Ο εμπορικός πόλεμος και το ριψοκίνδυνο στοίχημα των επενδυτών

Τα σοκ στις αγορές συνήθως προκαλούνται μετά από μακρά περίοδο σταδιακής αύξησης των πιέσεων, γνωστής και ως σύνδρομο του «βρασμένου βατράχου».

Οι υπερβολές στις αγορές πίστωσης και κατοικίας συσσωρεύονταν ήδη από το 2005, για παράδειγμα, αλλά οι επενδυτές συνέχιζαν να αρμέγουν τις αγορές για λίγο υψηλότερες αποδόσεις.

Για περισσότερο από έναν χρόνο η επιδείνωση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα έχει προσφέρει πεδίο δράσης στους επενδυτές. Επιβλήθηκαν δασμοί εκατέρωθεν και ενώ οι αγορές σε καμία περίπτωση δεν απόλαυσαν τις αναταράξεις, οι βουτιές που ακολούθησαν στις μετοχές και στα ομόλογα ήταν περιορισμένες και πρόσφεραν ευκαιρίες για αγορές.

Οι επενδυτές συνεχίζουν να πιστεύουν ότι ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η Κίνα θέλουν να διαλύσουν την παγκόσμια οικονομία και να πυροδοτήσουν μια υπερβολικά αρνητική αντίδραση στις αγορές. Διατηρούν επίσης την πεποίθηση ότι η Κίνα θα κρατήσει τις πολιτικές τόνωσης και ότι οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες θα συνεχίσουν να προσφέρουν στηρίζουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, και τα εταιρικά κέρδη, μέχρι το δεύτερο μισό του έτους.

Οι μαζικές πωλήσεις της περασμένης εβδομάδας πρέπει να ερμηνευτούν υπό το ευρύτερο πρίσμα ότι ο δείκτης μετοχών MSCI All World έχει διολισθήσει μόλις 4,5% από το υψηλό του περασμένου Απριλίου και παραμένει 10% υψηλότερα από την αρχή του έτους.

Αλλά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, υπό τη σταθερή άνοδο των εμπορικών εντάσεων μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, ο δείκτης MSCI World Index έχει μείνει σχετικά αμετάβλητος, με τους αμυντικούς τομείς να υπεραποδίδουν, μια τάση η οποία έχει ενισχυθεί τον τελευταίο μήνα.

H αρνητική πλευρά αυτής της εναλλαγής είναι η πίεση στις αναδυόμενες αγορές και στους τομείς που επηρεάζονται από το εμπόριο, με τους παραγωγούς μικροεπεξεργαστών για παράδειγμα να καταγράφουν μια διψήφια πτώση κατά τη διάρκεια του Μαϊου. Με βάση αυτό το μέτρο, ο βάτραχος έχει αρχίσει να ζεσταίνεται.

Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι καθώς η Κίνα και οι ΗΠΑ ανεβάζουν την ένταση στις εμπορικές διαπραγματεύσεις, η κόντρα μπορεί να κλιμακωθεί επικίνδυνα και σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη στιγμή για την παγκόσμια οικονομία.

Οι ΗΠΑ και άλλες χώρες έχουν επί μακρόν καταγγείλει, και ορθά, την περιφρόνηση που επιδεικνύει η Κίνα στις εμπορικές συμφωνίας και την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας από άλλες εταιρείες. Το πέρασμα από την επιβολή δασμών στο μπλόκο της κινεζικής τεχνολογίας μέσω της Huawei και άλλων εταιρειών αντανακλά μια σημαντική μετατόπιση, η οποία είναι ανησυχητική για τις αγορές.

Εταιρείες οι οποίες έχουν ωφεληθεί από τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και την τεχνολογική πρόοδο μπορεί να αναγκαστούν να αλλάξουν ριζικά το επιχειρηματικό τους μοντέλο. Είναι ένα ενδεχόμενο με το οποίο είναι αντιμέτωποι οι επενδυτές. Αν και αναμένεται να είναι μια βραχυπρόθεσμη αναταραχή, τούτο σημαίνει έναν πιο αδύναμο ρυθμό αύξησης των κερδών και σε μια στιγμή όπου ο επιχειρηματικός κύκλος έχει εισέλθει σε ευαίσθητη περίοδο, εν μέσω πιέσεων από αυξανόμενα κόστη όπως αυτά των μισθών.

O Άντριου Μίλιγκαν, επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής στην Aberdeen Standard Investments, υποστηρίζει ότι υπάρχει αυξανόμενη πιθανότητα οι επενδυτές να έρθουν αντιμέτωποι με έναν κόσμο όπου «το υψηλότερο πολιτικό premium πρέπει να αποτιμηθεί στο outlook των εταιρικών κερδών».

Δύσκολα θα βοηθούσε την κατάσταση μια στροφή προς διαφορετικά τεχνολογικά κινεζικά και αμερικανικά κριτήρια, μαζί με μια προώθηση εθνικών πρωταθλητών και από τις δύο χώρες, που θα οδηγούσε σε άνοδο των εμπορικών φραγμών στην παγκόσμια οικονομία.

Στη μέση βρίσκονται σαστισμένοι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας, του Καναδά και της Αυστραλίας, μαζί με τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Στο σημείο αυτό οι επενδυτές θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ότι υπάρχει ήδη ένα πρότυπο για το πόσο απαιτητικό θα μπορούσε να γίνει ένα τέτοιο είδος κόσμου. Το υπουργείο Δικαιοσύνης τα τελευταία χρόνια έχει κυνηγήσει ξένες τράπεζες για συναλλαγές όπως ο Ιράν, εντός ενός παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος στο οποίο κυριαρχεί το αμερικανικό δολάριο.

Ο Άλαν Ρούσκιν της Deutsche Bank θέτει ένα εύστοχο ερώτημα για όποιον πιστεύει και έχει επενδύσει στις αγορές με την πεποίθηση ότι η Κίνα και οι ΗΠΑ θα επιλύσουν τελικά τις διαφορές τους ή τουλάχιστον θα βρουν κοινό έδαφος. «Την ερχόμενη δεκαετία θα χρησιμοποιεί ο κινεζικός στρατός αμερικανικό λογισμικό και θα χρησιμοποιεί ο αμερικανικός στρατός συσκευές «made in China»;

Τα μέτρα κατά της Huawei μπορεί να είναι μια ακόμα διαπραγματευτικό χαρτί των «γερακιών» του Λευκού Οίκου. Πράγματι, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί την Πέμπτη ότι ο κινεζικός τηλεπικοινωνιακός κολοσσός μπορεί να είναι μέρος μιας εμπορικής συμφωνίας.

Με βάση το σενάριο αυτό, η ηρεμία που έχουν επιδείξει οι χρηματιστηριακές αγορές θα δικαιωθεί και οι επενδυτές θα επιστρέψουν στους υπολογισμούς για το αν μια πιο ισχυρή παγκόσμια οικονομία θα βοηθήσει να επεκταθεί ο τρέχον επιχειρηματικός κύκλος.

Όπως είναι ξεκάθαρο, η συνάντηση της G20 στο τέλος Ιουνίου θα αποτελέσει μια κρίσιμη στιγμή για τους επενδυτές ή όπως έχει πει ο κ. Ρούσκιν, «όχι τόσο όσον αφορά την επίτευξη συνολικής συμφωνίας, αλλά σχετικά με την πρόθεση του προέδρου Τραμπ να πάρει πίσω τα μέτρα κατά της Huawei μετά από συνάντηση με τον πρόεδρο Σι».

Οι επενδυτές προσπαθούν ήδη να καταλάβουν τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής, της στροφής προς τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, της ανόδου της τεχνητής νοημοσύνης, την αυξημένη χρήση των ρομπότ και της οικονομίας του διαμοιρασμού.

Μια κλιμάκωση της γεωπολιτικής μάχης για την τεχνολογία σημαίνει ότι πρέπει να σκεφτούν πιο εξονυχιστικά την έκθεση του χαρτοφυλακίου τους.

Του Michael Mackenzie

ΠΗΓΗ

Αφήστε ένα μήνυμα

Please enter your comment!
Please enter your name here