Η Ελλάδα δαπανά ετησίως 4,5 δισ. ευρώ για εισαγωγές τροφίμων και ποτών

Αν και η Ελλάδα θα μπορούσε λόγω των κλιματικών συνθηκών να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές τροφίμων της παγκόσμιας αγοράς, εντούτοις δαπανά κάθε χρόνο πάνω από 4,5 δισ. ευρώ για εισαγωγές τροφίμων και ποτών από ολόκληρο τον κόσμο, με την παραγωγή της σε αρκετά είδη να είναι ελλειμματική και να μην μπορεί να καλύψει την εσωτερική κατανάλωση.

Είναι ενδεικτικό ότι επτά στα δέκα κιλά μοσχαρίσιου κρέατος που μπαίνει στις κατσαρόλες των ελληνικών νοικοκυριών και τα 2/3 του χοιρινού κρέατος είναι εισαγόμενα, με βασικούς προμηθευτές τις χώρες της ΕΕ-27.

Συνολικά το 2020 εισήχθησαν στην Ελλάδα 380.289,2 τόνοι κρέατος όλων των ειδών (νωπό, κατεψυγμένο, επεξεργασμένο), με την αξία τους να ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ. Ανάλογη είναι και η εικόνα στην αγορά γάλακτος, όπου η παραγωγή είναι ελλειμματική, με τις εισαγωγές να αφορούν το 50% και πλέον της κατανάλωσης (για γάλα και τυροκομικά), αλλά και στην αγορά οσπρίων, όπου το 70% είναι εισαγωγής, με χώρες της Ασίας να βρίσκονται ανάμεσα στους προμηθευτές μας.

Εξίσου αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με τα οποία οκτώ στα δέκα μεταποιημένα τρόφιμα και ποτά που εισάγονται στην Ελλάδα είναι προερχόμενα από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το 15% αφορά προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες. Είναι ενδεικτικό ότι η Αργεντινή κατέχει τη 10η θέση ανάμεσα στις χώρες πρωταθλήτριες εισαγωγών προς την Ελλάδα, με τη Γερμανία να καταλαμβάνει την πρώτη θέση με 15% επί του συνόλου και την Ολλανδία τη δεύτερη θέση με 14%. Ακολουθούν η Ιταλία (10%), η Γαλλία (9%), η Βουλγαρία (6%), η Δανία (4%), το Βέλγιο (4%), η Πολωνία (4%) και η Αργεντινή (3%).
Τα αυξημένα κόστη
και οι ελληνοποιήσεις

Επιχειρώντας μια εξήγηση στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, καταλυτικό ρόλο παίζουν η συρρίκνωση του αγροκτηνοτροφικού τομέα και τα αυξημένα κόστη, τα οποία έστρεψαν μεταποιητές και εμπόρους σε εισαγωγές για να καλυφθεί η ζήτηση. Οι εισαγωγές από τρίτες χώρες ήταν οικονομικά πιο συμφέρουσες (!) προ πανδημίας, παρότι τα εισαγόμενα προϊόντα χρειάζεται να διανύσουν μεγαλύτερη απόσταση για να φτάσουν στην ελληνική αγορά.

Μάλιστα σε ορισμένα είδη, όπως οπωροκηπευτικά (π.χ. πατάτες), κρέατα (π.χ. αμνοερίφια) και γαλακτοκομικά (γάλα), η διαφορά των τιμών ανάμεσα στα παραγόμενα στην Ελλάδα και τα εισαγόμενα έχει ανοίξει την «όρεξη» επιτηδείων για ελληνοποιήσεις, με αρκετές περιπτώσεις να έχουν δει το φως της δημοσιότητας». α πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι υπάρχει μια επιστροφή στον αγροδιατροφικό τομέα, με σημαντικές επενδύσεις σε ορισμένους τομείς τόσο στην κτηνοτροφία όσο και στη γεωργία, ωστόσο ακόμη η ελληνική παραγωγή δεν μπορεί να καλύψει τη συνολική ζήτηση.


Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here