Δικαστές στο σκαμνί λόγω αναρτήσεων στα social media

 

Απίστευτο κι όμως… αληθινό.  Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο «στέλνει» το… Facebook, δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς  και μάλιστα μετά από καταγγελίες ανώνυμων αλλά και κακόβουλων όπως αποδεικνύεται, «διαδικτυακών φίλων».

Το φαινόμενο αυτό-που τείνει να λάβει επικίνδυνες για την δημοκρατία διαστάσεις- της παραπομπής και καταδίκης εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών, γιατί προέβησαν σε μη αρεστές για άλλους και σε μη «προσήκουσες» στο λειτούργημα που υπηρετούν κατά άλλους, δεν είναι μόνο ότι καταστρατηγεί θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και βασικές συνταγματικές αρχές, το σημαντικότερο είναι ότι δίνει τροφή σε διαφόρους «καταδότες», με τους τελευταίους να ενισχύουν τη δημιουργία μιας… Οργουελικής κοινωνίας.

Οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας και όταν επιζητούμε διακαώς να επιδεικνύουν ανθρωπιά και επιείκεια στην απόδοση Δικαιοσύνης , θα πρέπει να τους αποδεχθούμε ως ισότιμα κοινωνικά μέλη, που έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με εμάς και άρα άλλοτε θα τα επαινέσουμε και άλλοτε θα τα επικρίνουμε για την συμπεριφορά και τη στάση τους, στο δημόσιο χώρο και βίο, όπως κάθε άλλο πολίτη αυτής της χώρας. Και αυτοί λοιπόν, έχουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης και της άμεσης πρόσβασης συνεπώς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όμως τα πράγματα δεν έχουν ακριβώς έτσι…

Οι πειθαρχικά ελεγκτέοι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί – οι οποίοι ας σημειωθεί ότι αυξάνουν – δεν έκαναν τίποτα περισσότερο απ’ ότι εμείς οι λοιποί.

Δημιούργησαν μια σελίδα στο facebook και σχολίαζαν διάφορα θέματα.

Άλλες φορές απλά αναρτούσαν όπως όλοι εμείς φωτογραφίες σκίτσα κ. ο. κ.

Ξέρουμε όλοι, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι , ότι αν μια ανάρτηση δεν μας αρέσει, είτε στηλιτεύουμε τον διαδικτυακό φίλο είτε τον διαγράφουμε.

Επίσης , για τους σχολιασμούς που θα γίνουν από διαδικτυακούς φίλους κάτω από τη ανάρτησή μας, δεν φέρουμε εμείς ευθύνη.

Ας δούμε τι αφορούσαν, δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, εισαγγελικών λειτουργών που έφτασαν στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο και τιμωρήθηκαν με ποινές παύσης .

Ο ένας ανάρτησε την άποψή του σχετικά με την επιδίκαση μεγάλου χρηματικού ποσού ως αποζημίωση στην μητέρα του Γρηγορόπουλου, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι το σωστό και νόμιμο θα είναι να αποζημιωθούν και οι άνθρωποι των οποίων καταστρέφονται οι περιουσίες.

Ακολούθησε σχόλιο, διαδικτυακής φίλης που χαρακτήρισε με μη κόσμιο τρόπο, τον αποθανόντα γιο Γρηγορόπουλο. Το τραγικό είναι ότι ο εν λόγω εισαγγελικός λειτουργός τιμωρήθηκε με 6μηνη παύση από τα καθήκοντά του και στο διάστημα αυτό ασθένησε και απεβίωσε.

Η δεύτερη περίπτωση αφορούσε στη ανάρτηση από εισαγγελικό λειτουργό πάλι, ενός σκίτσου ( από εφημερίδα), που απεικόνιζε πρώην πρωθυπουργό με τα χέρια στα γεννητικά του όργανα.

Και οι δυο αυτές περιπτώσεις, έφτασαν στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, όπως σχεδόν όλες, με ανώνυμη καταγγελία.

Δηλαδή κάποιοι που είδαν την ανάρτηση, έστειλαν ένα ανώνυμο φάκελο και κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία.

Εκκρεμούν δε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο αρκετές περιπτώσεις για το ίδιο ζήτημα.

Ποια είναι η γνώμη έγκριτων νομικών;

Ποιά είναι όμως η άποψη επί του θέματος, μιας δικαστού που διατηρεί σελίδα στο FΒ και ενός δικηγόρου και καθηγητή της Νομικής Σχολής, ο οποίος έχει εκπροσωπήσει δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου .

Δικαστές και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μαργαρίτας Στενιώτη, τ. Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και νυν μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου.

Οι Δικαστικοί Λειτουργοί απολαμβάνουν, αναμφισβήτητα, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης των στοχασμών τους, προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, όπως κάθε πολίτης.

Τόσο, όμως, το ίδιο το Σύνταγμα όσο και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών θέτουν περιορισμούς στο δικαίωμα αυτό, καθότι στο μεν πρώτο προβλέπεται ότι στους παραπάνω Λειτουργούς «απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος» (άρθρο 29 παρ. 3 Συντάγματος), στο δε δεύτερο ορίζεται ότι «δεν συνιστά πειθαρχική παράβαση η έκφραση γνώμης δημοσίως, εκτός αν γίνεται με σκοπό τη μείωση του κύρους της Δικαιοσύνης ή υπέρ ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης».

Μέσα έκφρασης και διακίνησης πληροφοριών αποτελούν, πλέον, και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ευρύτατη χρήση αυτών, παγκόσμια, αναγορεύει σε επίκαιρο και μείζον θέμα την τοποθέτηση των Δικαστών απέναντι στη νέα πραγματικότητα, καθότι θέτει ζητήματα εναρμόνισης με τη δικαστική δεοντολογία και με τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της δικαστικής αμεροληψίας και ανεξαρτησίας. Στο ερώτημα, εάν οι Δικαστικοί Λειτουργοί μπορούν να κάνουν χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Η ίδια απάντηση έχει δοθεί σε πολλές έννομες τάξεις, που ανέδειξαν το θέμα, με κοινή συνισταμένη όλων των προσεγγίσεων, ότι η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους Δικαστές δεν είναι μόνο αναπόφευκτη αλλά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να είναι και ωφέλιμη, προκειμένου ο Δικαστής να μη ζει αποκομμένος από την κοινωνία αλλά να αποτελεί ενημερωμένο και ενεργό μέλος αυτής.

Όμως, και κατά τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ο Δικαστής πρέπει να τηρεί τα όρια που αναφέρθηκαν παραπάνω και οφείλει, επίσης, να τηρεί τις αρχές της αμεροληψίας, της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της ευπρέπειας, ιδιαίτερα, όταν εκφράζεται και αλληλεπιδρά δημόσια, δεδομένου ότι από την τήρηση των αρχών αυτών εξαρτάται η διαφύλαξη του κύρους της Δικαιοσύνης συνολικά. Διαφορετική αντιμετώπιση δε επιδέχονται αναρτήσεις, δημοσιεύσεις, σχόλια ή άλλες ενέργειές του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όταν παραμένουν στην ιδιωτική σφαίρα του Δικαστή, οπότε προστατεύονται από το απόρρητο των επικοινωνιών. Συνεπώς, ο Δικαστής – χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με το θεσμικό του ρόλο και να γνωρίζει ότι οι τοποθετήσεις του μπορούν ν’ αναπαραχθούν άμεσα και να έχουν αντίκτυπο στην αντίληψη των λοιπών χρηστών όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για το θεσμό που εκπροσωπεί.

Σε αρκετά κράτη, παγκοσμίως, στους ισχύοντες Κώδικες Δικαστικής Δεοντολογίας έχουν συμπεριληφθεί κανόνες χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή σε άλλα κράτη έχουν εκδοθεί ειδικά εγχειρίδια χρήσης αυτών των μέσων από τους Δικαστές, με διάφορες απαγορεύσεις, όπως να μη χρησιμοποιούνται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τη συγγραφή προσωπικού ημερολογίου, να μην εισάγουν οι Δικαστές πρόσωπα σε μία συζήτηση χωρίς να τα γνωρίζουν, να απέχουν από την ανάρτηση διαφημιστικών ή πολιτικών μηνυμάτων, να μην διατυπώνουν απόψεις για πολιτικά ζητήματα, να μην δημοσιεύουν αναρτήσεις μίσους ή βίας, να μην αναρτούν δημοσιεύσεις με κατανάλωση αλκοόλ ή που εμπεριέχουν γυμνό κλπ. Οι προβλέψεις αυτές, σε κάποιες έννομες τάξεις, συνοδεύονται και από συστάσεις προς τους Δικαστές περί επίδειξης ιδιαίτερης προσοχής ακόμη και στην ορθογραφία !! Στη χώρα μας δεν υπάρχουν τέτοιες προβλέψεις αλλά είναι βέβαιο ότι αν ο Δικαστής εφαρμόζει και σέβεται τις παραπάνω διατάξεις εξασφαλίζεται η ορθή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης εκ μέρους του. Επομένως, σ’ ένα συνεχώς εξελισσόμενο κόσμο τεχνολογικών επικοινωνιακών μέσων, εναπόκειται στον ίδιο το Δικαστή, να εξισορροπήσει το δικαίωμα έκφρασης, ενημέρωσης και επικοινωνίας με την υποχρέωση διαφύλαξης του κύρους του θεσμού που υπηρετεί και της προαγωγής της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ανεξαρτησία, την ακεραιότητα και την αμεροληψία του Δικαστικού Σώματος, η οποία μπορεί να κλονισθεί από ανεύθυνες ή ανάρμοστες συμπεριφορές.

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΚΟΝΤΑΞΗΣ, ΔΙΚΗΓΌΡΟΣ – ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΝΟΜΙΚΗς ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

Εν πρώτοις, το Σύνταγμα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ορίζει ότι «καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους», ενώ παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 και 5Α, προβλέπεται ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του, τους στοχασμούς του και να ασκεί κριτική σε πρόσωπα και καταστάσεις που αφορούν στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας, ως ειδικότερη έκφανση του απόλυτου συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας και της ελευθερίας πληροφόρησης και συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας, τόσο με την πρόσβαση στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, όσο και με την ίδια την παραγωγή, διάδοση και ανταλλαγή τους.

. Κατά δεύτερον, η, υπερνομοθετικής ισχύος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) στο άρθρο 10 κατοχυρώνει την ελευθερία έκφρασης του ατόμου, ήτοι το δικαίωμα της ελεύθερης εκφοράς γνώμης, απόψεων, στοχασμών, μετάδοσης και λήψης πληροφοριών και ιδεών, ενώ παράλληλα το ίδιο ακριβώς κατοχυρώνεται και στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ).

Περαιτέρω, από τη γραμματική διατύπωση τόσο του Συντάγματος όσο και της ΕΣΔΑ διαπιστώνεται ότι φορείς και αποδέκτες των ανωτέρω δικαιωμάτων είναι, άνευ διακρίσεων και εξαιρέσεων, όλοι οι πολίτες της χώρας, ανεξαρτήτως λοιπών παραμέτρων φύλου, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, επαγγέλματος, πεποιθήσεων κλπ.

  1. Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 91, ως πειθαρχικά παραπτώματα του δικαστικού λειτουργού θεωρούνται:

α. πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη πίστης και αφοσίωσης προς την πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα της Χώρας,

β. κάθε παράβαση διατάξεως που αναφέρεται στην απονομή της δικαιοσύνης, την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και την κατάστασή του ως δικαστικού λειτουργού,

γ. η χρησιμοποίηση της ιδιότητάς του για επιδίωξη ιδιοτελών σκοπών,

δ. η αναξιοπρεπής ή απρεπής εντός ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά,

ε. η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων του,

στ. η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας,

ζ. η αποσιώπηση νόμιμου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης,

η. η συμμετοχή του σε οργάνωση της οποίας οι σκοποί είναι κρυφοί ή επιβάλλει στα μέλη της μυστικότητα.

  1. Δυνάμει της παραγράφου 4 του αυτού ως άνω άρθρου δεν αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα για το δικαστικό λειτουργό:

α. η άρνησή του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του Συντάγματος ή είναι αντίθετες σε αυτό,

β. η έκφραση γνώμης δημόσια, εκτός αν γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης,

γ. η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας στις αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών ή άλλα σωματεία και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στα πλαίσια της συμμετοχής σε ένωση δικαστικών λειτουργών.

. Ευχερώς, συνεπώς, διαπιστούται ότι επιτρέπεται, γενικώς, η δημόσια έκφραση γνώμης του δικαστικού λειτουργού, χωρίς να περιορίζεται το επιτρεπτό της εκφράσεως σε ορισμένα μόνο θέματα. Ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να σχολιάζει οποιοδήποτε θέμα, ακόμα και πολιτικό (εξαιρουμένων των αυστηρώς κομματικών σχολιασμών), αρκεί να μην θίγεται το κύρος της δικαιοσύνης, (έννοια, όμως, αόριστη και ως εκ τούτου αναγκαία η κατά περίπτωση απόλυτη, αντικειμενική –δηλ. με γεγονοτικό πυρήνα- εξειδίκευση της).

. Η γενικότατη και χωρίς περιορισμούς ως άνω διατύπωση της διατάξεως συνηγορεί υπέρ της άποψης πως ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να εκφέρει γνώμη επί πολιτικών θεμάτων ή επί οποιασδήποτε φύσεως θέμα ή ζήτημα αρκεί :

α. να μην υποκρύπτεται κομματική έκφραση (διότι τότε υποπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 29 παρ. 3 Σ) και

β. να μην γίνεται κατά τρόπο που δυσφημεί το κύρος της δικαιοσύνης, (επισημαίνεται και πάλι : ελεγκτέος ο ειδικότερος τρόπος τέλεσης του, ο οποίος πρέπει να εξετάζεται ad hoc)..

  1. Περαιτέρω, σκόπιμο κρίνεται στο σημείο αυτό να προσδιορισθεί το περιεχόμενο της φράσης του ανώτερου άρθρου «έκφραση γνώμης δημόσια». Δημόσια έκφραση γνώμης λαμβάνει χώρα όταν το άτομο εκφράζεται μπροστά σε έναν άγνωστο αριθμό ατόμων, συνήθως σε δημόσιο χώρο, με σκοπό οι απόψεις του επί ορισμένου θέματος να γίνουν γνωστές στους ακροατές ή αναγνώστες του. Η έκφραση γνώμης μπορεί να γίνει τόσο μέσω του Τύπου, (έντυπου και ηλεκτρονικού), όσο διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (socialmedia), όπως είναι το Facebook, Twitter, κλπ. (τότε η έκφραση γνώμης περιάπτεται δημόσιου χαρακτήρα, αποτελεί δηλ. δημόσιο λόγο).

. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν το άτομο-χρήστης των ανωτέρω μέσων, δημοσιεύσει ο,τιδήποτε στο προσωπικό του προφίλ με μοναδικό σκοπό την ανάγνωση του αναρτητέου σχολίου μόνο από τους, επιλεγμένους από το ίδιο με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, προσωπικούς του φίλους (ανεξάρτητα από τον αριθμό των φίλων του, ακόμα και εάν είναι μεγάλος), τότε η έκφραση της γνώμης του λαμβάνει χώρα σε «χώρο/πεδίο» ιδιωτικό, με στόχο τη μη περαιτέρω ανάγνωση της από τρίτους και δη τη μη δημοσιότητά της, (προστατευόμενο εδώ το άτομο από το απόρρητο των επικοινωνιών, όπως αυτό ρητά ορίζεται στο άρθρο 19 του Συντάγματος, στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 7 του ΧΘΔΕΕ).

  1. Η έννοια της προσβολής του κύρους της Δικαιοσύνης ή η αναξιοπρεπής συμπεριφορά, πρέπει να είναι αντιληπτές στον απτό εμπειρικό κόσμο, γεγονός που προϋποθέτει αντικειμενικοποίηση της όποιας πειθαρχικής καταδίκης. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η ίδια δηλ. η έννοια της προσβολής, (μορφή άυλης βλάβης), είναι αόριστη και ως εκ τούτου πρέπει να λάβει χαρακτήρα γεγονοτικό, έτσι ώστε να είναι δυνατός ο «Ακυρωτικός έλεγχός της».


Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here