Ο 69χρονος, ο οποίος από την πρώτη στιγμή αρνείται τις κατηγορίες, οδηγήθηκε στη φυλακή
Στη φυλακή οδηγείται 69χρονος που κατηγορείται για τη σεξουαλική κακοποίηση 14χρονου αγοριού με βαριά νοητική υστέρηση, στη Ρόδο, μετά την απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου να διατάξει την προσωρινή κράτησή του.
Η υπόθεση παίρνει πλέον νέα τροπή, καθώς οι δικαστές έκριναν ότι οι ενδείξεις εις βάρος του κατηγορουμένου είναι ιδιαίτερα σοβαρές και ότι κανένα ηπιότερο μέτρο δεν αρκεί για να αποτρέψει τον κίνδυνο τέλεσης νέων αδικημάτων.
Το Δικαστικό Συμβούλιο ήρε τη διαφωνία ανάμεσα στον Α’ Τακτικό Ανακριτή και την Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών υπέρ της θέσης της τελευταίας, διατάσσοντας την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου.
Ο 69χρονος συνελήφθη ήδη από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου.
Πώς έφτασε η υπόθεση στο Συμβούλιο
Η διαφωνία είχε προκύψει αμέσως μετά την απολογία του κατηγορουμένου, στις 5 Ιουνίου 2026. Ο Α’ Τακτικός Ανακριτής έκρινε τότε ότι για την εξυπηρέτηση των σκοπών του νόμου αρκούσε η επιβολή περιοριστικών όρων, εκτιμώντας πως δεν συνέτρεχε λόγος στέρησης της ελευθερίας. Η Αντεισαγγελέας διατύπωσε εκ διαμέτρου αντίθετη γνώμη, υποστηρίζοντας ότι κανένας όρος δεν μπορεί να εξουδετερώσει τον κίνδυνο τέλεσης νέων εγκλημάτων σε βάρος ανηλίκων.
Καθώς οι δύο λειτουργοί δεν συνέκλιναν, η υπόθεση παραπέμφθηκε, όπως προβλέπεται, στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Η εισαγγελική λειτουργός εισήγαγε την πρότασή της ζητώντας να αρθεί η διαφωνία υπέρ της δικής της θέσης. Το συμβούλιο, αξιολογώντας το σύνολο του υλικού, υιοθέτησε τελικά την επιχειρηματολογία της, όπως μεταδίδει η «Δημοκρατική».
Τα επιχειρήματα που έκριναν την έκβαση
Στην πρότασή της, η Αντεισαγγελέας είχε υποστηρίξει ότι από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής μόνο σε βάρος του 69χρονου και όχι σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου, ενός 60χρονου. Είχε μάλιστα επισημάνει ότι ο ίδιος ο Ανακριτής, αφήνοντας ελεύθερο τον 60χρονο χωρίς κανέναν όρο, αποδέχθηκε εμμέσως πως ο δεύτερος δεν φέρει ευθύνη, στοιχείο που κατά την κρίση της ενίσχυε την εικόνα ότι ο φερόμενος ως δράστης είναι ο σύντροφος της μητέρας.
Καθοριστική θέση στην επιχειρηματολογία είχε καταλάβει η σύνδεση ανάμεσα στο έγκαυμα του χεριού και στη φερόμενη ασέλγεια. Σύμφωνα με την πρόταση, ο ανήλικος ταύτισε το πρόσωπο που τον κακοποίησε σεξουαλικά με εκείνο που του προκάλεσε το έγκαυμα από τσιγάρο, πράξη που ο 69χρονος παραδέχεται, αποδίδοντάς την ωστόσο σε ατύχημα λόγω της υπερκινητικότητας του παιδιού. Η αποδοχή αυτή, κατά την εισαγγελική λειτουργό, στρεφόταν εις βάρος του, καθώς με βάση την κατάθεση του παθόντος το πρόσωπο που τον έκαψε και το πρόσωπο που τον «πείραξε» ταυτίζονταν.
Βάρος είχε δοθεί και στον τόπο όπου ο ανήλικος τοποθετούσε τις πράξεις. Επρόκειτο για χώρους της κατοικίας στους οποίους ακώλυτη παρουσία είχε ο 69χρονος, ο οποίος είχε μετοικήσει μαζί με την οικογένεια μόλις τον τελευταίο μήνα. Αντίθετα, η παρουσία του 60χρονου, που κατονομάστηκε μία μόνο φορά από το παιδί, ήταν περιορισμένη τοπικά και χρονικά.
Ως προς το ίδιο το μέτρο, η Αντεισαγγελέας είχε τονίσει ότι ο σοβαρός κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων δεν μπορεί να αποκλειστεί με κανέναν όρο. Είχε υποστηρίξει ότι ούτε η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα ούτε η υποχρέωση εμφάνισης στο αστυνομικό τμήμα αναιρούν την ελευθερία του κατηγορουμένου και, κατ’ επέκταση, τη δυνατότητα να επαναλάβει ανάλογες πράξεις.
Είχε σημειώσει ακόμη ότι η απαγόρευση προσέγγισης του συγκεκριμένου ανηλίκου είναι πλέον άνευ αντικειμένου, καθώς το παιδί διαμένει με την ενήλικη αδελφή του και τελεί υπό την πλήρη εποπτεία της, ενώ είχε κρίνει ανεξέλεγκτη οποιαδήποτε απαγόρευση συναναστροφής με άλλους ανηλίκους, αναφέροντας πως στο οικογενειακό περιβάλλον του κατηγορουμένου υπάρχουν τουλάχιστον δύο ανήλικα εγγόνια.
Το χρονικό της υπόθεσης
Η αφετηρία της υπόθεσης ανάγεται στον Μάιο του 2022, όταν σε περιβάλλον ειδικού σχολείου εντοπίστηκε τραύμα στο δεξί χέρι του παιδιού, το οποίο αρχικά αποδόθηκε σε στάχτη τσιγάρου του συντρόφου της μητέρας. Η αναφορά οδήγησε σε κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, στο πλαίσιο της οποίας εξετάστηκαν ως μάρτυρες οι εκπαιδευτικοί, η μητέρα και ο ίδιος ο ανήλικος, που υποβλήθηκε και σε ιατρικές εξετάσεις.
Η ιατροδικαστική εξέταση κατέγραψε εγκαυματικές περιοχές, εκδορές καθώς και ευρήματα που χαρακτηρίστηκαν συμβατά με πρόσφατη γενετήσια προσβολή, εικόνα που επιβεβαιώθηκε και από τη μεταγενέστερη ιατρική εξέταση. Ο ανήλικος, που πάσχει από βαριά νοητική υστέρηση με ποσοστό αναπηρίας 67%, εξετάστηκε με τη συνδρομή πραγματογνώμονα ψυχολόγου, όπως προβλέπεται για τα ανήλικα θύματα.
Παρά τις σοβαρές δυσκολίες επικοινωνίας, το παιδί κατέδειξε με απλοϊκές προτάσεις τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο της φερόμενης κακοποίησης, καθώς και ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά του προσώπου που το έβλαψε. Περιέγραψε έναν άνδρα κοντό, με σκούρα μαλλιά, στοιχεία που κατά την εισαγγελική πρόταση αντιστοιχούν στον 69χρονο και όχι στον 60χρονο, ο οποίος είναι αισθητά ψηλότερος και έχει λευκά μαλλιά.
Στο ιστορικό περιλαμβανόταν και η αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού τις εβδομάδες πριν την καταγγελία. Ο ανήλικος ζητούσε επίμονα τη συνεχή παρουσία εκπαιδευτικού δίπλα του, δυσανασχετούσε όταν επρόκειτο να επιστρέψει στην κατοικία όπου είχε πρόσφατα μετοικήσει και εκδήλωνε γενικότερη αποδοκιμασία προς το πρόσωπο της μητέρας του. Η μητέρα, η οποία κρίθηκε ακατάλληλη από τις κοινωνικές υπηρεσίες, δεν διατηρούσε ουσιαστική επαφή με τον γιο της, ενώ το παιδί τελούσε σε πένθος για τον πρόσφατο θάνατο του βιολογικού του πατέρα.
Κομβικό ζήτημα της υπόθεσης υπήρξε ο ρόλος της ψυχολόγου. Η εισαγγελική λειτουργός είχε δεχθεί ότι το αξιόπιστο μέρος της μαρτυρίας είναι πως κάποιος άνδρας ασέλγησε επί του παιδιού και πως στο άμεσο περιβάλλον του ασκούνταν βία, σημειώνοντας ωστόσο ότι η ψυχολόγος δεν προσδιόρισε με βεβαιότητα την ταυτότητα του δράστη, καθώς δεν είχε ενώπιόν της τους κατηγορουμένους. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εδραζόταν η διάσταση με τον Ανακριτή, ο οποίος είχε υιοθετήσει την ασαφή αυτή τοποθέτηση και είχε αναγνωρίσει αοριστία στην κατάθεση του παθόντος. Το Συμβούλιο, ωστόσο, στάθηκε στη συνολική εικόνα και έκρινε ότι οι ενδείξεις στρέφονταν κατά του 69χρονου.
Ο 69χρονος αρνείται τα πάντα
Ο 69χρονος αρνείται κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή στις πράξεις που του αποδίδονται. Συνήγορος υπεράσπισής του είναι ο κ. Σπύρος Σαλαμαστράκης. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι το έγκαυμα προέκυψε από ατύχημα, καθώς το παιδί, λόγω της έντονης κινητικότητάς του, ήρθε ξαφνικά σε επαφή με αναμμένο τσιγάρο που εκείνος κρατούσε.
Υποστηρίζει επιπλέον ότι ουδέποτε βρέθηκε μόνος με τον ανήλικο, επικαλούμενος και το μικρό εμβαδόν της κατοικίας, που επέβαλλε τη διαρκή παρουσία της μητέρας, ενώ παραπέμπει σε εργαστηριακή έκθεση σύμφωνα με την οποία δεν εντοπίστηκε γενετικό του υλικό.
Εις βάρος του 69χρονου ασκήθηκε ποινική δίωξη για κατάχρηση ανίκανου προς αντίσταση σε γενετήσια πράξη κατ’ εξακολούθηση, για γενετήσιες πράξεις με ανήλικο κατ’ εξακολούθηση και για σωματική βλάβη αδύναμου ατόμου κατ’ εξακολούθηση.


