Ο Καλλίδης και τα καλοκαίρια του: «Οι λουκουμάδες και τα τραγανά κεφάλια από τα καλαμαράκια»(photos)


Mε νοσταλγία και γλυκύτητα περιγράφει τα καλοκαίρια του ο Βασίλης Καλλίδης.

Ο γνωστός μάγειρα αναφέρεται στα παιδικά χρόνια και στα μικρά και αθώα πράγματα των τότε διακοπών και μεταβαίνει στη Μύκονο και στα ταξίδια του στο εξωτερικό.

«Στην αρχή ήταν τα παιχνίδια με τις λάσπες γύρω από τις ποτισμένες ντοματιές στο εξοχικό της γιαγιάς, οι ατέλειωτες ώρες μετα ποδήλατα στον χωματόδρομο ανάμεσα στα αμπέλια, το σκοτωμένο φίδι, ο λιθοβολισμός του με τρόμο οπό μακριά, να δούμε αν ζει και τα άγουρα σταφύλια να σκάνε στο δόντι, εθιστικά θεόξινα.

Αυτά το πρωί, πριν από τις 1Ο.ΟΟ, μετά τις αλειμμένες φέτες με μαρμελάδα σύκο και ζεστό γάλα. Μετά ήταν η θάλασσα, μπάνιο με τη γιαγιά, 12.00 με 14.00. Χείλη σκασμένα από το αλάτι, παπουδιασμένα δάχτυλα και άμμο μες στα μαλλιά και το μαγιό, τόσο πολύ που απορούσαμε πώς χώρεσε όλη εκεί, θο αδειάσει μια μέρα η παραλία. Τα παγωτά τότε ήταν πιο γλυκά, χωρίς στέβια και λάιτ ανοστιές οι βρομεροί λουκουμάδες τηγανισμένοι σε σκατόλαδα πιο νόστιμοι, κι αν καμιά φορά κάθονταν οι μεγάλοι για ούζο, εμείς, βαριεστημένοι, τρώγαμε φέτες από λευκό ψωμί μεγάλες σαν παντόφλες και τα τραγανά κεφάλια από τα καλάμαράκια, με όρεξη σαν να «χαμε να φάμε έναν μήνα.

Μετά στο σπίτι, όλοι ξεροί, μόνο εγώ βρικολάκιαζα και δεν έκλεινε το μάτι. Καθόμουν με τις ώρες στην αποθήκη με τα φυτοφάρμακα κα ιτις βενζίνες να σνιφάρω σαν τζάνκι τις μεταλλικές μυρωδιές, να ανακατεύω τις λαδομπογιές και να φτιάχνω νέα χρώματα, γιατί μάλλον τα έτοιμα δεν είχαν χαρακτήρα. Από μικρός στα βάσανα. Έπινα ατέλειωτες γουλιές από το λικέρ βύσσινο και γέμιζα το κενό με νερό, βαριεστημένα προσπαθούσα να βρω τη λέξη στο σταυρόλεξο, κλείνανε τα μάτια στην ντιβανοκασέλα της πίσω βεράντας, να φυσά ηδονικά δροσερά καινά κοιμάμαι.

Κι εκείνη τη μέρα που προσπάθησα μέσα στη νέκρα του καταμεσήμερου να φτιάξω φραπέ, όλοι σε κώμα, μόνο ο ανεμιστήρας ακουγότανε, μου πέφτει η γυάλινη κανάτα γεμάτη νερό και σκάει στα πόδια μου. Πετάχτηκαν όλοι όρθιοι από τον κρότο, βρισίδια κι ένα χαστούκι που μετά βουβάθηκα κι έκανα ψέματα πως κοιμόμουν ήσυχος μέχρι αργά το απόγευμα -πού να μιλήσω-, μού­σκεμα από τον ιδρώτα, κάτω από πικέ κουβέρτες.

Μετά μεγαλώσαμε κι ήταν μπανάλ το εξοχικό της γι αγίας και βλέπαμε στο Κλικ τον Γαβαλά, το Super Paradise, τον Ασλάνη και θέλαμε όλοι να πάμε Μύκονο, να δούμε αν όλα αυτά ήταν αλή­θεια.

Το μυαλό μας μόνο στα πάρτι, να η Βjiork, η Λάσκαρη, ο Μugler, οι Αμερικανοί με τα τεράστια πουρμπουάρ, τα πρώτα άτσαλα πιώματα, αξημέ­ρωτα βράδια με χάουζ, βότκα Red bull και Malboro και φωτογραφία με τον Gaultier μπροστά στην Αγία Κυριακή-ιερό κειμήλιο, ακόμα την έχω-, με πλατίνα εγώ μαλλιά και μαρινιέρα σαν κλώνος του, σταυροκοπιάτονε ο άνθρωπος, σου λέει μουρλό θα είναι.

Και πιο ύστερα μεγάλωσα κι άλλο και μπήκα για τα καλά στις κουζίνες και από τύχη στα τηλεοπτικά πλατό κι άρχισα να αποζητώ με αντίσκηνο τις ερη­μιές, χωρίς τεκίλες και Gaultier, μόνο με κεριά σιτρονέλας, βιβλία – άλλη μόδα κι αυτή, ποτέ δεν τα άνοιξα, τζάμπα τα κουβαλούσα.

Μάθαμε την Ανάφη, το Πήλιο, τη Δονούσα, τη Μάνη και τους Παξούς δεν πάω Μύκονο εγώ διατυμπάνιζα, θέλω να μην ακούω τίποτα, μόνο το κύμα. Με παρέα το βράδυ και ξεχειλωμένο φούτερ να φτιάχνω μέχρι το ξημέρωμα, άγνωστοι γύρω από την πεθα­μένη φωτιά, τσιγάρα, ιστορίες και φτηνά κρασιά.

Τι φάση κι αυτή, ήμασταν άλουστοι με τα αλάτια μια βδομάδα. Μετά ήρθαν τα μεγάλα ταξίδια, πήγα παντού, με το στόμα ανοιχτό στο Grand Cayon και στο Τόκιο, την Καλκούτα και το Μανχά­ταν, στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα.

Όμως Αύγουστος μακριά από τη θάλασσα, μαρτύριο, το μετάνιωνα κάθε φορά. Έφτασα στη Χαβάη να δω τους φοίνικες και τους σέρφερ, τα θεόρατα κύματα και τις Χαβανέζες με τις φούστεςαπό χόρτα. Και όταν γύρισα, την άλλη μέρα πήγα στη Νάξο, σε θάλασσες που ήξερα, χωρίς τσούχτρες, ρεύματα και πεινασμένους καρχαρίες.

Έτσι μου αρέσει ακόμη. Δεν θέλω πολλά ρούχα και παπούτσια, κρατήσεις online, πανάκριβα βαπό­ρια, γρήγορα, που δεν κάνουν ποτέ «μόνο δυο ώρες για το νησί από Ραφήνα», ρεζερβέ, αστα­κούς και πισίνες με όζον, δημόσιες σχέσεις και πολλά μπλαμπλό. Θέλω να πάω στην Παρίσαινα, την αγαπημένη μου παραλία, με άχρηστο αντί­σκηνο, αφού κάθε βράδυ έξω κοιμάμαι, τυλιγμένος με φούτερ και αλμυρές πετσέτες.

Μπαρμπούνι, τηγανητά αλάδωτα, βλίτα και μετά πύραυλοι παγωτό από το σούπερ μάρκετ. Χωρίς instagram, δεν φτάνει το σήμα εκεί. Μόνο η μυρωδιά φτάνει αργά από υγρασία του βουνού» είπε στο People.

Πηγή: www.gossip-tv.gr


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ