Καραντίνα 2020: Στο σπίτι με παιδιά, τηλεργασία και… χαρά!

Πριν από τον περασμένο Μάρτιο, η επιλογή «μένουμε σπίτι» είχε βγει από το οικογενειακό… ρεπερτόριο – Η παγκόσμια ημέρα οικογένειας στις 15 Μαΐου 

Με δύο μικρά παιδιά, που τον επόμενο μήνα θα «έκλειναν» τα δύο και τα τέσσερα, είχαμε χορτάσει «κλεισούρα» και έτσι με κάθε ευκαιρία βγαίναμε έξω, ειδικά τα Σαββατοκύριακα. Εξάλλου μόλις είχε περάσει ο χειμώνας που μας έκλεισε αρκετές φορές μέσα, ενώ μόλις είχαμε αναρρώσει και από μια οικογενειακή, «αποκριάτικη» γαστρεντερίτιδα, που μας κράτησε κλινήρεις εκείνο το εορταστικό τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας, παρά τους περιορισμούς που είχαν ήδη επιβληθεί λόγω του νέου κορωνοϊού.

Ώσπου μια Τρίτη απόγευμα – και πολύ συγκεκριμένα, την Τρίτη 11 Μαρτίου το απόγευμα – ανακοινώθηκε πως κλείνουν τα σχολεία. Όλα τα σχολεία, επ’ αόριστον. Αμέσως «χτύπησε καμπανάκι», αν και ομολογώ πως δεν ήταν ιδιαίτερα «ηχηρό». Τα τελευταία χρόνια ζει μαζί μας η μητέρα μου και κρατάει τα μωρά όσο εγώ και ο σύζυγος εργαζόμαστε. Η μεγάλη κόρη πηγαίνει σχολείο, όμως η μικρή έμεινε και φέτος στο σπίτι και, σύμφωνα με τον προγραμματισμό θα ξεκινούσε κι αυτή από τον Μάιο… Επομένως, δεν είχα εξαρχής ζήτημα με το «πού θα αφήσω τα παιδιά», όπως είχαν να αντιμετωπίσουν χιλιάδες γονείς και μάλιστα μέσα σε ένα απόγευμα.

Την επόμενη ημέρα ακριβώς η εταιρεία που εργάζομαι ανακοίνωσε πως εφαρμόζει άμεσα τηλεργασία για όσους είναι εφικτό, στο πλαίσιο των μέτρων περιορισμού της νόσου Covid-19. Μάζεψα λοιπόν όλα τα απαραίτητα από το γραφείο μου και ήξερα πως πρέπει να οργανώσω έναν αντίστοιχο χώρο στο σπίτι. Επίσης, ήμουν από τους τυχερούς: Είχα εργαστεί ξανά από το σπίτι, σε διάφορα projects, οπότε υπήρχε ένα γραφείο «έτοιμο», δηλαδή ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, καλή σύνδεση στο διαδίκτυο, ένα κατάλληλο γραφείο και μια σωστή καρέκλα. Κάπου εκεί όμως, τελείωσαν τα «τυχερά» και άρχισε αυτό που φάνταζε ως «Γολγοθάς»…

Στο σπίτι με τη μητέρα μου και ο σύζυγος στο γραφείο

Ως οικογένεια αποφασίσαμε η μητέρα μου να συνεχίσει να μένει μαζί μας για να μας βοηθήσει, ώστε να μην αναγκαστώ να σταματήσω τη δουλειά. Η άλλη της επιλογή ήταν να φύγει για την πατρίδα μας την Ιθάκη, όπου ήδη βρίσκονταν ο πατέρας μου και ο αδερφός μου. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως, με ένα μωρό και ένα νήπιο στο σπίτι, η τηλεργασία δεν θα ήταν εύκολη επιλογή. Η μητέρα μου δεν είναι μεγάλη σε ηλικία, δεν πάσχει από κάποιο υποκείμενο νόσημα και έτσι, έμεινε. Πήραμε όλοι μαζί, όλα τα ρίσκα που συνεπαγόταν αυτή η απόφαση και όλα τα άγχη που μας έφερε.

Γιατί ναι μεν τα παιδιά κι εγώ μέναμε στο σπίτι, όμως ένα μέλος της οικογένειάς μας, ο σύζυγός μου, δεν σταμάτησε ποτέ να πηγαινοέρχεται στο γραφείο. Λήφθηκαν και εκεί όλα τα μέτρα ασφαλείας και ο ίδιος ήταν όσο πιο προσεκτικός μπορούσε, αλλά σε κάθε περίπτωση, υπήρξε μια πηγή αγωνίας και στρες, μια πηγή εκνευρισμού, που κάποιες φορές διατάραξε την ηρεμία του σπιτιού μας. Ήταν η αίσθηση του κινδύνου που δεν μπορείς να αποκλείσεις, η οποία δημιουργεί ένταση και η ένταση αυτή ξέσπασε αρκετά συχνά, ειδικά το πρώτο διάστημα, μέχρι «να βρούμε τα πατήματά μας».

Τηλεργασία με τα παιδιά

Την πρώτη ημέρα που ξεκίνησα να εργάζομαι από το σπίτι έγινε απολύτως ξεκάθαρο πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύκολη και απλή υπόθεση. Γιατί, ναι μεν η μητέρα μου φρόντιζε τα παιδιά, το φαγητό τους και ό,τι χρειάζονταν, όμως οι δύο μικρές έβλεπαν τη μαμά τους στον χώρο και τη ζητούσαν συνέχεια. Αρχικά, ήθελαν να «δουλέψουν» μαζί μου, οπότε, για να μην τις έχω αγκαλιά, στήσαμε ένα δικό τους «γραφείο» δίπλα στο δικό μου, όπου ζωγράφιζαν και μου μιλούσαν ασταμάτητα – δυστυχώς όμως, πνευματική δουλειά με συνεχείς διακοπές, δεν γίνεται. Μετά προσπαθήσαμε να τις απασχολούμε δημιουργικά σε άλλο δωμάτιο, όμως και πάλι, με «έβρισκαν» πολύ εύκολα και καταλήγαμε στο επίμαχο: «Μαμά, πότε τελειώνεις τη δουλειά σου να παίξουμε;» από τη μεγάλη και στο: «Μαμά, αγκαλίσα», από τη μικρή… Κατέληγα να εργάζομαι μόνο τις ώρες που κοιμόντουσαν και αργά το απόγευμα, όταν επέστρεφε ο μπαμπάς τους, που ευτυχώς του έχουν τρελή αδυναμία και οι δύο. Το μόνο ουσιαστικό αποτέλεσμα ήταν ένα διαρκές, διπλό άγχος: Δεν ήμουν «σωστή» με τη δουλειά μου και δεν ήμουν «εντάξει» με τα παιδιά μου, στα οποία απαντούσα συνεχώς με άρνηση…

Πριν φτάσω στην ολοκληρωτική κατάρρευση, πήραμε ακόμα μία μεγάλη οικογενειακή απόφαση: Μια εσωτερική μετακόμιση, για να λύσει όσα προβλήματα γινόταν. Το «γραφείο» μετακόμισε στο υπνοδωμάτιο της μεγάλης κόρης, που είναι το πιο απομονωμένο του σπιτιού. Στήσαμε μια διαφορετική «ρουτίνα» με τις μικρές, όπου ξυπνάμε μαζί και τρώμε πρωινό και μετά η μαμά «φεύγει» – κλείνεται στο δωμάτιο δηλαδή και δουλεύει. Φυσικά η πόρτα χτυπάει πολύ συχνά και τα μεσημέρια συνήθως εργάζομαι με την κόρη μου να κοιμάται δίπλα μου, αλλά η κατάσταση βελτιώθηκε – κι ας διατρέχει όλο το σπίτι ένα καλώδιο για να έχω σύνδεση στο διαδίκτυο στην άλλη άκρη…

Μια απρόσμενη ασθένεια

Η καραντίνα, μετά και τις απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις, μπορώ να πω πως κυλούσε ομαλά. Δεν ήταν ότι «ήμουν όλη μέρα σπίτι με τα παιδιά», αφού με τη βοήθεια της μητέρας μου, εργαζόμουν κανονικό οκτάωρο. Μοιραζόμασταν όσα έπρεπε να γίνουν με το σύζυγο τις υπόλοιπες ώρες και μπορώ να πω πως για ‘μενα έγινε «αστικός μύθος» ο άπλετος χρόνος για… ντουλάπες και γενικά καθαρίσματα. Τηρούσαμε την καραντίνα κατά το δυνατόν περισσότερο: Ο σύζυγος πηγαινοερχόταν μόνο στη δουλειά, εγώ έβγαινα μία φορά την εβδομάδα για σούπερ μάρκετ – όλο το διάστημα, ήμουν εκεί στις 7 το πρωί, προς αποφυγήν συνωστισμού, ενώ η μητέρα μου και τα παιδιά δεν πήγαιναν που-θε-νά. «Όταν περάσει ο κορωιός», λέει η μεγάλη μου κόρη, «θα βγούμε από το σπίτι». Ευτυχώς έχουμε μεγάλη αυλή κι εκεί γιορτάσαμε τα γενέθλια των παιδιών, που είναι πολύ κοντά, 11 και 14 Απριλίου. Στήθηκε το οικογενειακό πάρτι και περάσαμε υπέροχα, καθώς ήταν η πρώτη φορά μετά από ένα μήνα που ντυθήκαμε και στολιστήκαμε οικογενειακώς – αν και, εννοείται, τα δώρα που είχαμε παραγγείλει ηλεκτρονικά δύο εβδομάδες πριν, δεν έφτασαν στην ώρα τους…

Κάπου εκεί όμως, «μας κόπηκε η χαρά». Γιατί την επόμενη μέρα, η μικρή ανέβασε πυρετό. Προσπαθώντας να μην τρελαθούμε, επικοινωνήσαμε με την παιδίατρο, που σε συνδυασμό με κάποια «σημαδάκια» στην κοιλιά του παιδιού, είπε «ίσως ίωση» και το κλασικό «περιμένουμε». Το παιδί δεν είχε κανένα άλλο σύμπτωμα και την επόμενη μέρα ήταν απύρετο, οπότε υποθέσαμε πως είναι από αυτούς τους πυρετούς που κάνουν τα παιδιά… Μόνο που δύο ημέρες μετά, ο πυρετός επανήλθε και επέμενε κι έτσι καταλήξαμε στο νοσοκομείο για εξετάσεις εν μέσω πανδημίας! Το γεγονός ότι το παιδί δεν είχε άλλο σύμπτωμα εκτός του πυρετού έδειξε να καθησυχάζει και όσους το εξέτασαν εκεί και τελικά η διάγνωση ήταν «στρεπτόκοκκος» και η αγωγή «αντιβίωση για δέκα ημέρες» και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω χαρεί περισσότερο για καμία διάγνωση ποτέ στη ζωή μου…

Δεν ήταν όμως αυτό το τέλος της περιπέτειας, καθώς με τη μικρή απύρετη μια βδομάδα, ανέβασε ξαφνικά πυρετό η μητέρα μου. Η προσπάθεια διατήρησης της ψυχραιμίας μας ήταν ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Προετοιμαστήκαμε για τα χειρότερα και ελπίζαμε για τα καλύτερα – που ήταν ο στρεπτόκκοκος και ο οποίος, ευτυχώς και πάλι, επιβεβαιώθηκε πολύ γρήγορα. Με την ανάρρωσή της να είναι πολύ πιο δύσκολη από ό,τι του μωρού, το ξεπέρασε και η μητέρα μου και το αφήσαμε κι αυτό πίσω μας… Όσο για το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου «μα πώς κόλλησε;», ο γιατρός ήταν λιτός και πολύ συγκεκριμένος: «Ζούμε σε καραντίνα, αλλά δεν ζούμε αποστειρωμένοι»…

Η καραντίνα και η οικογένεια

Φτάσαμε δύο μήνες μετά τον «εγκλεισμό» στο σπίτι και είμαστε καλά. Είμαστε καλά και είμαστε πιο δυνατοί γιατί υπό πρωτοφανείς συνθήκες, ανταπεξήλθαμε με επιτυχία. Είμαστε πιο δυνατοί γιατί μάθαμε να ζούμε υπό αυτές τις συνθήκες και είμαστε πιο έτοιμοι για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Μπορεί τα υποχρεωτικά μέτρα εγκλεισμού να χαλάρωσαν, όμως είμαστε αποφασισμένοι να μείνουμε σπίτι για να μείνουμε ασφαλείς όσο περισσότερο γίνεται. Είμαστε μαζί, είμαστε οικογένεια και ό,τι κι αν έρθει, θα το αντιμετωπίσουμε ακόμα καλύτερα. Είμαστε βέβαιοι, γιατί έχουμε ο ένας τον άλλον.

Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here