Επιτυχίες παρά τις ατέλειες για το ευρώ, που γίνεται 20 ετών


Τον Ιανουάριο το ευρώ θα γίνει 20 ετών, αλλά όντας το δεύτερο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου έχει ήδη ενηλικιωθεί πολύ νωρίτερα. Μετά δύο δεκαετίες ανελέητης κριτικής και προβλέψεων περί καταστροφής, το ευρώ έχει ήδη διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο προέβλεπαν οι σκληρότεροι επικριτές του το 1999. Ομως, παρ’ όλες τις ατέλειές του και τη σκληρή κριτική κατά της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, το ευρώ προβάλλει μετά δύο δεκαετίες με τρία αξιοσημείωτα επιτεύγματα. Πρώτον, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις συγκεντρώνει σήμερα υψηλότερη υποστήριξη από την κοινή γνώμη απ’ οποιοδήποτε άλλο χρονικό σημείο τις δύο περασμένες δεκαετίες. Δεύτερον, οι κυβερνήσεις των πλέον υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης έχουν εξοικονομήσει σημαντικότατα ποσά χάρη στο χαμηλότερο κόστος δανεισμού που προσέφερε το ευρώ. Τρίτον, η ΕΚΤ αποδείχθηκε πολύ πιο ευέλικτη και καινοτόμα όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με περιοδικές κρίσεις απ’ ό,τι πίστευαν ακόμη και οι θερμότεροι υποστηρικτές της στα τέλη του ’90.

Το 2010, τη χρονιά που διασώθηκαν οικονομικά η Ελλάδα και η Ιρλανδία, μόλις το 51% των ερωτηθέντων στην ετήσια δημοσκόπηση της Κομισιόν είχε την άποψη πως το ευρώ ήταν κάτι καλό για τη χώρα τους. Το 2018, το ποσοστό είχε αυξηθεί στο 64% και σχεδόν τα δύο τρίτα είπαν πως το ευρώ είναι καλό για την Ευρώπη. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο υποστήριξης προς το ευρώ από τότε που άρχισε η σχετική δημοσκόπηση το 2002. Μόνο σε δύο χώρες –Λιθουανία και Κύπρο– θεωρεί η πλειοψηφία ότι το ευρώ είναι κακό. Και η στάση των Ιταλών είναι αποκαλυπτική. Η ανάπτυξη στην Ιταλία είναι αναιμική εδώ και χρόνια, η Ιταλία έχει το τρίτο υψηλότερο χρέος παγκοσμίως και η σημερινή λαϊκιστική κυβέρνηση έχει απειλήσει στο παρελθόν να εγκαταλείψει το ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, το 57% των Ιταλών θεωρεί πως το ευρώ είναι θετικό για την Ιταλία και το 68% θεωρεί ότι είναι καλό και για την Ευρώπη, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Κομισιόν. Περίπου το 69% των συνολικά 17.589 ερωτηθέντων από 19 χώρες είπε πως τάσσεται υπέρ της βαθύτερης οικονομικής συνεργασίας στην Ευρωζώνη, περιλαμβανομένου του προϋπολογισμού. Μόλις το 7% είπε πως πρέπει να υπάρξει λιγότερος συντονισμός. Αναλυτές της UniCredit υπολογίζουν ότι το κόστος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους είναι κατά 900 δισ. ευρώ χαμηλότερο απ’ ό,τι θα ήταν αν δεν είχε η Ιταλία ως νόμισμα το ευρώ.

Η ιστορία είναι παρόμοια και για τις υπόλοιπες περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης, όπως την Ισπανία, την Ελλάδα και τον Πορτογαλία, ενώ φυσικά χρήματα εξοικονόμησαν και εταιρείες, νοικοκυριά και άτομα, καθιστώντας ακόμη μεγαλύτερη την εξοικονόμηση. Αν και το ευρώ προφύλαξε, δίχως αμφιβολία, τις πιο αδύναμες οικονομίες της Ευρωζώνης στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι μετασεισμοί που προκάλεσε το ευρώ λίγα χρόνια αργότερα αποτέλεσαν πολύ μεγαλύτερη δοκιμασία για το νεαρό νόμισμα. Ομως, παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις στη δεύτερη δεκαετία του, ο συνδυασμός αρνητικών επιτοκίων δανεισμού, φθηνών δανείων τρισ. ευρώ προς τράπεζες, και το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 2,6 τρισ. ευρώ περιόρισε με επιτυχία το κόστος δανεισμού των χωρών που αντιμετώπιζαν προβλήματα. Πρόκειται για εξαιρετική πολιτική για οποιοδήποτε κεντρική τράπεζα και ακόμη πιο εξαιρετική για μια που υπηρετεί 19 χώρες, έχει τη βάση της στη Φρανκφούρτη και έχει δημιουργηθεί με βάση το αντιπληθωριστικό και δημοσιονομικά συντηρητικό καλούπι της Γερμανίας.

ΠΗΓΗ


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ