος λάτρης των ταινιών τρόμου, σίγουρα γνωρίζει για την εμβληματική ταινία «Παρασκευή και 13», με τις 11 συνέχειες.

Η πρώτη ταινία, που έκανε πρεμιέρα το 1980, έχει βασικό πρωταγωνιστή τον Τζέισον Βόρχις, ο οποίος, όταν ήταν παιδί, πνίγηκε στην κατασκήνωση Crystal Lake από αμέλεια του προσωπικού. Επιστρέφει μετά από δεκαετίες στην ίδια κατασκήνωση βυθίζοντάς την σε ένα λουτρό αίματος.

Όμως, το σενάριο, εκτός από τη μεταφυσική διάστασή του, δεν απέχει στη βάση του από την πραγματικότητα, καθώς μία παρόμοια σφαγή νεαρών που κατασκήνωσαν δίπλα σε μία λίμνη, είχε συμβεί 20 χρόνια νωρίτερα και ήταν η πηγή έμπνευσης της ταινίας τρόμου. Σήμερα 66 χρόνια αργότερα παραμένει άλυτη, στοιχειώνοντας τη Φινλανδία.

lake-bodom.jpg

Στις 5 Ιουνίου 1960 στις όχθες της λίμνης Μπόντομ, περίπου 20 χιλιόμετρα από το Ελσίνκι, τρεις έφηβοι σφαγιάστηκαν βάναυσα και ένας τέταρτος τραυματίστηκε σοβαρά.

Το περιστατικό – το οποίο είχε αρκετούς υπόπτους, δεν διαλευκάνθηκε ποτέ – ονομάστηκε ως «οι δολοφονίες της λίμνης Μπόντομ», μέχρι που μετά την πρεμιέρα της ταινίας του Κάναγκαν μετονομάστηκε λόγω των ομοιοτήτων του ως «η πραγματική Παρασκευή 13».

Δύο 15χρονα κορίτσια, η Maila Irmeli Björklund και η Anja Tuulikki Mäki και δύο 18χρονοι ο Seppo Antero Boisman και ο Nils Wilhelm Gustafsson, αποφάσισαν να κατασκηνώσουν για σαββατοκύριακο.

Μεταξύ 4 και 6 το πρωί της Κυριακής 5 Ιουνίου, η Mäki, η Björklund και ο Boisman μαχαιρώθηκαν μέχρι θανάτου, ενώ ο Gustafsson τραυματίστηκε σοβαρά, με εγκεφαλική διάσειση, κατάγματα στη γνάθο και σε άλλα οστά του προσώπου.

Τα πτώματά τους και ο επιζών βρέθηκαν ώρες αργότερα, στις 11 το πρωί. Η Björklund, η κοπέλα του Gustafsson, ήταν γυμνή από τη μέση και κάτω και ήταν αυτή που είχε τα περισσότερα τραύματα στο σώμα της, ενώ οι υπόλοιποι έφηβοι είχαν δεχτεί λιγότερο βίαιη επίθεση.

finlandjason.jpg

Το έγκλημα συνέβη τον Ιούνιο του 1960 στις όχθες της λίμνης Μπόντομ, στη Φινλανδία, και δεν εξιχνιάστηκε ποτέ

Wikipedia

Ο επιζών έμεινε σε κώμα για έξι ώρες και συνήλθε μόλις έξι ημέρες αργότερα. Λόγω του τραύματος, το εγκεφαλονωτιαίο υγρό έτρεχε από τη μύτη και το πηγούνι του ήταν τόσο σπασμένο που τα δόντια του προεξείχαν από το μάγουλο. Το κεφάλι παρουσίαζε πολυάριθμα τραύματα και το ένα αυτί είχε υποστεί βλάβη από μαχαιριά.

Την ίδια Κυριακή, κατά την ανάκριση άλλων κατασκηνωτών στη λίμνη, μια ομάδα νεαρών που παρατηρούσε πουλιά είπε στους αστυνομικούς ότι γύρω στις έξι το πρωί είχαν δει μια από τις σκηνές να καταρρέει και έναν ξανθό άνδρα να απομακρύνεται από το σημείο, αλλά δεν έδωσαν καμία σημασία στο θέμα. Όταν συνήλθε σχεδόν μια εβδομάδα αργότερα, ο Gustafsson πρόσθεσε ένα ακόμη στοιχείο: ο άνδρας που τους είχε επιτεθεί φορούσε ρούχα κόκκινα και μαύρα.

Μέχρι τότε, οι εμπειρογνώμονες είχαν διαπιστώσει ότι ο δολοφόνος δεν μπήκε στις σκηνές για να επιτεθεί στα θύματα, αλλά το έκανε από έξω, τρυπώντας το πανί με ένα αιχμηρό όπλο και χτυπώντας τα με ένα αμβλύ αντικείμενο. Αυτά τα όπλα δεν βρέθηκαν ποτέ. Ο δολοφόνος πήρε επίσης μερικά προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων που οι ερευνητές βρήκαν αινιγματικά, όπως τα κλειδιά των μοτοσικλετών των αγοριών, που παρέμεναν στην ίδια θέση. Τα παπούτσια του Gustafsson βρέθηκαν περίπου 500 μέτρα μακριά από τον τόπο του εγκλήματος.

Εκτός από τις ανακρίσεις, η αστυνομία έκανε τα πάντα λάθος: δεν απέκλεισε την περιοχή, γεγονός που αλλοίωσε στοιχεία από τον τόπο του εγκλήματος. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ζήτησαν τη βοήθεια στρατιωτών για να αναζητήσουν αντικείμενα και άλλα στοιχεία γύρω από τη λίμνη.

Με την πάροδο των χρόνων, η φινλανδική αστυνομία είχε διάφορες υποθέσεις και εστίασε σε τέσσερις πιθανούς ύποπτους. Όμως για κανέναν δεν υπήρξε αδιάσειστο στοιχείο ενοχής.

Ο επιζών στο στόχαστρο

Πέρασαν δεκαετίες χωρίς να υπάρξει κανένα νέο στοιχείο, μέχρι που, 44 χρόνια μετά τα εγκλήματα, η υπόθεση φάνηκε να επιλύεται με τη σύλληψη του Νιλς Βίλχελμ Γκούσταφσον, του 18χρονου που είχε επιζήσει της σφαγής. Ήταν Μάρτιος του 2004 όταν ο Γκούσταφσον κατηγορήθηκε επίσημα για τη δολοφονία των άλλων τριών εφήβων. Μετά την ανάκριση, αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος, αλλά με την κατηγορία της τριπλής ανθρωποκτονίας. Η υπόθεση εναντίον του, σύμφωνα με την Εθνική Υπηρεσία Ερευνών της Φινλανδίας, βασιζόταν σε ανάλυση κηλίδων αίματος που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος.

Η θεωρία της εισαγγελίας ήταν ότι ο ύποπτος, ο οποίος ήταν σύντροφος της Irmeli Björklund, είχε πάθει κρίση ζήλιας και για αυτόν τον λόγο την είχε σκοτώσει και στη συνέχεια δολοφόνησε τα άλλα δύο παιδιά για να μην αφήσει μάρτυρες. Για να στηρίξει αυτή την υπόθεση, η κατηγορούσα αρχή βασίστηκε στο γεγονός ότι τα τραύματα που παρουσίαζε το πτώμα της Björklund ήταν πολύ πιο βίαια από αυτά που βρέθηκαν στα σώματα των φίλων της, κάτι που αποδείκνυε μεγαλύτερη σκληρότητα που προκλήθηκε από τη ζήλια.

Οι εισαγγελείς ζήτησαν ποινή ισόβιας κάθειρξης, ενώ οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστήριξαν ότι, λόγω των τραυμάτων που είχε υποστεί ο ίδιος ο Gustafsson, ήταν αδύνατο να είχε διαπράξει τα εγκλήματα και παρουσίασαν τη θεωρία ότι οι δολοφονίες δεν ήταν έργο ενός μόνο ατόμου, αλλά τουλάχιστον δύο.

Στις 7 Οκτωβρίου 2005, ο Gustafsson αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Κινήθηκε νομικά για αποζημίωση λόγω ψυχολογικής βλάβης και κατέληξε σε συμφωνία με το φινλανδικό κράτος για αποζημίωση ύψους 44.900 ευρώ.


Πηγή


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ