Γιατί τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν τρία ΑΦΜ

Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν τρία ΑΦΜ: αυτό του τακτικού τους προϋπολογισμού, του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Ερευνας (ΕΛΚΕ) και της Εταιρείας Αξιοποίησης και Διαχείρισης της Περιουσίας (ΕΑΔΙΠ) τους. 

Αυτό σημαίνει ότι έχουν τρεις πηγές εσόδων: κατ’ αντιστοιχία, την ετήσια κρατική επιχορήγηση που λαμβάνεται από το υπουργείο Παιδείας, τα έσοδα από την παρακράτηση ποσοστού επί του προϋπολογισμού ερευνητικών έργων και τέλος τα έσοδα από τη διαχείριση της ίδιας τους της περιουσίας.

Οι επιπτώσεις της δεκαετούς κρίσης κατέστησαν ιδιαίτερα εμφανείς στη χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ύστερα από μια περίοδο μεγάλης αύξησης (150% μεταξύ 2001-2009) η συνολική χρηματοδότηση έχει μειωθεί σημαντικά (30% μεταξύ 2010-2021).

Η μείωση αυτή είναι μικρότερη της μείωσης του συνόλου της Γενικής Κυβέρνησης μετά, αλλά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη μείωση του συνόλου της εκπαίδευσης και υποδηλώνει ότι ο εξορθολογισμός του εκπαιδευτικού συστήματος είναι μικρότερος από το συνολικό εξορθολογισμό του κράτους, ενώ της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι μεγαλύτερος από τις κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Παρά τις περικοπές την περίοδο της κρίσης, η συνολική δαπάνη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατατάσσεται ελαφρώς πάνω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, λόγω της μεγάλης μείωσης και του ΑΕΠ.

Η δαπάνη όμως στο σύνολο της εκπαίδευσης, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στην Ελλάδα υπολείπεται του μέσου όρου της ΕΕ-28 και της ευρωζώνης.

Όπως προαναφέρθηκε, η συνολική χρηματοδότηση των ΑΕΙ έχει, επίσης, μεταβληθεί ποιοτικά και έχει γίνει περισσότερο αβέβαιη, καθώς εξαρτάται πλέον περισσότερο από μη σταθερές πηγές χρηματοδότησης, εθνικές ή ευρωπαϊκές.

Συγκεκριμένα, η χρηματοδότηση από σταθερές πηγές έχει μειωθεί, όπως οι λειτουργικές δαπάνες από τον τακτικό προϋπολογισμό και η μισθολογική δαπάνη του μόνιμου προσωπικού.

Ταυτόχρονα, οι ίδιοι πόροι των ιδρυμάτων του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, που προέρχονται κυρίως από τις ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητές τους, σημείωσαν αύξηση. Αντίθετα, σημαντικές ζημιές σημειώθηκαν στη διαχείριση της περιουσίας των ΑΕΙ.

Παρά τις παραπάνω περικοπές στην κρατική χρηματοδότηση, τη μεταβολή της σύνθεσης της συνολικής χρηματοδότησης, και την ενίσχυση της αβεβαιότητας στη χρηματοδότηση των ΑΕΙ από εθνικές και ευρωπαϊκές πηγές, οι διαδικασίες κατανομής της κρατικής χρηματοδότησης στα ιδρύματα δεν έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς.

Ειδικότερα, δεν έχουν εισαχθεί συστηματικές διαδικασίες ελέγχου των αποτελεσμάτων της λειτουργίας των ιδρυμάτων, ενώ η κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης δεν έχει συνδεθεί με το βαθμό επίτευξης στόχων και αποτελεσμάτων της λειτουργίας τους.

Συνεπώς, η ετήσια χρηματοδότηση κάθε ιδρύματος επηρεάζεται, πρωτίστως, από τις ετήσιες διακυμάνσεις (αύξηση- μείωση) της συνολικής χρηματοδότησης από το κράτος, ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων της λειτουργίας τους.

Η περιορισμένη αυτονομία της οικονομικής διαχείρισης των ιδρυμάτων που επικρατούσε πριν από την κρίση (και καθορίζεται και από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη νομική τους μορφή ως ΝΠΔΔ), ενισχύθηκε μετά την έναρξη της κρίσης από τις αυξημένες ανάγκες εποπτείας στο πλαίσιο της εφαρμογής των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, ενώ η διακυβέρνηση του συνολικού συστήματος και ο δημόσιος έλεγχος ασκείται με παραδοσιακά εργαλεία προληπτικού χαρακτήρα.

Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Newsbomb.gr.

Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here