Δεν με θέλει το παιδί μου


Επιδιώκουμε ως γονείς να μας φοβούνται τα παιδιά μας. Αυτό ξεκινάει νωρίς, με τα πρώτα τους ξεσπάσματα και απαιτήσεις σπεύδουμε να τους δείξουμε ποιος είναι το «αφεντικό». Για να το καταφέρουμε αυτό, επιστρατεύουμε το φόβο. Μαλώματα, απειλές, εκβιασμοί, μούτρα, φωνές χρησιμοποιούνται, για να «μάθει το παιδί να φέρεται».

Γονιός-Παιδί: Σχέση ισχυρού-αδυνάτου
Τα παιδιά, ήδη βρίσκονται σε μία κατάσταση αδυναμίας, την οποία αναγνωρίζουν ασυνείδητα και υποτάσσονται. Ξέρουν ότι είναι μικρά και ανήμπορα και ότι η επιβίωσή τους εξαρτάται από εμάς, τους γονείς. Έτσι, με το φόβο ότι θα χάσουν την αγάπη και την φροντίδα μας, καταπνίγουν το θυμό και την απέχθεια τους και γίνονται «καλά παιδιά».

Τα μαθαίνουμε, λοιπόν, να μας φοβούνται νωρίς και όταν πια μεγαλώνουν και είναι ενήλικες, αναρωτιόμαστε γιατί δε θέλουν να έχουν επαφή μαζί μας, δεν μας εμπιστεύονται, δε μοιράζονται τα προβλήματα τους μαζί μας και έχουν μυστικά. Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί απλά, μας φοβούνται. Μπορεί αυτό πλέον να φαίνεται παράλογο και αφύσικο, γιατί είναι μεγάλοι άνθρωποι και δεν είναι πλέον παιδιά, όμως είναι εντελώς λογικό και αναμενόμενο. Δεν σημαίνει ότι επειδή μεγάλωσαν κι έγιναν ενήλικες, άλλαξε και η μεταξύ μας σχέση.

Πώς να αλλάξει το τοπίο
Για να αλλάξει η σχέση και να γίνει ισότιμη σχέση μεταξύ ενηλίκων χρειάζεται πρώτα οι γονείς να παραιτηθούν από τον ρόλο τους ως «το αφεντικό». Αυτό δεν είναι εύκολο, γιατί συνεπάγεται ότι θα αποχωριστούν ένα δυνατό τους όπλο. Αυτό της εξουσίας απέναντι στα παιδιά τους. Για να απομακρυνθεί ο φόβος και να δώσει τη θέση του στην εμπιστοσύνη και την αμοιβαία εκτίμηση, θα πρέπει οι γονείς πρώτα να παραδεχτούν και να εντοπίσουν την προβληματική συμπεριφορά τους και μετά να φροντίσουν για το χτίσιμο μιας νέας σχέσης με το παιδί τους. Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία και χρειάζεται οι γονείς να αναπροσαρμόσουν και να αναθεωρήσουν τις πεποιθήσεις και τις αντιλήψεις τους σχετικά με τη γονεϊκή σχέση. Είναι πολύ πιθανόν και οι ίδιοι να βρίσκονται σε μία τέτοια σχέση φόβου και συναισθηματικής απομάκρυνσης από τους δικούς τους (ηλικιωμένους και πιθανόν ανήμπορους πλέον) γονείς. Θεωρούν ότι την ενοχική αφοσίωση και προσκόλληση που έχουν προς αυτούς, δικαιούνται να τη λάβουν και από τα παιδιά τους. Πολλές φορές λένε: «Μα εγώ δεν είμαι σαν τους γέρους γονείς μου, είμαι ανοιχτόμυαλος και μοντέρνος άνθρωπος και τα παιδιά μου θα έπρεπε να μου μιλούν περισσότερο, να με βάζουν στη ζωή τους».

Είναι όμως έτσι; Πόσο έτοιμοι είναι άραγε να δεχτούν τις διαφορετικές επιλογές του παιδιού τους, τα κομμάτια του χαρακτήρα του που είναι διαφορετικά από αυτό που προσδοκούσαν. Πόσο μπορούν να το αγαπούν και να το αποδέχονται χωρίς όρους; Χωρίς «θα θελα», «θα ήταν καλό για σένα», «εσύ δεν ήσουν έτσι», «δεν το περίμενα ποτέ από σένα», «μπορείς περισσότερα», «σου αξίζουν καλύτερα», «ο δικός μου ο γιος/η κόρη δεν είναι για αυτά», «η οικογένειά μας δεν τα ανέχεται αυτά» και πολλά άλλα.

Ο εγκαθιδρυμένος φόβος μεγενθύνει το χάσμα
Η απομάκρυνση φυσική και συναισθηματική, η απόκρυψη, τα ψέματα θα έρχονται συνεχώς, γιατί υπάρχει ο φόβος. Το παιδί φοβάται ότι δεν είναι πλέον «καλό παιδί» και ότι ο γονιός, αν καταλάβει ποιο είναι πραγματικά, θα το απορρίψει. Η σχέση αυτή χρειάζεται πολλή δουλειά. Τα πράγματα δεν είναι αυτονόητα, ούτε υπάρχει κάποιος άγραφος νόμος πού να τα ορίζει. Όλες οι σχέσεις χρειάζονται, βέβαια, προσπάθεια και από τα δύο μέρη. Στην πιο πάνω περίπτωση, όμως, ο γονιός φαίνεται ως ο κύριος υπεύθυνος, αφού έβαλε πρώτος και μονομερώς τους δικούς του όρους, εκμεταλλευόμενος τη φυσική θέση εξουσίας του πάνω στο ανήμπορο μικρό παιδί του, με το πρόσχημα της ανατροφής.

Δεν πρόκειται να υπάρχει ποτέ ο τέλειος γονιός. Ο «αρκετά καλός γονιός» (για να παραφράσουμε τον Winnicot) είναι το ζητούμενο. Λάθη θα γίνονται πάντοτε μέσα στη γονεϊκή σχέση. Η διόρθωσή τους, όμως, είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη και υποχρέωση του γονιού. Το παιδί θα ακολουθήσει το παράδειγμα του γονιού, θα ανοιχτεί και θα συμμετέχει σε μία ώριμη και ενήλικη σχέση.

ΠΗΓΗ


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ