Στις 24 Φεβρουαρίου 2026 έδειχνε το ημερολόγιο όταν έφτασε στο FBI μέσω email καταγγελία που άνοιξε τον φάκελο της υπόθεσης
Το περιεχόμενο της καταγγελίας δεν περιοριζόταν σε γενικές αναφορές, αλλά συνοδευόταν από φωτογραφικό υλικό και συνδέσμους που οδηγούσαν τόσο σε έργα προς πώληση όσο και σε καταγεγραμμένες τηλεοπτικές δημοπρασίες. Στο επίκεντρο η πασίγνωστη γκαλερί η οποία, πραγματοποιούσε καθημερινές ζωντανές εκπομπές δημοπρασιών.
Η υπόθεση πήρε ακόμη πιο σοβαρή τροπή όταν, στις 6 Μαρτίου 2026, υποβλήθηκε επώνυμη καταγγελία από γνώστη της τέχνης. Ο ίδιος κατέθεσε ότι παρακολούθησε δημοπρασία κατά την οποία παρουσιάζονταν ως γνήσια έργα σημαντικών Ελλήνων ζωγράφων, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για πλαστογραφίες. Οι ισχυρισμοί του ενισχύθηκαν από επικοινωνία με τη χήρα γνωστού καλλιτέχνη, η οποία επιβεβαίωσε τις αμφιβολίες σχετικά με την αυθεντικότητα συγκεκριμένου έργου.
Σαν να μην έφτανε αυτό, νέες καταγγελίες έφθασαν στις 19 Μαρτίου 2026, αυτή τη φορά από ειδικούς στον χώρο της βυζαντινής τέχνης. Στο επίκεντρο βρέθηκε το επίμαχο Ευαγγέλιο, το οποίο παρουσιάστηκε ως μοναδικό συλλεκτικό αντικείμενο του 18ου αιώνα.
Η συσσώρευση καταγγελιών και στοιχείων οδήγησε τις αρχές στο επόμενο σκαλοπάτι της έρευνας.
Με δικαστική απόφαση εγκρίθηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του βασικού κατηγορουμένου, καθώς και η καταγραφή δραστηριοτήτων με τεχνικά μέσα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Η έρευνα άρχισε να αποκαλύπτει στοιχεία τα οποία κατεύθυναν τον σχεδιασμό του ελληνικού FBI. Μέσα σε λίγες ώρες με μια ταυτόχρονη επιχείρηση σε χώρους ιδιοκτησίας του γκαλερίστα ήρθαν στο φως οι 300 πλαστοί πίνακες, εικόνες που ανήκουν στο νομό περί αρχαιοτήτων, το επίμαχο Ευαγγέλιο και 193.000 ευρώ.
Σε λίγες ώρες από τώρα ο έμπορος τέχνης θα βρεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης για εξηγήσεις.


