Όσο προχωρά η διερεύνηση, ένα στοιχείο γίνεται ολοένα και πιο σαφές: οι περισσότερες από τις αρχικές εξηγήσεις φαίνεται να αποδυναμώνονται τόσο τεχνικά όσο και επιστημονικά
Η έντονη οσμή που κάλυψε μεγάλο μέρος της Αττικής τις τελευταίες ημέρες εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ώρες από ένα περιστατικό καθημερινής όχλησης σε ένα σοβαρό ερώτημα περιβαλλοντικής επιτήρησης, δημόσιας υγείας και τεχνικής ιχνηλάτησης ατμοσφαιρικών ρύπων. Από τον Πειραιά και το παραλιακό μέτωπο έως τα νότια προάστια και περιοχές του κέντρου, εκατοντάδες πολίτες ανέφεραν σχεδόν ταυτόχρονα μια έντονη μυρωδιά που περιγράφηκε ως «υγραέριο», «σάπιο αυγό», «καμένο αέριο» ή «θειάφι», προκαλώντας ανησυχία και κινητοποίηση των αρμόδιων Αρχών.
Δημήτρης Πάφρας (Υποψήφιος διδάκτωρ Θαλάσσιας Βιολογία & Αλιευτικής Δυναμικής)
Ωστόσο, όσο προχωρά η διερεύνηση, ένα στοιχείο γίνεται ολοένα και πιο σαφές: οι περισσότερες από τις αρχικές εξηγήσεις φαίνεται να αποδυναμώνονται τόσο τεχνικά όσο και επιστημονικά. Και ακριβώς αυτό είναι που καθιστά το φαινόμενο τόσο ασυνήθιστο.
Η πρώτη και πιο προφανής υπόθεση αφορούσε πιθανή διαρροή από το δίκτυο φυσικού αερίου. Η ίδια η οσμή άλλωστε παρέπεμπε σε οσμητικές θειούχες ενώσεις που χρησιμοποιούνται στο φυσικό αέριο και το υγραέριο, κυρίως μερκαπτάνες και άλλα πρόσθετα που προστίθενται τεχνητά ώστε να γίνεται αντιληπτή ακόμη και μικρή διαρροή. Παρ’ όλα αυτά, τα έως τώρα στοιχεία δεν φαίνεται να υποστηρίζουν αυτό το σενάριο. Οι διαχειριστές δικτύου δεν ανακοίνωσαν πτώση πίεσης, εντοπισμένη βλάβη ή σημειακή εστία διαρροής που να μπορεί να εξηγήσει τη γεωγραφική έκταση του φαινομένου. Αν επρόκειτο για πραγματική διαρροή αστικού δικτύου, θα αναμενόταν σαφής τοπική εστία, τεχνική αστοχία, ενεργοποίηση συστημάτων ασφαλείας και επιχειρησιακή κινητοποίηση σε συγκεκριμένο σημείο. Μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο τέτοιο στοιχείο. Επιπλέον, η γεωγραφική διασπορά της οσμής δεν ταιριάζει εύκολα με κλασική αστική διαρροή, καθώς το φαινόμενο εξαπλώθηκε σε μεγάλο τμήμα της νότιας και νοτιοδυτικής Αττικής χωρίς να εντοπιστεί σαφής “πυρήνας” συμβάντος.
Στις πρώτες ώρες του περιστατικού, αρκετές συζητήσεις επικεντρώθηκαν και στο ενδεχόμενο φυσικής παραγωγής δύσοσμων αερίων από τον Σαρωνικό, κυρίως υδρόθειου, λόγω ανοξικών διεργασιών. Το σενάριο αυτό βασίστηκε στο γεγονός ότι το υδρόθειο έχει εξαιρετικά έντονη οσμή και ότι παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί διεθνώς σε κλειστούς κόλπους ή επιβαρυμένα παράκτια συστήματα. Ωστόσο, τα δεδομένα του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών αποδυναμώνουν πλέον σημαντικά αυτή την εξήγηση. Σύμφωνα με τις έως τώρα επιστημονικές αξιολογήσεις, δεν έχουν καταγραφεί εκτεταμένες ανοξικές λεκάνες στον Εσωτερικό Σαρωνικό, ούτε βρέθηκαν συγκεντρώσεις υδρόθειου στον πυθμένα που να μπορούν να δικαιολογήσουν τέτοιας κλίμακας επεισόδιο δυσοσμίας. Παράλληλα, δεν υπάρχουν ενδείξεις μαζικής αποσύνθεσης ή έξαρσης φυτοπλαγκτονικών πληθυσμών, ενώ δεν τεκμηριώνεται ούτε φαινόμενο ανάβλυσης, δηλαδή η μεταφορά βαθύτερων ανοξικών νερών προς την επιφάνεια. Κατά την πρόσφατη αποστολή του ερευνητικού σκάφους «ΑΙΓΑΙΟ», δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις εκτεταμένης περιβαλλοντικής υποβάθμισης ή βιολογικού στρες στο θαλάσσιο οικοσύστημα.
Η σημασία αυτών των διαπιστώσεων είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Ουσιαστικά, αποδυναμώνεται το σενάριο φυσικής θαλάσσιας προέλευσης μεγάλης κλίμακας. Με απλά λόγια, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ο Σαρωνικός αποτέλεσε την πρωτογενή πηγή του φαινομένου. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η θάλασσα δεν διαδραμάτισε ρόλο. Αντιθέτως, είναι πιθανό ο Σαρωνικός να λειτούργησε ως πεδίο μεταφοράς και διάχυσης αέριας μάζας μέσω των ιδιαίτερων μετεωρολογικών και παράκτιων συνθηκών της περιοχής. Οι θαλάσσιες αύρες, τα χαμηλά στρώματα ατμοσφαιρικής παγίδευσης και οι συνθήκες ασθενούς κυκλοφορίας μπορούν να επιτρέψουν τη γρήγορη μεταφορά οσμηρών αέριων μαζών σε μεγάλες αποστάσεις, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ουσίες με εξαιρετικά χαμηλό οσφρητικό κατώφλι.
Ένα ακόμη σενάριο που εξετάστηκε ήταν πιθανό βιομηχανικό ατύχημα. Η Αττική και ειδικά η ευρύτερη περιοχή Ελευσίνας–Θριασίου–Περάματος αποτελεί μία από τις πλέον βιομηχανοποιημένες και ενεργειακά φορτισμένες περιοχές της χώρας, με διυλιστήρια, εγκαταστάσεις καυσίμων, χημικές δραστηριότητες, ναυπηγοεπισκευαστικές μονάδες και αποθηκευτικούς χώρους υδρογονανθράκων.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει ένδειξη σοβαρού βιομηχανικού ατυχήματος. Ένα συμβάν μεγάλης έκτασης σε μονάδα επεξεργασίας θείου, σύστημα καύσης αερίων, δεξαμενή υγραερίου ή εγκατάσταση αποθήκευσης θα αναμενόταν να αφήσει μετρητικό, θερμικό ή επιχειρησιακό αποτύπωμα, καθώς και ενεργοποίηση πρωτοκόλλων ασφαλείας. Μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο τέτοιο στοιχείο. Αυτό δεν αποκλείει μικρής διάρκειας βιομηχανική εκπομπή ή ανεξέλεγκτη εξαέρωση, αλλά αποδυναμώνει το σενάριο μεγάλου βιομηχανικού ατυχήματος.
Καθώς λοιπόν τα βασικά “εύκολα” σενάρια υποχωρούν, η προσοχή στρέφεται πλέον σε επεισόδια βραχείας διάρκειας που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ισχυρό νέφος οσμής χωρίς να αφήσουν έντονο τεχνικό αποτύπωμα. Μεταξύ αυτών, το σενάριο που συζητείται πλέον σοβαρότερα αφορά δραστηριότητες καθαρισμού δεξαμενόπλοιων ή διαδικασίες εξαερισμού δεξαμενών. Κατά τις διαδικασίες καθαρισμού ή εξαέρωσης δεξαμενών είναι δυνατό να απελευθερωθούν πτητικές οργανικές ενώσεις, θειούχες ενώσεις και κατάλοιπα υδρογονανθράκων. Οι ενώσεις αυτές χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά χαμηλό οσφρητικό κατώφλι, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον άνθρωπο σε συγκεντρώσεις πολύ χαμηλότερες από εκείνες που θεωρούνται επικίνδυνες ή εύκολα ανιχνεύσιμες από σταθερούς σταθμούς παρακολούθησης. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί η οσμή έγινε αντιληπτή τόσο έντονα και τόσο εκτεταμένα χωρίς να καταγραφούν ακραίες μετρήσεις ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σενάριο ναυπηγοεπισκευαστικής δραστηριότητας στην περιοχή Περάματος–Σαλαμίνας–Κερατσινίου. Διεργασίες όπως καθαρισμοί δεξαμενών, κοπή μετάλλων, βαφές, απομάκρυνση καταλοίπων ή θερμικές εργασίες σε πλοία μπορούν να κινητοποιήσουν πτητικές ενώσεις και κατάλοιπα υδρογονανθράκων με εξαιρετικά έντονη οσμή. Υπό συγκεκριμένες μετεωρολογικές συνθήκες, ακόμη και βραχύβια επεισόδια μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλης κλίμακας νέφη οσμής που μεταφέρονται γρήγορα κατά μήκος του παραλιακού μετώπου.
Ένα τρίτο σενάριο αφορά στιγμιαία βιομηχανική εκπομπή που είτε δεν διήρκεσε αρκετά είτε δεν συνέπεσε χρονικά με καταγραφές αισθητήρων. Τέτοιες εκπομπές μπορεί να περιλαμβάνουν εξαερώσεις, παρακάμψεις συστημάτων καύσης, εκπομπές διαλυτών ή θειούχων ενώσεων που δεν ξεπέρασαν τα κατώφλια συναγερμού, αλλά ήταν επαρκείς ώστε να δημιουργήσουν εκτεταμένη δυσοσμία.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης παραμένει η βασική επιστημονική αντίφαση του φαινομένου: πώς είναι δυνατόν μια τόσο έντονη και εκτεταμένη οσμή να μην έχει αφήσει μέχρι στιγμής σαφές τεχνικό, μετρητικό ή επιχειρησιακό αποτύπωμα; Η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στη φύση των ίδιων των ενώσεων. Ορισμένες θειούχες ενώσεις ανιχνεύονται από τον άνθρωπο σε εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις, διασπείρονται ταχύτατα και μπορούν να προκαλέσουν εκτεταμένο αίσθημα ανησυχίας χωρίς να συνοδεύονται απαραίτητα από τοξικά επίπεδα έκθεσης. Αυτό σημαίνει ότι ένα επεισόδιο οσμής μπορεί να είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά αισθητό κοινωνικά, αλλά επιστημονικά δύσκολο να ιχνηλατηθεί εκ των υστέρων.
Ανεξαρτήτως της τελικής εξήγησης, το περιστατικό ανέδειξε ένα σοβαρό ζήτημα περιβαλλοντικής επιτήρησης. Η Αττική αποτελεί ένα σύνθετο περιβαλλοντικό σύστημα όπου συνυπάρχουν πυκνός αστικός ιστός, βαριά βιομηχανία, ναυτιλία, διυλιστήρια, δεξαμενές καυσίμων και έντονη θαλάσσια κυκλοφορία. Κι όμως, ένα επεισόδιο που έγινε αντιληπτό σχεδόν ταυτόχρονα από χιλιάδες πολίτες παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς σαφή ταυτοποίηση προέλευσης. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της υπόθεσης: όχι μόνο τι μύρισε η Αττική, αλλά πόσο δύσκολα μπορεί ακόμη και σήμερα να εντοπιστεί με ακρίβεια η πηγή μιας μεγάλης ατμοσφαιρικής διαταραχής σε μια σύγχρονη μητροπολιτική περιοχή.


