Στο 16% του ΑΕΠ τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας – Γιατί θα πρέπει να αποσυρθούν σταδιακά

Στο 16% του ΑΕΠ τοποθετεί η Τράπεζα της Ελλάδος στην ενδιάμεση έκθεσή της για την ελληνική οικονομία, τη συνολική δημοσιονομική παρέμβαση για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του κορωνοϊού, τονίζοντας πως η διαδικασία απόσυρσης της κρατικής στήριξης θα πρέπει να συντονιστεί με τη σταδιακή επιστροφή σε θετικούς ανάπτυξης και να μη γίνει βεβιασμένα.

Αξιολογώντας την αποτελεσματικότητα της ελληνικής αντίδρασης στο ξέσπασμα της πανδημίας, η ΤτΕ αναφέρει πως η κυβέρνηση αντιμετώπισε την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού με την εφαρμογή μέτρων αναβολής είσπραξης οφειλών, άμεσης δημοσιονομικής επέκτασης και παροχής ρευστότητας μέσω κρατικών εγγυήσεων και δανείων.

Τα μέτρα αυτά έχουν συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα 11,2% του ΑΕΠ. Αν προστεθεί η πληρωμή των αναδρομικών για τις περικομμένες συντάξεις τότε το συνολικό πακέτο αυξάνεται στο 12,5% του ΑΕΠ. Εάν συνυπολογιστεί και η χρηματοπιστωτική μόχλευση, τότε το σύνολο των παρεμβάσεων για το 2020 διαμορφώνεται στο 16% του ΑΕΠ

Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει πως η προαναφερόμενη έκτακτη δημοσιονομική παρέμβαση διευκολύνθηκε από τη συντονισμένη δράση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής με διατήρηση του κόστους δανεισμού σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα και της δημοσιονομικής απόκρισης σε επίπεδο ΕΕ με την ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής. Ωστόσο, υπογραμμίζει τα εξής:

Πρώτον, οι μέχρι τώρα έκτακτες στοχευμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις της ελληνικής κυβέρνησης δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε βοηθήματα και επιδόματα και λιγότερη σε δάνεια μέσω κρατικών εγγυήσεων. Ως εκ τούτου, αν και δίνουν μεγαλύτερη ώθηση στην οικονομία, μέσω της διατήρησης της καταναλωτικής ζήτησης, ταυτόχρονα καθιστούν μεγαλύτερη την επιβάρυνση του προϋπολογισμού για το τρέχον έτος. Παράλληλα όμως, αυτό καθιστά τα δημόσια οικονομικά λιγότερο εκτεθειμένα στον κίνδυνο από μελλοντικές καταπτώσεις εγγυήσεων (contingent liabilities).

Δεύτερον, η ανατροπή του δημοσιονομικού στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα και η δημιουργία ελλείμματος ήταν το συνδυασμένο αποτέλεσμα τόσο της αλλαγής κατεύθυνσης της δημοσιονομικής πολιτικής σε επεκτατική όσο και της οικονομικής ύφεσης.

Τρίτον, με βάση τις μέχρι σήμερα διενεργηθείσες εκτιμήσεις, προβλέπεται το 2021 και το 2022, και μόλις οι επείγουσες συνθήκες εκλείψουν, βαθμιαία μεταστροφή της δημοσιονομικής πολιτικής σε προκυκλική συσταλτική κατεύθυνση, ενώ το παραγωγικό κενό προβλέπεται να παραμείνει αρνητικό.

Αν και η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη μελλοντική εξέλιξη της πανδημίας, αναμένεται ότι η οικονομία, μετά τη βαθιά ύφεση το 2020, θα αρχίσει από το 2021 να επιστρέφει σταδιακά σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Το παραγωγικό κενό όμως προβλέπεται να παραμένει αρνητικό, καταγράφοντας μάλιστα υψηλές τιμές.

«Η διαδικασία απόσυρσης της κρατικής στήριξης θα πρέπει να συντονιστεί με τη σταδιακή επιστροφή σε θετικούς και ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και ιδιαίτερα στους τομείς που έχουν πληγεί περισσότερο. Σε διαφορετική περίπτωση, ενισχύεται ο κίνδυνος εγκλωβισμού σε μια κατάσταση μακροχρόνιας οικονομικής στασιμότητας με διαρκείς αποπληθωριστικές πιέσεις», προειδοποιεί η Τράπεζα της Ελλάδος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here