Πώς θα υπολογίζει η εφορία το φόρο εισοδήματος όσων δεν υποβάλουν φορολογικές δηλώσεις

Οδηγίες για το πως θα υπολογίζει η φορολογική διοίκηση το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, την ειδική εισφορά αλληλεγγύης, το τέλος επιτηδεύματος και το φόρο πολυτελούς διαβίωσης, για τα φορολογικά έτη από το 2015 και μετά, εφόσον δεν έχει υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήματος, παρότι υπήρχε η σχετική υποχρέωση, έδωσε ο επικεφαλής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) Γιώργος Πιτσιλής με εγκύκλιό του.

Η εγκύκλιος Πιτσιλή ξεκαθαρίζει πως σε αυτές τις περιπτώσεις εκδίδεται πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με την προϋπόθεση ότι από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η εφορία προκύπτει αφενός η φορολογητέα ύλη για τον κατ’ εκτίμηση προσδιορισμό της φορολογικής υποχρέωσης και αφετέρου το ποσό φόρου προς βεβαίωση για τον φορολογούμενο που υπερβαίνει το ποσό των 30 ευρώ. Με την ίδια πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού υπολογίζεται η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, το τέλος επιτηδεύματος και ο φόρος πολυτελούς διαβίωσης κατά περίπτωση.

Σε περίπτωση εγγάμων ή μερών συμφώνου συμβίωσης δύναται να εκδίδεται πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου και για τους δύο συζύγους εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται η έγγαμη σχέση ή το σύμφωνο συμβίωσης μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της πράξης εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου.

Η εγκύκλιος αναφέρει πως τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του εισοδήματος κατά την έκδοση πράξης εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος είναι τα εξής:

  • Τα ηλεκτρονικά αρχεία βεβαιώσεων αποδοχών ή συντάξεων, αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και εισοδημάτων από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα για τα φορολογικά έτη 2015 και επόμενα.
  • Διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν λοιπά εισοδήματα και αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης ή απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.
  • Ηλεκτρονική βάση δεδομένων, που είναι διαθέσιμη στην ΑΑΔΕ και δύνανται να αφορούν την άσκηση επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς επίσης και από στοιχεία που λήφθηκαν στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληροφοριών για την εφαρμογή της διεθνούς διοικητικής συνεργασίας στο πεδίο της άμεσης φορολογίας.
  • Εν γένει κάθε διαθέσιμη πληροφορία από τρίτους που λαμβάνει η φορολογική διοίκηση, η οποία εξυπηρετεί την ανάγκη διασταύρωσης των δηλούμενων εισοδημάτων, των παρακρατούμενων φόρων ή των δαπανών.

Στην εκδοθείσα σε αυτές τις περιπτώσεις πράξη προσδιορισμού φόρου θα πρέπει να αναφέρεται ότι η φορολογική διοίκηση προέβη στον εκτιμώμενο προσδιορισμό φόρου λόγω μη υποβολής δήλωσης του φορολογούμενου μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της πράξης εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου. Επίσης, θα πρέπει να αναγράφονται τα στοιχεία εκείνα που έλαβε υπόψη της μέχρι την ως άνω ημερομηνία για τον κατ’ εκτίμηση προσδιορισμό της φορολογικής του υποχρέωσης. Τα στοιχεία αυτά δύνανται να αναφέρονται και σε ξεχωριστό φύλλο, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πράξης του εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου.

Όπως ξεκαθαρίζει η εγκύκλιος Πιτσιλή, επί του ποσού του φόρου που προσδιορίζεται με την πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου δεν υπολογίζονται πρόστιμα , υπολογίζεται όμως ο τόκος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Ως αφετηρία υπολογισμού του τόκου λαμβάνεται η λήξη της προθεσμίας κατά την οποία θα έπρεπε να είχε αρχικά καταβληθεί, βάσει του νόμου, ο φόρος που προκύπτει από την πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού.

Η πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου εκδίδεται και κοινοποιείται από την εφορία εντός των προθεσμιών του νόμου, ενώ ο φορολογούμενος υποχρεούται σε καταβολή του οφειλόμενου με βάση την πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της πράξης, εκτός αν υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος.

Ειδικότερα, η δήλωση του φορολογούμενου, που υποβάλλεται ύστερα από την έκδοση πράξης εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, με τα συνοδευτικά έγγραφα θα πρέπει να υποβάλλεται με ψηφιακή απεικόνιση (scan) μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή (με φυσικό φάκελο) ταχυδρομικά, είτε, με συστημένη επιστολή ή με υπηρεσία ταχυμεταφοράς.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος υποβάλει δήλωση, η πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου παύει να ισχύει αυτοδικαίως, εκδίδεται άμεσα πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου με βάση την υποβληθείσα δήλωση και τα σχετικά δικαιολογητικά, και βεβαιώνονται οι προσδιοριζόμενες με αυτή οφειλές.

Στην περίπτωση που με βάση τη δήλωση και τα δικαιολογητικά προκύψει μικρότερο ποσό οφειλής, το επιπλέον βεβαιωθέν ποσό διαγράφεται, το δε τυχόν επιπλέον καταβληθέν ποσό επιστρέφεται. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο περί εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης.


Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here