Μια τρομερή επιδημία χολέρας θέρισε τους έγκλειστους, με αποτέλεσμα 7.000 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους μέσα σε λίγους μήνες
Το απομονωμένο νησί Ασινάρα στις ακτές της Σαρδηνίας, στην Ιταλία, άλλοτε τόπος εξορίας, στρατοπέδων συγκέντρωσης και φυλακών υψίστης ασφαλείας, έχει μεταμορφωθεί σήμερα σε έναν επίγειο μεσογειακό παράδεισο.
Το ημερολόγιο έγραφε 1997 όταν οι βαριές πόρτες των φυλακών έκλεισαν οριστικά. Από εκείνη τη στιγμή, η Ασινάρα άφησε πίσω της ένα σκοτεινό παρελθόν γεμάτο κρατούμενους πολέμου και διαβόητους μαφιόζους, για να ανακηρυχθεί σε εθνικό δρυμό.
Από την καραντίνα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
Η αρχή της απομόνωσης για το νησί τοποθετείται στο μακρινό 1885. Τότε η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να δημιουργήσει έναν σταθμό καραντίνας για πλοία που έφταναν από άλλες ηπείρους, με στόχο την πρόληψη μολυσματικών ασθενειών. Η απόφαση αυτή συνοδεύτηκε από τον βίαιο εκτοπισμό περίπου 500 μόνιμων κατοίκων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να ιδρύσουν ένα νέο χωριό, το Στιντίνο, στην απέναντι πλευρά της Σαρδηνίας.
Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο άγρια το 1915. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ασινάρα μετατράπηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, δεχόμενη 24.000 Αυστροούγγρους αιχμαλώτους.

Μια τρομερή επιδημία χολέρας θέρισε τους έγκλειστους, με αποτέλεσμα 7.000 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους μέσα σε λίγους μήνες. Σήμερα, το αυστροουγγρικό οστεοφυλάκειο που χτίστηκε το 1936 στέκει εκεί για να θυμίζει τις ομαδικές ταφές εκείνης της περιόδου, την ίδια ώρα που η ιστορία του νησιού σημαδευόταν και από τη μεταφορά 300 μελών της αιθιοπικής ελίτ το 1937, ανάμεσα στα οποία βρισκόταν και η πριγκίπισσα Ρομανεγουόρκ.
Η εποχή της Μαφίας και η επιστροφή της άγριας ζωής
Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, το ιταλικό κράτος χρησιμοποίησε την Ασινάρα ως το απόλυτο οχυρό εναντίον της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος. Εδώ απομονώθηκαν οι ηγέτες των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ενώ το 1985 οι δικαστές Τζοβάνι Φαλκόνε και Πάολο Μπορσελίνο κατέφυγαν στο νησί για να συντάξουν το ιστορικό κατηγορητήριο της «Μάξι Δίκης» κατά της Κόζα Νόστρα. Κι όμως, από αυτό το απόρθητο κάστρο, όπου ίσχυσε το σκληρό καθεστώς απομόνωσης 41-bis για αρχηγούς της μαφίας όπως ο Σαλβατόρε Ριίνα, μόνο ένας κατάφερε να αποδράσει: ο Ματέο Μπόε το 1986 με τη βοήθεια ενός ταχύπλοου.
Η πολυετής απαγόρευση πρόσβασης στο κοινό είχε μια απροσδόκητη συνέπεια. Δημιούργησε ένα από τα πιο παρθένα θαλάσσια οικοσυστήματα στη Μεσόγειο, μακριά από την υπεραλίευση και τον μαζικό τουρισμό.

Σύμφωνα με τους ντόπιους οδηγούς, οι επισκέπτες που φτάνουν σήμερα με το φέρι από το Πόρτο Τόρες αντικρίζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Τα σπάνια αλμπίνο γαϊδουράκια, που αποτελούν ιθαγενές είδος υπό εξαφάνιση, περιφέρονται ελεύθερα ανάμεσα στα σκουριασμένα κάγκελα των παλιών κελιών και τους θάμνους αρκεύθου.

Στον βυθό, η φύση έχει κυριεύσει ακόμα και το ναυάγιο του πολεμικού πλοίου Sogliola που βυθίστηκε το 1943, μετατρέποντάς το σε έναν ζωντανό ύφαλο γεμάτο στείρες και μπαρακούντα.


