Παγκόσμια ημέρα διαβήτη: Αφιερωμένη στους Νοσηλευτές

Σήμερα 460 εκατομμύρια άνθρωποι σε
όλο τον κόσμο ζουν με Διαβήτη
εκτιμάται ότι θα αυξηθούν σε 578
εκατομμύρια μέχρι το 2030
Οι μισοί από τους ανθρώπους που
διαγνώστηκαν με την COVID-19,
είχαν Σακχαρώδη Διαβήτη
Π.Ο.Υ: έλλειψη 5.9 εκατ. νοσηλευτών
σε όλο τον κόσμο
ανάγκη αύξησης κατά 8%    ετησίως για να
ξεπεραστεί το έλλειμμα έως το 2030

 

Οι εκπαιδευμένοι νοσηλευτές στον Διαβήτη, προσφέρουν γνώση, χρόνο και καρδιά στους Ασθενείς και κάνουν τη διαφορά» είναι το μήνυμα της ενημερωτικής εκστρατείας για το Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ) της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας (ΕΔΕ), στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Διαβήτη (14 Νοεμβρίου), όπως παρουσιάστηκε στη σημερινή διαδικτυακή
Συνέντευξη Τύπου. Στόχος της εκστρατείας είναι η ευαισθητοποίηση του κοινού για την πρόληψη του ΣΔ, η ενημέρωσή του αναφορικά με τις επιπτώσεις της νόσου
καθώς και η ανάδειξη του ρόλου του εκπαιδευμένου νοσηλευτή στη διαχείρισή της από τον ασθενή.
Για την ενημερωτική εκστρατεία, η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία (ΕΔΕ), δημιούργησε ένα animation video (διάρκειας 40”), το οποίο θα προβληθεί ως κοινωνικό μήνυμα με την έγκριση του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (ΕΣΡ), με πρωταγωνιστές τους νοσηλευτές και τους ασθενείς με ΣΔ. Επίσης, προχώρησε σε προσαρμογές ενημερωτικού υλικού της Διεθνούς Ομοσπονδίας Διαβήτη (IDF), στα Ελληνικά, (εκπαιδευτικός Οδηγός Εκστρατείας για το Διαβήτη και αφίσες). Τα υλικά θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα της.


Στην ίδια φιλοσοφία και το μήνυμα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Διαβήτη (IDF)«Οι νοσηλευτές κάνουν τη διαφορά στον Διαβήτη» επισημαίνοντας την ανάγκη εκπαίδευσης περισσότερων νοσηλευτών ώστε να βοηθούν τους ανθρώπους πουζουν με Διαβήτη να κατανοήσουν και να διαχειριστούν αποτελεσματικά την κατάστασή τους. Σύμφωνα με τον IDF, σήμερα περισσότεροι από 460 εκατομμύρια άνθρωποι εκτιμάται ότι ζουν με Διαβήτη παγκοσμίως, ένας αριθμός που αναμένεται να αυξηθεί σε 578 εκατομμύρια μέχρι το 2030. Μόνο πέρυσι, ο ΣΔ ευθυνόταν για 4,2 εκατομμύρια θανάτους και για δαπάνες υγείας τουλάχιστον 760δισεκατομμυρίων δολαρίων – 10% του συνολικού ποσού που δαπανήθηκε για την υγειονομική περίθαλψη. Ο αντίκτυπος του Διαβήτη έχει γίνει ακόμη πιο έντονος τη φετινή χρονιά, καθώς σε διάφορες περιοχές, οι μισοί από τους ανθρώπους που διαγνώστηκαν με την COVID-19, είχαν Σακχαρώδη Διαβήτη. Καθώς ο επιπολασμός του Διαβήτη συνεχίζει να αυξάνεται σε όλο τον κόσμο, απαιτούνται περισσότεροι εκπαιδευμένοι νοσηλευτές, για να βοηθήσουν τους ανθρώπους που επηρεάζονται από Διαβήτη, να αποφύγουν πιθανές σοβαρές επιπλοκές που αλλάζουν τη ζωή τους – όπως καρδιακές προσβολές, εγκεφαλικά επεισόδια, απώλεια όρασης, νεφροπάθεια και ακρωτηριασμός των άκρων – και να
τους συμβουλεύσουν στην υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) έχει προειδοποιήσει για την έλλειψη 5.9 εκατομμυρίων νοσηλευτών σε παγκόσμιο επίπεδο, επισημαίνοντας ότι οι απόφοιτοι νοσηλευτές θα πρέπει να αυξηθούν κατά 8% ετησίως για να ξεπεραστεί το έλλειμμα έως το 2030.

Ο Γεώργιος Δημητριάδης, Πρόεδρος της ΕΔΕ, Ομ. Καθηγητής Παθολογίας &Μεταβολικών Παθήσεων ΕΚΠΑ, αναφερόμενος στον ρόλο του νοσηλευτή τόνισε « ο ρόλος του εκπαιδευμένου νοσηλευτή στον ΣΔ είναι καθοριστικός καθώς αποτελεί το συνδετικό κρίκο μεταξύ γιατρού και ασθενή. Συμβάλλει στη βελτίωση των κλινικών αποτελεσμάτων, στην καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση και τη μείωση των οξέων και χρόνιων επιπλοκών και κατ’ επέκταση των ημερών νοσηλείας. Ταυτόχρονα, εκπαιδεύει τον ασθενή στην αυτοδιαχείρισή της νόσου και στον σωστό τρόπο εφαρμογής της θεραπείας, προσφέροντας του, παράλληλα ψυχοσυναισθηματική υποστήριξη». Για την ανάγκη αύξησης των εκπαιδευμένων νοσηλευτών ο Πρόεδρος της ΕΔΕ επισημαίνει ι«Το 2016 ο στόχος για την Μεγάλη Βρετανία ήταν να υπάρχει “Κλινικός Ειδικός Νοσηλευτής στον Διαβήτη” σε όλα τα νοσοκομεία, σε αντιστοιχία τουλάχιστον ένας ανά 250 κρεβάτια. Στις Ευρωπαϊκές χώρες, η αντιστοιχία γιατρών είναι 3/1000 κατοίκους, και νοσηλευτών 8.7/1000 κατοίκους. Στην Ελλάδα τα αντίστοιχα στοιχεία είναι 6.6 γιατροί/1000 κατοίκους και 1.6 νοσηλευτές/1000 κατοίκους, αποτυπώνοντας μια δραματική υποστελέχωση των δημόσιων νοσοκομείων με νοσηλευτές. Δραματικό είναι επίσης το πρόβλημα της υποστελέχωσης των 21 Διαβητολογικών Κέντρων (ΔΚ) και 84 Διαβητολογικών Ιατρείων (ΔΙ) στις Παθολογικές Κλινικές των δημόσιων νοσοκομείων, όχι μόνο από εκπαιδευμένους νοσηλευτές αλλά και από ειδικούς Παθολόγους-Διαβητολόγους. Παρά το γεγονός ότι η διετής εξειδίκευση Παθολόγων/Παιδιάτρων στον ΣΔ και τα n αντικείμενα εκπαίδευσης θεσμοθετήθηκαν το 2018 (ΦΕΚ 3958, τεύχος Β, 12/09/18) και 2019 (ΦΕΚ 1357, τεύχος Β, 19/09/2019) αντίστοιχα, δεν έχουν βγει ακόμα οι εφαρμοστικές διατάξεις ώστε να αρχίσει η εξειδίκευση νέων συναδέλφων, οι οποίοι θα στελεχώσουν τα ΔΚ/ΔΙ μετά την συνταξιοδότηση των υπαρχόντων ειδικών. Αν δεν γίνουν άμεσες ενέργειες για την έναρξη της εξειδίκευσης Παθολόγων/Παιδιάτρων στον Σακχαρώδη Διαβήτη, τα Διαβητολογικά Κέντρα/Διαβητολογικά Ιατρεία θα οδηγηθούν ταχύτατα σε αδυναμία περίθαλψης των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη, με ολέθριες συνέπειες για την υγεία τους. Δεδομένου επίσης του σημαντικού ρόλου των νοσηλευτών στη φροντίδα του ΣΔ, πρέπει να υπάρξει θεσμοθετημένη εκπαίδευση νοσηλευτριών/νοσηλευτών στον ΣΔ, για την επαρκή στελέχωση των δομών (ΔΚ/ΔΙ) με εξειδικευμένο προσωπικό». Στον επιπολασμό του ΣΔ παγκοσμίως αλλά και στη χώρα μας αναφέρθηκε ο Δρ. Σταύρος Παππάς, Αντιπρόεδρος της ΕΔΕ, Παθολόγος Διαβητολόγος. «Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) έχει λάβει διαστάσεις “επιδημίας”. 1 στους 2 ανθρώπους, σχεδόν το 50% σε όλο τον κόσμο παραμένουν αδιάγνωστοι, ενώ περισσότερο από ένα εκατομμύριο παιδιά και έφηβοι πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1. Μέγιστο πρόβλημα αποτελεί και ο μεγάλος αριθμός με προδιαβήτη (374 εκατομμύρια). Πρόκειται για άτομα με διαταραχές της ομοιόστασης της γλυκόζης, οι μισοί εκ των οποίων, σε 5-10 χρόνια ενδέχεται να παρουσιάσουν Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2.

Σημαντικές μελέτες που έχουν διεξαχθεί στην χώρα μας αναφορικά με τον επιπολασμό του ΣΔ, έχουν δείξει ότι ο ΣΔ παρουσιάζει ανοδική τάση τις τελευταίες δεκαετίες (Χαρακτηριστικά παραδείγματα: ∙Μελέτη των Χριστακόπουλο- Καραμάνο, Χ. Τούντα, Α. Κοφίνη και συν. σε αγροτικό πληθυσμό και Ν. Κατσιλάμπρο και συν. (δεκαετία 1970) σε αστικό πληθυσμό, ο επιπολασμός ήταν 1,27% και 2,4% αντίστοιχα. Μελέτη Αττική, Πιτσάβου, Παναγιωτάκου και συν., το 2002 ο επιπολασμός του ΣΔτ2 ήταν 8% και το 2008, 11.2% ∙Μελέτη Μελιδώνη και συν. (2004), 7,8% ο
επιπολασμός στον αγροτικό πληθυσμό ∙ Σ.Ι. Παππά, Α. Γκίκα, Α. Σωτηρόπουλος και συν. μελέτη στη Σαλαμίνα, αύξηση από το 2002 8,7% σε 9,7% το 2006, ∙ενώ το 2014,
ο επιπολασμός ήταν 12.2% -μελέτη Α. Κουτσοβασίλη, Α. Σωτηρόπουλο, Σ. Παππά. ∙ Μελέτη Δ. Λοίζου, στην Κύπρο, ο επιπολασμός ΣΔτ2 ήταν 10.5% ∙Βάσει των μελετών Σ. Λιάτη από στοιχεία ΕΔΙΚΑ συνταγογραφές ΣΔτ2 ήταν 7% το 2014 και αργότερα 11%). Σύμφωνα με τη μελέτη ΕΜΕΝΟ (Εθνική Μελέτη Νοσηρότητας και Παραγόντων Κινδύνου) που έγινε με τη συνεργασία των Ιατρικών Σχολών της χώρας και ολοκληρώθηκε το 2016, η συχνότητα του ΣΔτ2 έχει τετραπλασιασθεί τα τελευταία 30 χρόνια και υπολογίσθηκε στο 11-12% του πληθυσμού. Επιπρόσθετα, τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται αύξηση της συχνότητας και του ΣΔτ1 (~3% κάθε χρόνο) ο οποίος, αν και αφορούσε κυρίως μικρές ηλικίες, τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται και σε μεγαλύτερες (μετά τα 40) σε ποσοστό άνω του 40%.» Επίσης, ο Αντιπρόεδρος της ΕΔΕ τόνισε ότι «αποτελεί επιτακτική ανάγκη η κατάρτιση ενός εθνικού δράσης σε δύο κατευθύνσεις: a). Καλύτερη
αντιμετώπιση των Διαβητικών Ασθενών (Βελτίωση δομών, Εκπαίδευση /Μετεκπαίδευση Γιατρών, κυρίως Νοσηλευτών και λοιπών λειτουργών υγείας, Βελτίωση παρεχόμενης Φροντίδας των
ασθενών, Ιδιαίτερα σε εποχές οικονομικής κρίσης και πανδημίας COVID -19. β). Πρόληψη ΣΔ. Προτείνεται η υιοθέτηση ενός οργανωμένου σχεδίου δράσης, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της IDF και της ΕΔΕ. Απαιτείται η συνεργασία της Πολιτείας και όλων των εμπλεκομένων φορέων (όπως ΜΜΕ, Δήμοι, Σχολεία, Σύλλογοι Διαβητικών, Ιδιωτικές πρωτοβουλίες,
Βιομηχανίες Τροφίμων) για το σχεδιασμό στρατηγικής που να αφορά την αναγνώριση των ατόμων υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη ΣΔ, τον προσδιορισμό και την μέτρηση του κινδύνου και τελικά τις παρεμβάσεις για αλλαγή τρόπου ζωής (όπως διαιτητικές συστάσεις και άσκηση). Παράλληλα τόνισε την ανάγκη για εφαρμογή της εξειδίκευσης του ΣΔ για Παθολόγους- Παιδιάτρους».

Στην ορθή διαχείριση του ατόμου με ΣΔ και κυρίως αυτού με χρόνιες επιπλοκές, αναφέρθηκε ο κ. Ανδρέας Μελιδώνης, Γενικός Γραμματέας της ΕΔΕ, Παθολόγος – Διαβητολόγος, Συντονιστής – Διευθυντής του Διαβητολογικού –Καρδιομεταβολικού Κέντρου στο Metropolitan Hospital. «Οι χρόνιες επιπλοκές του ΣΔ αποτελούν πραγματικά τη μεγάλη μάστιγα της νόσου, καθώς ο ΣΔ
διπλασιάζει έως τετραπλασιάζει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η καταιγίδα των επιπλοκών αποτρέπεται με την άριστη ρύθμιση του σακχάρου, όπως έδειξαν πολλές μεγάλες μελέτες όπως και με την ρύθμιση των άλλων παραγόντων κινδύνου – συνοδών καταστάσεων (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, παχυσαρκία), καθώς οι διαβητικοί – πολύ συχνά έως και 40% εξ αυτών- έχουν και τις τρεις αυτές συνοδές καταστάσεις. Πρόσφατη μετανάλυση 8προοπτικών τυχαιοποιημένων μελετών έδειξε σημαντική μείωση κατά 15% του κινδύνου των μείζονων καρδιαγγειακών επιπλοκών με την εντατική γλυκαιμική ρύθμιση. Το όφελος από την εντατική γλυκαιμική ρύθμιση είναι ακόμη μεγαλύτερο στα πρώτα 10 χρόνια διάρκειας του ΣΔ (μείωση 27% του κινδύνου επιπλοκών) και στα άτομα με ΣΔ χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου (μείωση 40% του κινδύνου καρδιαγγειακών επιπλοκών). Αυξημένος κίνδυνος μείζονων καρδιαγγειακών επιπλοκών (MACE) υπάρχει και στη φάση του προδιαβήτη (κατάσταση που προηγείται του διαβήτη). Μετανάλυση 129 μελετών έδειξε κατά 20% αυξημένο κινδύνου MACE στα άτομα με προδιαβήτη που επί συνύπαρξης καρδιαγγειακής νόσου ο κίνδυνος MACE aυξανόταν κατά 40%». Η διαχείριση των διαβητικών ασθενών με χρόνιες επιπλοκές, η πρόληψη και αντιμετώπιση τους γίνεται κυρίως στα Διαβητολογικά Κέντρα και Ιατρεία της χώρας μας, εξήγησε ο Γενικός Γραμματέας της ΕΔΕ «αυτή την στιγμή είναι σε οριακή κατάσταση λειτουργίας αφού ενάμιση χρόνο μετά την έκδοση ΦΕΚ για την εξειδίκευση του Διαβήτη δεν έχουν ενεργοποιηθεί εφαρμοστικές διατάξεις, με συνέπεια να μην υπάρχουν εξειδικευόμενοι στα Κέντρα. Η δυνατότητα λειτουργίας τωνΔιαβητολογικών Κέντρων είναι απολύτως οριακή και ο κίνδυνος για την περίθαλψη των διαβητικών ασθενών άμεσος και μεγάλος». Αναφερόμενος στο κόστος επιβάρυνσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας στην Ελλάδα από δαπάνες νοσηλείας/θεραπείας o κ. Μελιδώνης τόνισε «ο καλά ρυθμισμένος ασθενής ΣΔ χωρίς επιπλοκές και νοσηρότητες στοιχίζει ~1.000 ευρώ/έτος, ο αρρύθμιστος τουλάχιστον 50% επιπλέον ενώ ο αρρύθμιστος ασθενής με ΣΔ, επιπλοκές και συνοσηρότητες στοιχίζει πάνω από 7.500 ευρώ/έτος, σύμφωνα με τη μελέτη Hercules 1 ». Όσον αφορά την πανδημία, o κ. Μελιδώνης τόνισε ότι «σύμφωνα με τα στοιχεία της IDF, μέχρι και 50% όσων διαγνώστηκαν με Cοvid-19 πάσχουν και από Διαβήτη, ενώ οι διαβητικοί ασθενείς με Covid-19 έχουν τετραπλάσιο κίνδυνο θνητότητας, συγκριτικά με τους μη διαβητικούς με Covid-19. Oι νοσηλευόμενοι με Covid διαβητικοί ασθενείς που παρουσιάζουν καλή
γλυκαιμική ρύθμιση κατά την νοσηλεία τους, μειώνουν κατά 80% τον κίνδυνο θνητότητας σε σχέση με τους αρρύθμιστους».

Στους τρόπους αντιμετώπισης του ΣΔ αναφέρθηκε η MD, PhD Μαγδαληνή Μπριστιάνου, Ταμίας της ΕΔΕ Παθολόγος- Διαβητολόγος, Διευθύντρια Παθολογικής Kλινικής Γ.Ν. Λαμίας, «για την αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη, είναι αναγκαίες παρεμβάσεις που στοχεύουν σε εξατομικευμένες διατροφικές τροποποιήσεις, αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και τακτική ιατρική παρακολούθηση . Οι διαβητικοί ασθενείς ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου και κρίνεται ιδιαίτερα αναγκαία η συστηματική εφαρμογή μέτρων με έμφαση στα ακόλουθα: επαρκής ενυδάτωση, καλή γλυκαιμική ρύθμιση, φυσική δραστηριότητα/άσκηση, κατανάλωση τροφών ή ροφημάτων πλούσιων σε αντιοξειδωτικά (όπως φρούτα, λαχανικά, πράσινο τσάι) και η αποφυγή λήψης επεξεργασμένων τροφίμων ή περισσοτέρων των 5 γραμμαρίων αλατιού ημερησίως.
Ισχύουν τα γενικά μέτρα όπως: εφαρμογή μάσκας, συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό και χρήση αλκοολούχου διαλύματος, ειδικά πριν το φαγητό και μετά από επίσκεψη σε δημόσιους χώρους. Αποφυγή επαφών και διατήρηση απόστασης από ανθρώπους που έχουν συμπτώματα ή νοσούν εμφανώς. Συμμόρφωση στη χρόνια φαρμακευτική αγωγή και στις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών. Άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος και ιατρική αξιολόγηση». Την εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της ΕΔΕ για το ΣΔ στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Διαβήτη 2020, στηρίζουν οι εταιρείες: Novo Nordisk, Pfizer, Βoehringer Ingelheir

Ο Διαβήτης σε αριθμούς

Σύμφωνα με τη Διεθνή Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF):

  • 463 εκατομμύρια ενήλικες (1 στους 11) ζούσαν με ΣΔ το 2019
    Ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν με ΣΔ αναμένεται να αυξηθεί στα 578
    εκατομμύρια μέχρι το 2030
  • 1 στους 2 ενήλικες με ΣΔ παραμένουν αδιάγνωστοι (232 εκατομμύρια). Η
    πλειονότητα αυτών παρουσιάζει ΣΔ τύπου 2 (ΣΔτ2)
  • Περισσότερα από 3 στα 4 άτομα με Διαβήτη ζουν σε χώρες με χαμηλά και
    μεσαία εισοδήματα
  • 1 στα 6 έμβρυα που γεννιούνται (20 εκατομμύρια) εμφανίζουν υψηλά
    επίπεδα γλυκόζης αίματος (υπεργλυκαιμία) λόγω προσβολής κατά τη
    διάρκεια της εγκυμοσύνης
  • Tα δύο τρίτα των ατόμων με Διαβήτη ζουν σε αστικές περιοχές και τα τρία
    τέταρτα είναι σε ηλικία απασχόλησης
  • 1 στα 5 άτομα με ΣΔ (136 εκατομμύρια) είναι άνω των 65 ετών
  • Ο ΔΣ προκάλεσε 4,2 εκατομμύρια θανάτους το 2019
  • Ο ΣΔ ήταν υπεύθυνος για δαπάνες υγείας ύψους τουλάχιστον 760 δισεκ.
    δολαρίων το 2019 – 10% της παγκόσμιας συνολικής δαπάνης για υγειονομική περίθαλψη
  • Ανάλογα με την παγκόσμια εντόπιση, έως 50% των ατόμων που
    διαγνώσθηκαν με COVID-19 ζούσαν με ΣΔ

Το νοσηλευτικό δυναμικό σε αριθμούς

  • Οι νοσηλευτές αποτελούν το 59% των επαγγελματιών στον τομέα
    υγείας – την μεγαλύτερη επαγγελματική ομάδα
  •  Το παγκόσμιο δυναμικό νοσηλευτών είναι 27,9 εκατομμύρια, εκ των οποίων
    τα 19,3 εκατομμύρια είναι επαγγελματίες νοσηλευτές
  • Το παγκόσμιο έλλειμμα νοσηλευτών υπολογίζεται στα 5,9 εκατομμύρια,
    το 89% εκ των οποίων εντοπίζεται σε χώρες με χαμηλά και μεσαία
    εισοδήματα
  • Ο αριθμός των αποφοίτων νοσηλευτικών σχολών πρέπει να αυξάνεται κατά 8% ανά έτος προκειμένου να αντιμετωπιστεί το προβλεπόμενο παγκόσμιο έλλειμμα μέχρι το 2030
  • Περίπου το 90% του νοσηλευτικού δυναμικού είναι γυναίκες

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here