«Έτσι του άξιζε»: Η ιστορία της δολοφονίας γνωστού δικηγόρου από τη σύζυγό του

«Έτσι του άξιζε! Δεν θα τον άφηνα να ζήσει με την ερωμένη του» φώναζε από τη κρατητήριο η Δουκαίνη που λίγες ώρες νωρίτερα είχε δολοφονήσει τον σύζυγο της, γνωστό δικηγόρο της Θεσσαλονίκης μέσα στο διαμέρισμα τους.

Ο Διονύσης και η Δουκαίνη έζησαν μαζί για 22 χρόνια στο πολυτελές διαμέρισμα τους στη Θεσσαλονίκη. Όμως τον Ιούνιο του 1961, εκείνος μετακόμισε σε συγγενικό του σπίτι με τις φήμες να λένε ότι δεν άντεξε το «τυραννικό και ζηλότυπο χαρακτήρα της». Από την άλλη πλευρά, στις παρέες της πόλης ακουγόταν ότι εκείνος ωθήθηκε σε αυτή την ενέργεια επειδή δημιούργησε δεσμό με άλλη γυναίκα.

Πάντως ο Διονύσης μετά την απομάκρυνση του από την συζυγική οικία κατέθεσε αγωγή διαζυγίου και υπόθεση πήρε το δρόμο της δικαιοσύνης. Είχαν εκδοθεί και κάποιες δικαστικές αποφάσεις, εκείνος έκανε κάθε προσπάθεια να εκδοθεί το διαζύγιο, εκείνη επεδίωκε με κάθε τρόπο την ματαίωση του. Μάλιστα όταν κατάλαβε ότι απόφαση του Διονύση ήταν αμετάκλητη, φέρεται να είχε καταληφθεί από εκδικητική μανία και δηλώνουν σε όλους τους γνωστούς τους «ότι θα έκανε κακό στον άντρα της».

«Τις βλέπεις αυτές; Η μία προορίζεται για τον άντρα μου και οι άλλη για μένα. Έχω περίστροφο στο σπίτι» είπε ένα πρωινό σε φίλο του συζύγου της. Ο Διονύσης μόλις ενημερώθηκε, έκανε καταγγελία στην αστυνομία, όπου και εκλήθη η Δουκαίνη για να δώσει εξηγήσεις για τις απειλές και το περίστροφο. Αρνήθηκε όμως τα πάντα λέγοντας: «Εγώ περίστροφο; Που να το βρω εγώ αυτό το πράγμα; Αυτά τα διαδίδουν ο άντρας μου και η φιλενάδα του για να μου κάνουν περισσότερο κακό. Μην πιστεύετε τίποτα από αυτά». Όμως η 55χρονη γυναίκα δεν έλεγε την αλήθεια, είχε ήδη πάρει την απόφαση της να σκοτώσει τον άντρα της και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να το πραγματοποιήσει.

Ήταν Κυριακή 12 Ιουνίου 1961 όταν ο δικηγόρος του Διονύση της τηλεφώνησε για να την παρακαλέσει την επόμενη μέρα να του παραδώσει κάποια από τα βιβλία του και ορισμένα έπιπλα. Εκείνη απάντησε ότι δεν έχει καμία αντίρρηση και έκλεισε το τηλέφωνο. Λίγο αργότερα την επισκέφτηκε στο σπίτι μία νεαρή γυναίκα, συγγενικό της πρόσωπο, που την βρισκόταν εκεί καθημερινά μετά την αποχώρηση του Διονύση από το σπίτι προκειμένου να της κρατά συντροφιά. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, η 55χρονη φαινόταν αναστατωμένη και κάποια στιγμή της είπε: «Θα έρθει αύριο αυτός, για να πάρει τα πράγματα του. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να κρατηθώ».

Η σκηνή του φόνου

Το επόμενο πρωί ο δικηγόρος πήγε στο σπίτι του συνοδευόμενος από τρεις ανθοφόρους προκειμένου να παραλάβει τα βιβλία και τα έπιπλα του. Εκείνη παρακολουθούσε τη σκηνή και όταν η μετακόμιση είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, πλησίασε και φώναξε: «Διονύση θέλω να σου μιλήσω. Να μιλήσουμε για τελευταία φορά».

Εκείνος το σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα και στη συνέχεια προχώρησε στο σαλόνι, όταν ο τελευταίος αχθοφόρος έβγαινε από το διαμέρισμα. Εκείνη έκλεισε πίσω από την πόρτα. Το τι ακολούθησε, δεν υπήρξε κανένας αυτόπτης μάρτυρας για να το περιγράψει. Ο αχθοφόρος πάντως, τη στιγμή που κατέβαινε τις σκάλες της πολυκατοικίας άκουσε φωνές να βγαίνουν από το διαμέρισμα. «Μη με σκοτώσεις! Δεν ξέρεις τι κάνεις! Βοήθεια!» ακούστηκε μια φωνή.

Κουτρουβαλώντας τα σκαλιά ο αχθοφόρος βγήκε από την πολυκατοικία και φώναξε τον πρώτο χωροφύλακα που βρήκε μπροστά του σε περιπολία. «Επάνω στο τρίτο πάτωμα σκοτώνουν το δικηγόρο!» φώναξε και έφυγε τρέχοντας μαζί με τον αστυνομικό προς το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου. Οι δύο άντρες άρχισα να χτυπούν την πόρτα, η οποία άνοιξε λίγα λεπτά αργότερα για να βγει από το διαμέρισμα εκείνη φωνάζοντας: «Τον σκότωσα. Τον σκοτώσω γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. Δε θα τον άφηνα με κανένα τρόπο να πάει στη φιλενάδα του. Τώρα δε με νοιάζει αν σκοτωθώ και εγώ». Ο αστυνομικός μπήκε με φορά στο διαμέρισμα για να αντικρίσει στο πάτωμα του σαλονιού το πτώμα το δικηγόρου. Την ίδια στιγμή εκείνη είχε ξεκινήσει να ανεβαίνει τις σκάλες προς την ταράτσα, φωνάζοντας στον αχθοφόρο που την ακολουθούσε: «Άφησε με, άφησε με να πέσω από την ταράτσα να σκοτωθώ».

Η είδηση της δολοφονίας του Διονύση έπεσέ σαν βόμβα στην Θεσσαλονίκη με πολλούς από τους συνεργάτες του και φίλους του ζευγαριού να υποστηρίζουν ότι η σύζυγος του τον ζήλευε παθολογικά. Μάλιστα, όπως έλεγαν, επειδή ο ίδιος ήταν πράος ως χαρακτήρας ανεχόταν όλες τις ιδιοτροπίες της για πολλά χρόνια και ποτέ κανένας δεν τον είχε ακούσει να παραπονιέται. Ωστόσο, όλοι φαίνεται πως γνώριζαν τις απειλές της, ενώ ο ίδιος αστειευόταν με το θέμα. Κάποια μέρα είχε πει στην γραμματέα του: «Μαζεύω επιστολές για τον άλλο κόσμο! Θα με σκοτώσουν να το ξέρετε!». Εκείνη πάλι, έλεγε σε φίλους και γνωστούς: «Εγώ δεν είμαι γυναίκα που την αφήνουν εύκολα. Ούτε δικαστήριο θα περιμένω, ούτε το διαζύγιο. Θα κανονίσω τα πράγματα μονάχη μου!».

Η γνωριμία τους

Ο Διονύσης είχε ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως πρωτόδικης, όταν παντρεύτηκε μία δακτυλογράφο της υπηρεσίας του και τελικά παραιτήθηκε για να επιδοθεί στην ελεύθερη δικηγορία. Λίγο καιρό αργότερα προσελήφθη σε κατάστημα γνωστής τράπεζας και έχει καταφέρει να φτάσει στο βαθμό του προϊσταμένου του δικαστικού τμήματος. Λίγο καιρό αργότερα ήρθε σε διάσταση με την πρώτη του σύζυγο, με την οποία έχει αποκτήσει και μία κόρη. Μετά το χωρισμό του ήρθε να δουλέψει στο υποκατάστημα της τράπεζας ως δακτυλογράφος και η Δουκαίνη, η οποία είχε χωρίσει επίσης από το πρώτο την σύζυγο, έχοντας αποκτήσει μία κόρη.

Η γνωριμία του Διονύση μαζί της και η συνεχής τους συνεργασία είχε ως αποτέλεσμα την σύνοψη ερωτικών σχέσεων που κατέληξαν σε γάμο το 1938. Τα πρώτα χρόνια πέρασαν ήρεμα, παρά τον έντονο χαρακτήρα της, όμως ο Διονύσης δεν άντεξε και της ζήτησε διαζύγιο έπειτα από 22 χρόνια. Την παραμονή του άγριου φονικού, εκείνη έκανε μία τελευταία προσπάθεια για να κρατήσει το σύζυγό της. Πήγε στο υποκατάστημα της τράπεζας που εργαζόταν με την πρόφαση ότι θα επισκεπτόταν το γιατρό του υποκαταστήματος και προσπάθησε να συναντηθεί με το Διονύση, όπως και κατάφερε εντελώς τυχαία μέσα στο ασανσέρ. «Μη με αφήνεις» του είπε κι εκείνος της απάντησε: «Εσύ με ανάγκασες».

Η ίδια περιέγραψε στις φίλες της ότι η οριστική ρήξη ήρθε μετά από τηλεφώνημα που έκανε σε φίλη του δικηγόρου, γεγονός που τον εξαγρίωσε. «Την πήρα στο τηλέφωνο και της είπα να σταματήσει να βλέπει τον άντρα μου. Της είπα ο,τι έγινε, έγινε, ας μη φτάσουμε στα άκρα. Της είπα ότι δεν είμαι καμιά φιλενάδα του και ότι έχω στεφάνι μαζί του. Εκείνη τότε μου απάντησε να κρατήσω το στεφάνι κι αυτή να κρατήσει τον άντρα μου» περιέγραψε. Οι απόψεις για το θέμα αυτό διίστανται πάντως, με τους περισσότερους φίλους του ζευγαριού να υποστηρίζουν ότι τα περί ύπαρξης ερωμένης, ήταν αποκυήματα της φαντασίας της ζηλότυπης συζύγου.

Η δίκη και η απολογία

«Μοίρα κακή έκανε τα χέρια αυτά να πάρουν τη ζωή του ανθρώπου που για 22 χρόνια τον χάιδευαν. Μοίρα κακή αυτή που κυβερνά τη ζωή μου. Η γνωριμία μου μαζί του ήταν λάμψη φωτός, αχτίδα χαράς. Ζούσαμε καλά με τον άνδρα μου αγαπημένοι, ταιριασμένοι. Ήμασταν ένα υποδειγματικό ζευγάρι. Την ευτυχισμένη ζωή μας διέκοψε η χήρα» είπε κατά την απολογία της στο δικαστήριο, ρίχνοντας το φταίξιμο στην περίφημη ερωμένη.

Η ίδια περιέγραψε ότι είχε πρώτη γνωρίσει την συμβολαιογράφο, το 1954, σε κάποιο φιλικό σπίτι και η γνωριμία με τον άνδρα της έγινε στις εκλογές του 1956, οπότε και είχαν διοριστεί μαζί ως δικαστικοί αντιπρόσωποι σε ένα χωριό στις Σέρρες. «Εγώ έκανα στενή παρέα μαζί της. Όταν πέθανε ο άνδρας της ζήτησε τη βοήθεια του συζύγου μου για να διαχειριστεί τις υποθέσεις του γραφείου του και εγώ τον παρότρυνα να τη δώσει. Δεν ήξερα η άμοιρη πως εκείνη την ώρα υπέγραφα την καταδίκη μου. Δεν ήξερα πως είχα να κάνω με ένα φίδι που ζέσταινα στον κόρφο μου. Η συνεργασία γινόταν ολοένα και πιο στενή και τότε άρχισα να υποψιάζομαι ότι κάτι συμβαίνει. Άλλαξε η συμπεριφορά του. Από 62 ετών που ήταν, κοντά της γινόταν παλικάρι 32 ετών» είπε στους δικαστές.

Περιγράφοντας λίγο αργότερα τη στιγμή της δολοφονίας είπε πως τον παρακάλεσε να γυρίσει πίσω κι εκείνος αρνήθηκε. «Για μια π@@@ καταστρέφεις το σπίτι σου; του είπα και μόλις το άκουσε έβγαλε από την τσέπη του ένα όπλο και με πυροβόλησε δυο φορές. Τότε εγώ έτρεξα στην κουζίνα, πήρα δυο μαχαίρια και γύρισα πίσω. Του ζήτησα να αφήσει κάτω το πιστόλι γιατί είχα και εγώ φονικά όπλα. Δεν το άφησε και ακολούθησε συμπλοκή. Πώς έγινε το κακό, ούτε κι εγώ ξέρω» ανέφερε.

Ο εισαγγελέας της έδρας ήταν «καταπέλτης» στην αγόρευση του, ζητώντας την καταδίκη της χωρίς κανένα ελαφρυντικό. «Το θύμα για 20 χρόνια προπηλακιζόταν, εξευτελιζόταν και διασυρόταν από την κατηγορούμενη ακόμη και ενώπιον τρίτων. Πράγματι, το θύμα διέπραξε μεγάλο σφάλμα. Το σφάλμα αυτό ήταν ότι ανέσυρε την κατηγορουμένη από απλή γραμματέα και την έκανε κυρία. Για αυτή, το θύμα ήταν πορτοφόλι και όχι σύντροφος», είπε ο εισαγγελέας.

Στα μέσα του Δεκέμβρη του 1961 η 55χρονη καταδικάστηκε σε κάθειρξη 21 ετών και 8 μηνών, αφού το δικαστήριο της αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.

Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Newsbomb.gr.


Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here