Χειραψία Πανδημία: Μια ανάμνηση που “πονάει” – Ας δημιουργήσουμε νέο μονοπάτι έκφρασης

Χειραψία Πανδημία: Τις προάλλες είχα βγει να περπατήσω. Ήθελα να καθαρίσει λίγο ο νους μου. Ήταν μια όμορφη χειμωνιάτικη μέρα, με τα δέντρα ακόμα να ρίχνουν τα φύλλα τους, ξεχασμένα από το φθινόπωρο ακόμα και τα σπίτιa σιγά σιγά να στολίζονται για τα Χριστούγεννα. Στην αυλή ενός γείτονα πιο κάτω, παρατήρησα πολλές μικρές ταφόπλακες στον κήπο του, δεκάδες από αυτές. Μία μού τράβηξε την προσοχή: εις μνήμην των χειραψιών και των αγκαλιών.

Είναι αστείο αν σκεφτεί κανείς τι μας συγκινεί αυτές τις μέρες. Ήταν ομολογουμένως μια έκφραση μαύρου χιούμορ, αλλά αυτή η φράση έφερε στη μνήμη μου αναμνήσεις χειραψιών και αγκαλιών, που ήταν τόσο μεγάλο μέρος της ζωής μου μέχρι πρόσφατα. Μετά βίας αναγνώριζα τον κεντρικό ρόλο που έπαιζαν στον κόσμο μου.

Μεγάλωσα σε μια μικρή αμερικάνικη πόλη στα δυτικά, ένα μέρος που προσέλκυε ορφανούς ανθρώπους. Δεν εννοώ ορφανούς με την παραδοσιακή έννοια, κυρίως μιλώ για ανθρώπους που έρχονταν από μακρινά μέρη ολομόναχοι και στέριωναν σε αυτό το μέρος. Ήταν φυσικό να δει ο ένας τον άλλο ως οικογένεια, ως υποστηρικτικό σύστημα, ως μια πηγή χαράς και θεραπείας για την μοναξιά.

Αυτό συνέβαινε επί τέσσερις γενιές τόσο έντονα που μεγάλωσα πιστεύοντας ότι είχα δεκάδες θείους και θείες – έτσι είχα μάθει να τους αποκαλώ – ακόμα κι αν κανένας από αυτούς δεν ήταν συγγενής εξ αίματος. Κάθε φορά που θα συναντούσα έναν από αυτούς, χαιρετιόμασταν με μία αγκαλιά ή μια χειραψία.

Αν και οι δύο πράξεις είχαν βαθιά σημασία για εμάς εκείνη την εποχή σε εκείνο το μέρος, έμαθα ότι η χειραψία είχε μια ιδιαίτερη αξία για πολλούς λόγους. Αποτελούσε μια σημαντική μορφή χαιρετισμού. Ήταν ένα δέσιμο, τόσο σε εργασιακά όσο και σε προσωπικά πλαίσια, μία χειρονομία που επισφράγιζε μια συμφωνία ή μια υπόσχεση, όσο μικρή κι αν ήταν. Εξέφραζε επίσης το ευχαριστώ, το αντίο και μερικές φορές αντικαθιστούσε την αγκαλιά, όταν η τελευταία φαινόταν λίγο υπερβολική. Και ύστερα, μετά από δεκαετίες, ξαφνικά και οι δύο πράξεις έγιναν αναμνήσεις.

Καθώς περπατούσα εκείνη τη μέρα, αναρωτιόμουν σχετικά με την ακρίβεια του μηνύματος εκείνης της ταφόπλακας. Χωρίς να γνωρίζω πόσο καιρό θα κυριαρχεί ακόμα αυτή η αβεβαιότητα, άρχισα να συλλογίζομαι έναν κόσμο στον οποίο οι χειραψίες δεν θα επέστρεφαν ποτέ ξανά. Σκεπτόμενος το τέλος τους, θυμήθηκα και την αρχή τους.

Όταν ήμουν περίπου 10 ετών, ο μπαμπάς ενός φίλου μου άρχισε να μας μιλά όχι μόνο για τη σημασία μιας χειραψίας, αλλά για την τέχνη και την επιστήμη της. Κάθε φορά που τον επισκεπτόμουν, με εξέταζε. Σε εκείνα τα πρώτα χρόνια εκπαίδευσής μου στη χειραψία, το βάρος ένιωθα ότι έπρεπε να πέφτει στη δύναμη της πράξης.

Για χρόνια, τα τεράστια χέρια του κάλυπταν τα δικά μου. Κάθε φορά τα έσφιγγε λίγο περισσότερο. Με αυτό τον τρόπο, μου έστελνε ένα σήμα – όχι ότι κυριαρχούσε, αλλά περισσότερο μου υπενθύμιζε ότι δεν είχα ακόμα απορροφήσει πλήρως τα μαθήματα που μου έδινε. Όταν τα χέρια μου δυνάμωσαν και μεγάλωσαν, έκανε και πάλι την ίδια άσκηση, αποκαλύπτοντάς μου αργότερα ότι το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης δεν προερχόταν από τον μυ, αλλά από το ίδιο το πιάσιμο, τον τρόπο.

Αργότερα, μου έδειξε πώς το να συγκρατείς μάλιστα τη δύναμη ήταν συχνά αποτελεσματικότερο. Και τα μαθήματα συνεχίζονταν, όπως και η χαρά μου να τελειοποιώ αυτή την πράξη. Επιστρέφοντας τη σκέψη μου στο εδώ και τώρα, ένιωσα τον πόνο στη γνώση ότι τώρα αυτό έχει χαθεί, ή έτσι τουλάχιστον ένιωσα.

Μπορεί να φανεί ανόητο, αλλά υπήρξε ένα σύντομο συναίσθημα πένθους. Μετά από εκείνα τα χρόνια, η χειραψία είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής μου ζωής. Ήταν στο πώς γνώριζα και συναντούσα ανθρώπους, πώς εργαζόμουν και στο πώς συστηνόμουν. Κάθε φορά που έβρισκα τους φίλους μου, τους έσφιγγα το χέρι.

Πέρα από τους φίλους, η χειραψία ήταν συχνά ένας τρόπος να γεφυρώσεις ένα χάσμα με εχθρούς, να λύσεις μια παρεξήγηση. Είχα μάλιστα διδάξει στα παιδιά μου πολλά από εκείνα τα μαθήματα. Και την ώρα που είχα βυθιστεί σε εκείνες τις αναμνήσεις, φαντάστηκα εμένα νέο.

Και αν και μπορούσα να δω τα μεγάλα του χέρια, να νιώσω τη δύναμή του, αυτό που περισσότερο παρατήρησα ήταν το πόσο φωτεινά ήταν τα μάτια του. Από την αρχή, θυμήθηκα ότι αν και εγώ εστίαζα αλλού, εκείνος πάντα φώναζε όταν δίναμε τα χέρια: «Κοίτα με στα μάτια. Να το εννοείς». Και κάθε φορά που το έλεγε, χαμογελούσε με αποφασιστικότητα.

Αυτό που γνώριζε και αυτό που επίσης έμαθα κι εγώ, αλλά είχα θάψει άθελά μου, ήταν πως η χειραψία είναι ένα μέσο μετάδοσης. Δεν ήταν το πρωταρχικό στοιχείο, αλλά απλώς ένα μέσο να αποκαλύψει κανείς την καρδιά, την ψυχή και το νου του. Πράγματι, γι’ αυτό και ήταν τόσο πολύτιμη στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου.

Αλλά με τα χρόνια, είχα δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην ίδια την πράξη και είχα υποτιμήσει τη σημασία της – δηλαδή τα μάτια και το χαμόγελο, οι πραγματικοί καθρέφτες της ψυχής. Είναι ένα συνηθισμένο λάθος.

Δεν το θέλουμε, αλλά συχνά ξεχνάμε το «να το εννοείς». Ίσως λοιπόν, η υπενθύμιση του «εις μνήμην» για τις χειραψίες και τις αγκαλιές να είναι λιγότερο έκφραση μαύρου χιούμορ και περισσότερο ένα μήνυμα για την πραγματική σημασία όλων των μορφών σωματικής επαφής που είχαμε στην καθημερινότητά μας. Είναι μέσα μετάδοσης αυτού που θέλουμε να δείξουμε στον άλλο. Και με αυτό κατά νου, μπορούμε για τον επόμενο καιρό να δημιουργήσουμε ένα νέο μονοπάτι έκφρασης.

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here