Το τέλος του Τσάρου Νικολάου Β’: Πώς σφαγιάστηκε όλη η οικογένεια με πυροβόλα και ξιφολόγχες

Τα ξημερώματα της 17ης Ιουλίου 1918, η τελευταία τσαρική οικογένεια της Ρωσίας, αιχμάλωτη από τους Μπολσεβίκους, μεταφέρθηκε σε ένα υπόγειο, μαζί με τους υπηρέτες , ακόμη και με τα κατοικίδιά τους – Εκτελέστηκαν όλοι

Ο Νικόλαος ο Β’ ανέβηκε στον τσαρικό θρόνο στα 26 του, παντρεύτηκε με την Αλεξάνδρα, εγγονή της βασίλισσας Βικτώριας, στις 26 Νοεμβρίου 1894.

Σχεδόν αμέσως συνειδητοποίησαν ότι αυτός ο αιώνιος αναποφάσιστος δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων για να κυβερνήσει μια χώρα σε κοινωνικό αναβρασμό έτοιμη να εκραγεί.

tsaros.jpg

Το ζευγάρι απέκτησε πέντε παιδιά: η Όλγα, 22 ετών, ήταν η μεγαλύτερη. Ήταν ντροπαλή και υποχωρητική, και είχε κληρονομήσει τον χαρακτήρα του πατέρα της. Η Τατιάνα, 21 ετών, ήταν η πιο κοντά στη μητέρα της. Και οι δύο υπηρέτησαν ως νοσοκόμες κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Μαρία, 20 ετών, ένα κορίτσι με όμορφα μπλε μάτια, καθώς δεν είχε την ηλικία να γίνει νοσοκόμα όπως οι αδελφές της, επισκεπτόταν τους τραυματίες στρατιώτες. Ακολουθούσε η αδάμαστη Αναστασία, 17 ετών, εξωστρεφής και επαναστατική, και ο γιος Αλεξέι, 13 ετών, το κακομαθημένο παιδί των αδελφών. Λίγο μετά τη γέννησή του, διαγνώστηκε με αιμοφιλία, μια ασθένεια που του μεταδόθηκε από τη μητέρα του.

Ο τσάρος συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 1917 κατά την επιστροφή του από επίσκεψη στα στρατεύματα που πολεμούσαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Μάρτιο αναγκάστηκε να παραιτηθεί, δίνοντας τέλος σε μία βασιλεία που σημαδεύτηκε από έντονες κοινωνικές διαμαρτυρίες, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε μετατραπεί σε αντιδημοφιλή προσωπικότητα λόγω της αναποτελεσματικής διακυβέρνησής του, επειδή είχε εμπλέξει τη χώρα σε έναν πόλεμο και επειδή αρνήθηκε να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις που όλοι απαιτούσαν.

Με τους Μπολσεβίκους να κατέχουν την εξουσία, η βασιλική οικογένεια είχε κρατηθεί στο Παλάτι του Αλεξάνδρου και στη συνέχεια φυλακιστεί στο παλιό σπίτι του κυβερνήτη στο Τομπόλσκ της Σιβηρίας, όπου απολάμβαναν μια ελεγχόμενη ελευθερία. Ωστόσο, ενόψει της προέλασης των αντεπαναστατών, αποφάσισαν να τους μεταφέρουν σε πιο ασφαλές μέρος.

Family Nicholas II of Russia, 1914

Ο τσάρος Νικόλαος Β’ με τη σύζυγό του και τα παιδιά τους

Color by Klimbim All the images colored by me can be downloaded for free for any purposes but commercial. THESE MATERIALS CANNOT

Στις 30 Απριλίου έφτασαν με τρένο στην Αικατερινούπολη.

Από το μνημειώδες Παλάτι του Αλεξάνδρου —το οποίο η Μεγάλη Αικατερίνη είχε διατάξει να χτιστεί για τον αγαπημένο εγγονό της και το οποίο διέθετε τις τελευταίες τεχνολογικές καινοτομίες, όπως ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνο, κινηματογραφική αίθουσα και υδραυλικό ασανσέρ, ο εκθρονισμένος τσάρος αρκέστηκε στο σπίτι που ανήκε στον μηχανικό Νικολάι Ιπατίεφ και διέθετε τέσσερα μεγάλα δωμάτια, καθώς και ένα υπνοδωμάτιο, μια τραπεζαρία, ένα σαλόνι για δεξιώσεις και ένα μπάνιο.

Στον Ιπατίεφ, στα τέλη Απριλίου του 1918, είχε δοθεί εντολή να εκκενώσει το σπίτι, όπου ζούσε με την οικογένειά του στον επάνω όροφο, ενώ στο ισόγειο βρισκόταν ο χώρος εργασίας του.

Οι Μπολσεβίκοι περικύκλωσαν την κατοικία με ένα διπλό ξύλινο φράχτη τόσο ψηλό που κάλυπτε τα παράθυρα του πρώτου ορόφου, ενώ στα γειτονικά σπίτια είχαν τοποθετηθεί άνδρες με πολυβόλα που φρουρούσαν την περιοχή.

Στη βασιλική συνοδεία ανήκε ο 53χρονος γιατρός Γιεβγένι Μπότκιν, ο οποίος από το 1908 ήταν ο γιατρός της αυλής και καθηγητής στην Ιατρική Ακαδημία. Η σύζυγός του, Όλγα τον εγκατέλειψε το 1910 για χάρη του δασκάλου γερμανικών των παιδιών τους.

Υπήρχε επίσης η προσωπική βοηθός της τσαρίνας, η 40χρονη Άννα Ντεμίντοβα, μια δασκάλα που γνώριζε διάφορες γλώσσες και έπαιζε πιάνο, η οποία το 1901 είχε προσληφθεί ως καμαριέρα· Ο Ιβάν Χαριτόνοφ, 48 ετών, ήταν επικεφαλής της αυτοκρατορικής κουζίνας, όπου είχε εισέλθει ως μαθητευόμενος το 1888, και ο Λετονός Αλεξέι Τρουπ, 61 ετών, υπηρέτης του τσάρου. Ο επικεφαλής των δεσμοφυλάκων ήταν ο Αλεξάντερ Αβντέεφ, ο οποίος δεν τους κακομεταχειριζόταν, αλλά τους έκλεβε.

Όταν η σχέση μεταξύ των αιχμαλώτων και των δεσμοφυλάκων είχε φτάσει σε ένα βαθμό οικειότητας, αποφασίστηκε η αντικατάστασή τους.

Ο Αβντέεφ αντικαταστάθηκε από τον αδιάλλακτο Γιάκοφ Γιούροφσκι, ο οποίος επέλεξε μια ομάδα ξένων δεσμοφυλάκων, και το καθεστώς έγινε πιο αυστηρό. Η βασιλική οικογένεια αγνοούσε τι συνέβαινε έξω από τον χώρο της κράτησής της, ειδικά τις προσπάθειες των Λευκών Ρώσων να τη διασώσουν. Σύντομα, οι συγκρούσεις με τους Μπολσεβίκους είχαν φτάσει στα περίχωρα του Εκατερίνμπουργκ.

Όταν μια ομάδα αξιωματικών του Λευκού Στρατού έφτασε στις πύλες της πόλης, υπήρξε ο φόβος ότι θα γινόταν επίθεση. Μπροστά σε αυτό το σκηνικό, το μπολσεβίκικο Σοβιέτ των Ουραλίων αποφάσισε να εκτελέσει τον τσάρο, την οικογένειά του και τους πιστούς συνοδούς τους.

Συμφώνησαν για τον τρόπο με τον οποίο θα το έκαναν και για το πώς θα διαχειριστούν τα λείψανα, ώστε να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Αποφάσισαν ότι θα τους σκότωναν στο υπόγειο του σπιτιού και ότι τα πτώματα θα αποτεφρώνονταν και θα θάβονταν σε μυστικό μέρος.

Στις 15 Ιουλίου η μπολσεβίκικη επιτροπή, σε μια ταχεία διαδικασία, υπέγραψε τις θανατικές ποινές και κοινοποίησε, μέσω τηλεγραφήματος, την απόφαση αυτή στη Μόσχα.

Το υπόγειο, διαστάσεων περίπου έξι επί πέντε μέτρων, έπρεπε να καθαριστεί από τα άχρηστα αντικείμενα, και άφησαν μόνο τρεις καρέκλες.

Στην είσοδο τοποθέτησαν φρουρά από Λετονούς και Ούγγρους στρατιώτες. Αποφασίστηκε να εκτελεστούν εκείνη τη νύχτα. Όταν κοιμόντουσαν, γύρω στη μία τα ξημερώματα της 17ης Ιουλίου, ο Γιούροφσκι διέταξε τον γιατρό Μπότκιν να τους ξυπνήσει. Τους είπαν να ντυθούν, καθώς θα μεταφέρονταν σε άλλο μέρος. Τους περίμενε ένα απόσπασμα εννέα ανδρών οπλισμένων με τουφέκια, πιστόλια και λευκά όπλα. Μόλις έφτασαν στο υπόγειο, ο τσάρος έβαλε τον γιο του, μισοκοιμισμένο, σε μία από τις καρέκλες. Ο ίδιος κάθισε δίπλα του και από την άλλη πλευρά στάθηκε ο γιατρός. Οι υπόλοιποι παρέμεναν όρθιοι πίσω, ακουμπισμένοι στον τοίχο.

Tsar-Nicholas-2.jpg

Ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας εμφανίζεται με επίσημη στολή σε αυτή την αχρονολόγητη φωτογραφία γύρω στο 1914

AP/Aρχείου

Ξαφνικά, ο Γιουρόφσκι αναφώνησε: «Νικολάι Αλεξάνδροβιτς, με απόφαση του περιφερειακού Σοβιέτ των Ουραλίων, καταδικάστηκες σε θάνατο».

Ο Νικολάι προσπάθησε να πει κάτι και ο ίδιος ο Γιουρόφσκι τον πυροβόλησε με το πιστόλι του στο κεφάλι και στο στήθος. Ήταν 50 ετών. Αμέσως ξέσπασαν ριπές πυρών που φαινόταν να μην έχουν τέλος, προκαλώντας έντονο καπνό στον χώρο. Μετά από αυτές τις πρώτες ριπές, οι στρατιώτες ανακάλυψαν ότι αρκετοί είχαν μείνει ζωντανοί.

Το γεγονός είναι ότι οι γυναίκες είχαν ράψει πολύτιμους λίθους στα ρούχα τους, και υπέθεσαν ότι αυτοί ήταν που σταμάτησαν μερικές σφαίρες. Οι στρατιώτες αποφάσισαν να τους αποτελειώσουν με μαχαίρια και ξιφολόγχες. Η Ντεμίντοβα, που είχε πάρει μαζί της δύο μαξιλάρια στα οποία έκρυβε τα βασιλικά κοσμήματα, κάλυψε τον εαυτό της με αυτά. Λόγω των χτυπημάτων, έχασε τις αισθήσεις της και όταν συνήλθε, ευχαρίστησε τον Θεό που ήταν ζωντανή. Οι εκτελεστές την αποτελειώσαν με μαχαιριές και ξιφολόγχες. Άνοιξαν την πόρτα και το παράθυρο του υπογείου για να καθαρίσει ο χώρος από τον έντονο καπνό των πυροβόλων όπλων.

Ελέγχθηκαν τα πτώματα αναζητώντας τα κοσμήματα και άλλα προσωπικά αντικείμενα αξίας. Ούτε τα κατοικίδια της βασιλικής οικογένειας γλίτωσαν.

Τα πτώματα γδύθηκαν και μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό ενός ορυχείου, το οποίο προσπάθησαν να ανατινάξουν με χειροβομβίδες, χωρίς όμως επιτυχία. Στη συνέχεια, τα μετέφεραν στο δάσος του Κοπτιάκι, όπου αποτεφρώθηκαν και θάφτηκαν. Στο δρόμο έθαψαν τον Αλεξέι και τη Μαρία. Για χρόνια, οι αρχές δεν επιβεβαίωσαν τους θανάτους τους και η υπόθεση ήταν ταμπού στη σταλινική Ρωσία.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 εντόπισαν τον τάφο, αλλά για την εκταφή των λειψάνων έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 1991, όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. Το 1998 θάφτηκαν στον καθεδρικό ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στην Αγία Πετρούπολη, την τελευταία κατοικία των τσάρων, και το 2000 η Ορθόδοξη Εκκλησία ανακήρυξε αγίους όλη τη βασιλική οικογένεια.

Μια γυναίκα που εμφανίστηκε στο Βερολίνο τη δεκαετία του ’20, ισχυρίστηκε ότι ήταν η Αναστασία, η οποία είχε καταφέρει να ξεφύγει από τη σφαγή. Όταν όμως μετά από χρόνια τα λείψανα ταυτοποιήθηκαν η θεωρία κατέρρευσε. Όταν συμπληρώθηκαν τα 60 χρόνια από τη Ρωσική Επανάσταση, το σπίτι των Ιπατίεφ κατεδαφίστηκε κατόπιν εντολής του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος και το 2000 ανεγέρθηκε στη θέση του η Εκκλησία «Πάνω στο Αίμα» στη μνήμη όλων των Αγίων της Ρωσίας.

Η Αικατερινούπολη, μεταξύ 1924 και 1991, ονομαζόταν «Γιάκοφ Σβερντλόφ», από το όνομα του μπολσεβίκου ηγέτη που είχε μείνει στην ιστορία ως αυτός που διέταξε τη δολοφονία του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας.


Πηγή