Ο ανταγωνισμός ρίχνει τα επιτόκια στα επιχειρηματικά δάνεια


Σε χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων και μείωση των επιτοκιακών περιθωρίων, οδηγεί τις τράπεζες η αναζήτηση υγιών επιχειρήσεων για χρηματοδότηση.

Καθώς οι συνθήκες ρευστότητας των τραπεζών παρουσιάζουν σαφή βελτίωση ύστερα από την περυσινή αύξηση των καταθέσεων κατά σχεδόν 15 δισ. ευρώ και την έξοδο όλων των τραπεζών από τον μηχανισμό ρευστότητας του ELA, η προτεραιότητα των τραπεζών μετατοπίζεται στις νέες χορηγήσεις. Μέσω αυτών, άλλωστε, θα μπορέσουν να ενισχύσουν και τα έσοδά τους, επιστρέφοντας στον παραδοσιακό τους ρόλο του διαμεσολαβητή της Οικονομίας.

Η ελαφρά ενίσχυση της ζήτησης πιστώσεων εκ μέρους των επιχειρήσεων ξεκίνησε από το 2018, και ειδικά από το β΄ εξάμηνο. Η ζήτηση είχε αρχίσει να ενδυναμώνεται ήδη από τα μέσα του 2017, με αιχμή τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, από το β’ τρίμηνο του 2018 σταδιακά ενισχύθηκε η ζήτηση πιο μακροπρόθεσμων δανείων από μεγαλύτερου μεγέθους επιχειρήσεις, εξέλιξη που είχε καταγραφεί, λιγότερο έντονα, και το προηγούμενο έτος. Θετική συμβολή στη ζήτηση επιχειρηματικών δανείων εκτιμάται ότι είχαν οι ανάγκες για πάγιες επενδύσεις, για αποθέματα και κεφάλαια κίνησης και για συγχωνεύσεις, εξαγορές και εταιρική αναδιάρθρωση.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, τα δύο τελευταία τρίμηνα του 2018, η μη επαρκής διαθεσιμότητα εσωτερικών πόρων των επιχειρήσεων συνέβαλε οριακά στην ενίσχυση της ζήτησης πιστώσεων, εξέλιξη που είχε να παρατηρηθεί από τις αρχές του 2015.

Διαδοχικές αυξήσεις στη ζήτηση για νέα δάνεια από τρίμηνο σε τρίμηνο καταγράφηκαν το 2018 και σε σχέση με τη ζήτηση στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων εκ μέρους των νοικοκυριών. Το 2017 η ζήτηση αυτή είχε ενισχυθεί οριακά μόνο ένα τρίμηνο. Αυξητικά στη ζήτηση στεγαστικών δανείων, ιδίως το δ’ τρίμηνο του 2018, επέδρασαν η βελτίωση των συνθηκών στην αγορά ακινήτων και η ενίσχυση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Επίσης, οι τράπεζες εκτιμούν ότι η ζήτηση καταναλωτικών δανείων επηρεάστηκε ευνοϊκά από τις αυξημένες δαπάνες για διαρκή καταναλωτικά αγαθά και από την ενδυναμωμένη καταναλωτική εμπιστοσύνη κυρίως το τελευταίο τρίμηνο του 2018.

Σύμφωνα με τις τράπεζες, κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2018 δεν σημειώθηκε μεταβολή των πιστοδοτικών κριτηρίων που εφαρμόζουν για τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις, τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια. Επισημαίνεται ωστόσο ότι το β’ τρίμηνο του 2018 καταγράφηκε για πρώτη φορά, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων. Όλοι οι επιμέρους παράγοντες που επηρεάζουν τα πιστοδοτικά κριτήρια των τραπεζών, όπως οι πιέσεις στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών, η ρευστότητά τους, η ανοχή τους ως προς την ανάληψη κινδύνου κ.ά., θεωρείται ότι παρέμειναν αμετάβλητοι το 2018, με εξαίρεση τον ανταγωνισμό από τις άλλες τράπεζες που εκτιμάται ότι δημιουργούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους προϋποθέσεις για χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων για τα επιχειρηματικά δάνεια.

Σημειώνεται ότι από τους επιμέρους όρους των δανείων, μόνο το επιτοκιακό περιθώριο για τα δάνεια προς επιχειρήσεις με μέσο επίπεδο κινδύνου εκτιμάται ότι συμπιεζόταν ελαφρά μεν, αλλά σταθερά στη διάρκεια των τελευταίων πέντε συνεχόμενων τριμήνων. Η εν λόγω αναφερόμενη συμπίεση του περιθωρίου αφορούσε ήδη από τα τέλη του 2016 τα δάνεια προς τις μεγαλύτερου μεγέθους επιχειρήσεις και πλέον το 2018 και τα δάνεια προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η εκτίμηση αυτή συνάδει με την καταγραφόμενη και από τα στοιχεία της νομισματικής και τραπεζικής στατιστικής εντονότερη υποχώρηση των επιτοκίων στα κοινοπρακτικά δάνεια και στα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ, που απευθύνονται κυρίως σε μεγαλύτερου μεγέθους επιχειρήσεις.

Χρηματοδοτικούς περιορισμούς αντιμετώπισαν συχνότερα οι επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους και με πιο αδύναμες οικονομικές επιδόσεις. Το μέγεθος και η οικονομική επίδοση των επιχειρήσεων πιθανότατα αντανακλούν και συνδέονται με χαρακτηριστικά των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπως περιορισμένες δυνατότητες για αξιοποίηση συνεργειών και οικονομιών κλίμακας, χαμηλό βαθμό εξωστρέφειας και καινοτομίας ή χαμηλή παραγωγικότητα, εξάρτηση αποκλειστικά από το τραπεζικό σύστημα ή και δυσκολίες στη συλλογή αξιόπιστης πληροφόρησης για τις επιχειρήσεις αυτές.

Η επίδραση του μεγέθους των επιχειρήσεων είναι λιγότερο έντονη στην περίπτωση των πιστώσεων από τους προμηθευτές σε σύγκριση με την τραπεζική χρηματοδότηση.

Οι κυρίως εξαγωγικές και οι σχετικά νεότερες επιχειρήσεις αντιμετώπισαν συνολικά μικρότερους περιορισμούς. Τέλος, οι εξαγωγικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκδήλωσαν συχνότερα ζήτηση για χρηματοδότηση, γεγονός που μάλλον σχετίζεται με τις υψηλότερες ευκαιρίες ανάπτυξης που προκύπτουν για τις επιχειρήσεις οι οποίες δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την εγχώρια ζήτηση ή και με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα των επιχειρήσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό για ένα αίτημα δανείου με επιτυχή έκβαση.

Της Νένας Μαλλιάρα

ΠΗΓΗ


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ