ΗΠΑ και Ιράν παίζουν με το «Κουτί της Πανδώρας»

Οι επιθέσεις στον Κόλπο του Ομάν κατά ενός νορβηγικού και ενός ιαπωνικού πετρελαιοφόρου ήταν μόνο το τελευταίο περιστατικό σε μια σημαντική αύξηση της έντασης στη Μέση Ανατολή μεταξύ του Ιράν, των Ηνωμένων Πολιτειών και των κρατών του Κόλπου. Μιας έντασης η κλιμάκωση της οποίας ανοίγει το κουτί της Πανδώρας και κινδυνεύει να γίνει σύρραξη αν ΗΠΑ και Ιράν δεν κάνουν πίσω.

Η Ουάσιγκτον κατηγορεί την Τεχεράνη για τις επιθέσεις, η οποία ωστόσο αρνείται τις κατηγορίες και απευθύνει έκκληση προς τις μεγάλες δυνάμεις να κάτσουν στο τραπέζι του διαλόγου για τα πυρηνικά, αλλιώς προειδοποιεί ότι θα αυξήσει τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου που κατέχει, σπάζοντας τη συμφωνία του 2015.

Ακόμα όμως κι αν αληθεύει ότι το Ιράν βρίσκεται πίσω από την επίθεση, δεν είναι μικρότερες οι ευθύνες των ΗΠΑ και συγκεκριμένα οι ευθύνες του Τραμπ που εξασκούν μια στρατηγική μέγιστης πίεσης στη Μέση Ανατολή, σημειώνει το Foreign Policy.

Αφού εγκατέλειψε τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν τον Μάιο του 2018, η διοίκηση Τραμπ έκανε ό,τι μπορούσε για να στραγγαλίσει την ιρανική οικονομία μέσω κυρώσεων. Για ένα χρόνο, το Ιράν επέλεξε να παραμείνει πιστό στη συμφωνία, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει αυτόν τον περιορισμό για να απομονώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Κίνας, της Ρωσίας και της Ευρώπης. Το Ιράν πέτυχε τη διάσπαση των Ηνωμένων Πολιτειών από την ομάδα P5+1 που υπέγραψε την πυρηνική συμφωνία του 2015 (Κίνα, Γαλλία, Ρωσία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία), αλλά ποτέ δεν θα μπορούσε να μετατρέψει αυτό το πολιτικό επίτευγμα σε οικονομικά οφέλη, καθώς οι εταιρείες στις χώρες αυτές δεν θα διακινδύνευαν να χάσουν την πρόσβαση τους στην αμερικανική αγορά. Έτσι, ο Τράμπ πίστεψε ότι θα μπορούσε να έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, δηλαδή ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να πιέζει το Ιράν, χωρίς να αντιμετωπίσει αντίποινα.

Το ποτήρι για το Ιράν φαίνεται να ξεχείλισε όμως, όταν στις αρχές Μαΐου η διοίκηση Τραμπ ότι όλα τα κράτη τα οποία εισάγουν πετρέλαιο από το Ιράν πρέπει να τερματίσουν τις αγορές τους πολύ σύντομα, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα βρεθούν αντιμέτωπες με βαριές αμερικανικές κυρώσεις . Ήταν μια προσπάθεια να οδηγηθούν οι πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου στο μηδέν, σημειώνει το Foreign Policy, που εκτιμά ότι το Ιράν που δεν έχει πια και πολλά περισσότερα να χάσει θα μπορούσε να εξαπολύει τις επιθέσεις σε πετρελαιοφόρα ώστε να στείλει μήνυα στις ΗΠΑ και τα κράτη του Κόλπου, ότι θα υπάρχει κόστος για τη συνέχιση της εκστρατείας μέγιστης πίεσης.

Όταν σημειώθηκαν οι πρώτες επιθέσεις τον περασμένο μήνα, η κυβέρνηση Τραμπ αντέδρασε στέλνοντας στρατιωτικές μονάδες στη Μέση Ανατολή και απειλητικά μηνύματα μέσω του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας Τζον Μπόλτον. Ο Λευκός Οίκος διαμήνυσε μάλιστα ότι αποκαθιστά την ένταση και τα εμπόδια που είχε δημιουργήσει η διοίκηση Ομπάμα – ένας ισχυρισμός που ήταν γελοίος αφού το Ιράν δεν είχε επιδιώξει τέτοιου είδους ενέργειες από τότε που η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη άρχισαν να διαπραγματεύονται σοβαρά το 2013. Δεν υπήρχε τίποτα για αποκατάσταση – η ένταση είναι ένα κατασκεύασμα του ίδιου του Τραμπ.

Σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό, το πιο ανησυχητικό είναι όμως η στιγμή που έγιναν οι επιθέσεις στον κόλπο του Ομάν, πράγμα που δείχνει και ποιος καθοδηγεί την πολιτική στην Τεχεράνη. Οι επιθέσεις σημειώθηκαν τη στιγμή που ο Σίνζο Άμπε πραγματοποιούσε την πρώτη επίσκεψη Ιάπωνα πρωθυπουργού στην Τεχεράνη μετά από 40 χρόνια. Πιο ρεαλιστικές φωνές όπως ο πρόεδρος του Ιράν, Χασάν Ρουχανί και ο υπουργός Εξωτερικών Μοχάμεντ Χαβάτ Ζαρίφ θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μερικές ήπιες επιθέσεις – σαμποτάζ για να στείλουν ένα μήνυμα, αλλά ποτέ δεν θα υποστήριζαν τη διεξαγωγή τους με τρόπο που θα έθετε σε κίνδυνο τον Άμπε και θα υπονόμευε εντελώς μια ιστορική επίσκεψη, εκτιμά το περιοδικό. Το γεγονός ότι αυτές οι επιθέσεις συνέβησαν την ίδια μέρα που συναντήθηκε με τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν, τον Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος αργότερα διαμήνυσε μάλιστα στο Twitter την απόρριψη της προσπάθειας του Άμπε να μεσολαβήσει μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών, φαίνεται να σηματοδοτεί ότι οι πραγματιστές δεν βρίσκονται πλέον στο τιμόνι.

Από την εκλογή του Τραμπ το 2016 και την απόσυρση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία πέρυσι, ο Ζαρίφ και ο Ρουχανί κατάφεραν να περπατήσουν στη διπλωματική οδό, αλλά αντιμετώπισαν έντονες επικρίσεις από σκληροπυρηνικές πτέρυγες. Ακόμη και η ανακοίνωση του Ρουχανί τον περασμένο μήνα ότι το Ιράν θα δώσει στις μεγάλες δυνάμεις 60 ημέρες για να καλύψουν τα οικονομικά οφέλη που είχαν συμφωνηθεί στην πυρηνική συμφωνία προτού αρχίσει αυτή να παραβιάζεται, είχε τα χαρακτηριστικά μιας προσεκτικής και σταδιακής προσέγγισης. Τα γεγονότα στον Κόλπο του Ομάν όμως αντιπροσωπεύουν μια δραματική απομάκρυνση από αυτή τη στρατηγική και ενδέχεται να σηματοδοτήσουν μια απόφαση του Χαμενεΐ και των γύρω του να ακολουθήσουν μια πολύ πιο επιθετική και αντιφατική πολιτική με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία θα αυξήσει δραματικά τις πιθανότητες μιας σύγκρουσης.

Ο Άμπε ήταν στο Ιράν με την ενθάρρυνση του Ντόναλντ Τράμπ, ο οποίος εξακολουθεί να θέλει νέες διαπραγματεύσεις με το Ιράν ακόμα και αν προσπαθεί να στραγγαλίσει την οικονομία του. Ο καλύτερος τρόπος επικοινωνίας για τον Τραμπ είναι μέσω ενός αρχηγού κράτους. Ήταν η άμεση έκκληση της Νότιας Κορέας προς τον Τραμπ που άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Κορέα πέρυσι και το τηλεφώνημα του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τον Δεκέμβριο του 2018 που είχε σχεδόν ως αποτέλεσμα να αποσυρθούν όλα τα στρατεύματα των ΗΠΑ από τη Συρία. Ο Άμπε θα μπορούσε να γίνει ένα παρόμοιο κανάλι για το Ιράν και να μειώσει τις εντάσεις. Αντ ‘αυτού, η γέφυρα επικοινωνίας κάηκε. Και ακόμη χειρότερα, ο Τραμπ θα μπορούσε να εκλάβει την εξέλιξη αυτή ως άμεση προσβολή. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που υποδηλώνουν ότι δεν θέλει έναν παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αλλά ένας τρόπος να τον προκαλέσει κανείς, είναι το να τον ταπεινώσει δημοσίως.

Η αρχική αντίδραση του Πομπέο στις επιθέσεις κατά των τάνκερ στο Ομάν ήταν να ζητήσει διπλωματικές λύσεις κι όχι στρατιωτική δράση. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις επόμενες μέρες θα υπάρξουν φωνές στην Ουάσιγκτον που θα πιέσουν για μια επίθεση στο Ιράν, εκτιμά το Foreign Policy. To Ιράν δεν είναι όμως Συρία, και αν δεχτεί επιθέσεις θα απαντήσει με επιθέσεις εναντίον στρατευμάτων των ΗΠΑ ή με εκτόξευση πυραύλων σε στρατιωτικές βάσεις στις χώρες του Κόλπου.

Η στάση του Ιράν

Το Ιράν απάντησε στις αμερικανικές κατηγορίες με την ανακοίνωση ότι σκοπεύει να αυξήσει τα αποθέματα ουρανίου του, παραβιάζοντας βασικά τμήματα της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, ελπίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα αναγκάσει την Ευρώπη να λάβει δραστικά μέτρα.

Ο εκπρόσωπος του ιρανικού Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, Μπεχρούζ Καμαλβάντι, δήλωσε ότι η χώρα θα ξεπεράσει, εντός 10 ημερών, τις ποσότητες ουρανίου χαμηλού εμπλουτισμού που μπορεί βάσει της συμφωνίας να αποθηκεύσει και θα προχωρήσει στον περαιτέρω εμπλουτισμό του ουρανίου πιο κοντά στο επίπεδο που απαιτείται για την κατασκευή όπλων. Η ανακοίνωση, που επιβεβαίωσε τις απειλές του προέδρου Χασάν Ρουχανί τον περασμένο μήνα, θεωρείται ως ένας τρόπος για να προωθήσουν οι ευρωπαϊκές χώρες που υποστήριξαν τη συμφωνία την εκπλήρωση της υπόσχεσής τους για οικονομική βοήθεια στο Ιράν και να μεσολαβήσουν για να μειωθεί η ένταση με την Ουάσινγκτον. «Νομίζω ότι μέχρι τώρα οι Ευρωπαίοι δεν έχουν επιτελέσει τον δικό τους ρόλο και έχουν χάσει πολύ χρόνο», δήλωσε ο Καμαλβάντι. «Έχουν πει πολλά καλά λόγια αλλά δεν έχουμε δει πράξεις», συμπλήρωσε.

Ορισμένοι αναλυτές περιέγραψαν την ανακοίνωση ως μια προσεκτική πρόκληση. «Οι Ιρανοί πιστεύουν ότι όσο η Ευρώπη αισθάνεται ότι αυτό που συμβαίνει είναι μια οικονομική κρίση, θα περιορίζονται στο να ανταποκριθούν σε αυτή ως να ήταν μόνο οικονομικό το ζήτημα», δήλωσε στο Foreign Policy ο Esfandyar Batmanghelidj, ειδικός επί ιρανικών θεμάτων και ιδρυτής της εταιρείας αναλύσεων Bourse & Bazaar. Τώρα, όπως πιστεύει, η συζήτηση στην Τεχεράνη έχει μετατοπιστεί στην πίεση για να αναγνωσθεί η κατάσταση ως μια κρίση ασφάλειας κι όχι οικονομίας, προκειμένου να ασκηθούν πιέσεις στην Ευρώπη, την Ρωσία και την Κίνα, ώστε να πείσουν την Ουάσιγκτον να κάτσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Και για λόγους εγχώριας πολιτικής, οι Ιρανοί θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν ευρείες διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο εάν θεωρήσουν ότι οδηγούν τη διαδικασία, αντί να παραμένουν αιχμάλωτοι αυτής.

Όμως, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν πολλά να προσφέρουν στο Ιράν όσον αφορά την άρση των κυρώσεων ή την επιρροή στην Ουάσιγκτον κι αυτό γιατί οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν μπορούν να κάνουν τις εταιρείες τους να επενδύσουν στο Ιράν επειδή δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν με αμερικανικές κυρώσεις. Και κάπως έτσι η Ευρώπη βρίσκεται σε μία αμήχανη θέση.

Μπορεί η κυβέρνηση Τραμπ να αποσύρθηκε μονομερώς από τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν τον Μάιο του 2018, η Γαλλία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν επισημάνει όμως τη συνεχή συμμόρφωση του Ιράν με την πυρηνική συμφωνία.

Η Φεντερίκα Μογκερίνι, επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, ουσιαστικά εξακολουθεί να το υποστηρίζει. Σε συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τα γεγονότα στον Κόλπο του Ομάν, η Μογκερίνι δήλωσε ότι οι τεχνικές εκθέσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας είναι αυτές που κρίνουν αν το Ιράν συμμορφώνεται με τις δεσμεύσεις του, περισσότερο από τις δηλώσεις Ιρανών αξιωματούχων.«Μέχρι στιγμής, το Ιράν έχει συμμορφωθεί με δεσμεύσεις του για τα πυρηνικά» είπε. «Εάν οι εκτιμήσεις και οι εκθέσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας δείξουν κάτι διαφορετικό, τότε θα αξιολογήσουμε περαιτέρω την κατάσταση», τόνισε.

Η Βρετανία αντέδρασε πιο σκληρά στην προειδοποίηση του Ιράν ότι σύντομα θα παραβιάσει τα συμφωνηθέντα όρια ως προς το ουράνιο. «Εάν το Ιράν σταματήσει να εκπληρώνει τις πυρηνικές δεσμεύσεις του, τότε θα εξετάσουμε όλες τις επιλογές που έχουμε στη διάθεσή μας», δήλωσε εκπρόσωπος της Βρετανίδας πρωθυπουργού Τερέζα Μέι.

Στο Παρίσι, ο Εμμανουέλ Μακρόν εξέφρασε τη λύπη του για την ανακοίνωση του Ιράν και παρότρυνε την Τεχεράνη να είναι «υπεύθυνη». Υποσχέθηκε επίσης να «κάνει τα πάντα με τους εταίρους του για να αποτρέψει το Ιράν από την παραβίαση του ανωτάτου ορίου εμπλουτισμού ουρανίου». «Είναι επιζήμιο για τα συμφέροντα των ίδιων των Ιρανών και επίσης για τη διεθνή κοινότητα», δήλωσε ο Μακρόν.

Σε συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας συνέστησε επίσης σύνεση, ρίχνοντας του τόνους.

Από την άλλη πλευρά, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ένας ισχυρός επικριτής της συμφωνίας, υποστήριξε ότι αυτή δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν και πρότεινε να επιβληθούν πρόσθετες κυρώσεις από τον ΟΗΕ προς το Ιράν.

Τι θέλει λοιπόν να πετύχει το Ιράν, ανακοινώνοντας ότι τετραπλασίασε τον ρυθμό εμπλουτισμού ουρανίου και ότι σύντομα το απόθεμά του θα ξεπεράσει το όριο των 300 κιλών, όταν κάτι τέτοιο θα αποξενώσει και τις λιγοστές χώρες που υποστήριξαν την πυρηνική συμφωνία;

Μέχρι σήμερα ο Ρουχανί είχε επιδείξει στρατηγική υπομονή παρά τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στο Ιράν, οι αυστηρότερες κυρώσεις από τις ΗΠΑ όμως έχουν δυσχεράνει τις εξαγωγές ιρανικού αργού πετρελαίου, μία από τις κυριότερες πηγές εσόδων της χώρας, σφυροκοπώντας την οικονομία της και υπονομεύοντας τον ίδιο τον Ρουχανί

Η τελευταία κίνηση του Ιράν δεν καταδικάζει απαραιτήτως τη συμφωνία, αν και είναι μια κίνηση έντασης. Από τεχνική άποψη, η ανακοίνωση του Ιράν ότι θα ξεπεράσει το όριο των 300 κιλών ουράνιου χαμηλού εμπλουτισμού στο απόθεμά του, είναι αποτέλεσμα εν μέρει της απόφασης των ΗΠΑ να απαγορεύσει στο Ιράν να αποστέλλει ουράνιο εκτός συνόρων. Ενώ το Ιράν θα μπορούσε απλώς να παράγει λιγότερα και να παραμείνει κάτω από το ανώτατο όριο, η απώλεια του συμφωνηθέντος μηχανισμού για την αποστολή ουρανίου καθιστά αυτόματα πιο δύσκολο να συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας. Και αυτή η λεπτή κλωστή μπορεί να είναι αρκετή για τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας ώστε να δώσει στο Ιράν ένα άτημα, λένε κάποιοι ειδικοί.

«Ακόμη και αν η συμφωνία είναι νεκρή σε κάποιο τεχνικό επίπεδο, ο δρόμος για τη διπλωματία παραμένει ανοιχτός», δηλώνουν αναλυτές… Ωστόσο παραμένει και πολύ δύσβατος.

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here