Πώς οι μεγιστάνες και οι μετακινήσεις με τα ιδιωτικά τους τζετ προκαλούν το 25% των εκπομπών αερίων

Η Greenpeace υπολόγισε το «κλιματικό χρέος» των υπερπλουσίων, και έφτασε στο συμπέρασμα ότι κάθε χρόνο αυτοί οι άνθρωποι προκαλούν ζημιές στο περιβάλλον μας αξίας 1 τρισ. δολαρίων (περίπου 865 δισ. ευρώ).

Οι υπερπλούσιοι που ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο με τα ιδιωτικά τους τζετ και γιοτ και θαυμάζονται για το πολυτελές lifestyle τους, συγκαταλέγονται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στην κλιματική κρίση που επιβαρύνει τον πλανήτη μας, όπως αποκαλύπτει μία νέα έρευνα.

Σύμφωνα με αυτήν, οι υπερπλούσιοι έχουν στην ιδιοκτησία τους εταιρείες και ιδιωτικά χρηματοοικονομικά και υλικά περιουσιακά στοιχεία -από εταιρείες παραγωγής πετρελαίου έως εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων- τα οποία εκπέμπουν ένα δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο των αερίων του θερμοκηπίου που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Έτσι, οι υπερπλούσιοι, ή αλλιώς το 1% των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου, παράγουν συνολικά το ένα τέταρτο των ετήσιων παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Η Greenpeace υπολόγισε το «κλιματικό χρέος» αυτών των ατόμων, και έφτασε στο συμπέρασμα ότι κάθε χρόνο οι υπερπλούσιοι προκαλούν ζημιές στο περιβάλλον μας αξίας 1 τρισ. δολαρίων (περίπου 865 δισ. ευρώ).

«Σε μια εποχή που οι άνθρωποι βρίσκονται όλο και περισσότερο αντιμέτωποι με αυξανόμενους λογαριασμούς ενέργειας, αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και αυξανόμενες κλιματικές επιπτώσεις, πολλοί αναρωτιούνται γιατί τα απλά νοικοκυριά πρέπει να επωμίζονται τόσο μεγάλο μέρος του βάρους, ενώ μερικοί από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου συνεχίζουν να κερδίζουν από τις ίδιες βιομηχανίες που μας οδηγούν σε αυτήν την κρίση», δήλωσε η Κλάρα Τόμσον, επικεφαλής της παγκόσμιας εκστρατείας για τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα στη Greenpeace International, στον Guardian.

Η Greenpeace εκτιμά ότι το 1% των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου είναι υπεύθυνο για περίπου το 40% του συνόλου των ετήσιων παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που βασίζονται στην «ιδιοκτησία» – δηλαδή, των εκπομπών που παράγονται από επιχειρήσεις και συνδέονται με ιδιωτικά χρηματοοικονομικά και φυσικά περιουσιακά στοιχεία – οι οποίες από την πλευρά τους, παράγουν το 60% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Μέσα σε αυτή την ομάδα των υπερπλουσίων, αυτοί που βρίσκονται στο 0,1% αντιπροσωπεύουν το περίπου 17% των εκπομπών που βασίζονται στην «ιδιοκτησία», και το κορυφαίο 0,01% αντιπροσωπεύει περίπου το 9%.

Αντίθετα, όσοι βρίσκονται στο κατώτερο μισό των πλουσίων του πληθυσμού παγκοσμίως αντιπροσωπεύει μόλις το 3% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που βασίζονται στην «ιδιοκτησία».

Έτσι, η Τόμσον εξηγεί ότι η κατανάλωση αντιπροσωπεύει ένα μικρότερο μέρος της ρύπανσης από ό,τι η ιδιοκτησία μεγάλων εταιρειών.

«Το θέμα των αερίων του θερμοκηπίου που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη δεν αφορά μόνο τα ιδιωτικά τζετ και τον πολυτελή τρόπο ζωής αυτών των ατόμων. Οι ιδιοκτησίες τους έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία από την κατανάλωση», εξήγησε η Τόμσον. «Για χρόνια, οι περιβαλλοντολόγοι εστίαζαν στους καταναλωτές. Όμως, η νέα μας έρευνα υποδηλώνει ότι θα πρέπει να δίνουμε πολύ μεγαλύτερη προσοχή στο τι κατέχουν και σε τι επενδύουν [οι άνθρωποι]».

Η Τόμσον πρότεινε την φορολογία των περιουσιών ως έναν τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος. «Το κλιματικό χρέος αφορά την ευθύνη», είπε η Τόμσον. «Πρέπει να συμφωνήσουμε ότι όσοι συνέβαλαν περισσότερο στο πρόβλημα πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερο στην επίλυσή του. Έτσι δεν είναι;».

Μεγάλες τράπεζες και άλλοι χρηματοοικονομικοί επενδυτές επένδυσαν 900 δισ. δολάρια σε ορυκτά καύσιμα πέρυσι, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, παρά τις υποσχέσεις που έδωσαν πολλοί ότι θα περιοριστούν τέτοιες επενδύσεις.

Κράτη από όλο τον κόσμο, με εξαίρεση τις ΗΠΑ, έχουν συγκεντρωθεί στη Βόννη της Γερμανίας για να πραγματοποιήσουν δύο εβδομάδες συνομιλιών εν όψει της Συνόδου Κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα, Cop31, η οποία θα διεξαχθεί τον Νοέμβριο.

Ένα από τα θέματα που πιθανότατα θα συζητηθεί περισσότερο είναι οι ρυθμίσεις για μια «δίκαιη μετάβαση» που θα βοηθήσει τους εργαζόμενους που επηρεάζονται από τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στην οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.


Πηγή


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ