Η Μόσχα εμβαθύνει τις σχέσεις της με τους Ταλιμπάν, ενώ αυξάνονται οι αμφιβολίες για τον ρόλο του Πακιστάν στην περιφερειακή ασφάλεια
Στα τέλη Μαΐου, σε εκδήλωση κοντά στη Μόσχα, ο υπουργός Άμυνας των Ταλιμπάν, Μοχάμαντ Γιακούμπ, υπέγραψε συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με τη Ρωσία. Δύο ημέρες αργότερα, επιστρέφοντας στην Καμπούλ, δήλωσε ότι καμία γειτονική χώρα δεν θα πρέπει στο μέλλον να θεωρεί δεδομένο πως μπορεί να πλήττει αφγανικό έδαφος χωρίς συνέπειες. Αν και δεν κατονόμασε το Πακιστάν, το μήνυμα θεωρήθηκε σαφώς προσανατολισμένο προς το Ισλαμαμπάντ.
Κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής υπηρεσιών ασφαλείας της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (CIS) στις 26 Μαΐου, ο διευθυντής της ρωσικής FSB, Αλεξάντερ Μπόρτνικοφ, προειδοποίησε ότι το Ισλαμικό Κράτος – Επαρχία Χορασάν (ISKP) στρατολογεί ενεργά πολίτες από το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Κιργιστάν και το Καζακστάν, καθώς και μετανάστες εργαζομένους που βρίσκονται στη Ρωσία. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, δίκτυα χρηματοδότησης και προετοιμασίας επιθέσεων βρίσκονται ήδη σε λειτουργία σε διάφορες περιοχές της πρώην σοβιετικής επικράτειας.
Ο Μπόρτνικοφ υποστήριξε επίσης ότι το ISKP, άλλες τζιχαντιστικές οργανώσεις και ένοπλες αντικυβερνητικές ομάδες στο Αφγανιστάν επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς των Ταλιμπάν με την «ενεργή υποστήριξη» των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Η Μόσχα δεν παρουσίασε δημόσια στοιχεία για τον ισχυρισμό αυτό και ανεξάρτητοι αναλυτές τον αντιμετώπισαν με επιφυλακτικότητα, εντάσσοντάς τον σε μια ευρύτερη ρωσική αφήγηση που αποδίδει τη γεωπολιτική αστάθεια στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας και της Κεντρικής Ασίας σε δυτική παρέμβαση.
Δύο ημέρες μετά τη συνάντηση της CIS, η Ρωσία και οι Ταλιμπάν υπέγραψαν συμφωνία στρατιωτικοτεχνικής συνεργασίας στο περιθώριο του Διεθνούς Φόρουμ Ασφαλείας που πραγματοποιήθηκε κοντά στη Μόσχα. Τη ρωσική πλευρά εκπροσώπησε ο γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας, Σεργκέι Σοϊγκού, ενώ από αφγανικής πλευράς υπέγραψε ο Μοχάμαντ Γιακούμπ.
Ο ειδικός απεσταλμένος της Ρωσίας για το Αφγανιστάν, Ζαμίρ Καμπούλοφ, δήλωσε ότι η συμφωνία αφορά κυρίως την επισκευή και αποκατάσταση ρωσικής κατασκευής στρατιωτικού εξοπλισμού που βρίσκεται στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με αναλυτές, ανάλογες συμφωνίες συνήθως περιλαμβάνουν εκπαίδευση, τεχνική υποστήριξη, ανταλλακτικά και πιθανές προμήθειες εξοπλισμού, αν και η δυνατότητα της Ρωσίας να προσφέρει προηγμένα οπλικά συστήματα θεωρείται περιορισμένη λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και των διεθνών κυρώσεων.
Η συμφωνία αποτελεί συνέχεια μιας διαδικασίας προσέγγισης που ξεκίνησε με την αναγνώριση της κυβέρνησης των Ταλιμπάν από τη Ρωσία τον Ιούλιο του 2025 και τη διαγραφή του κινήματος από τον ρωσικό κατάλογο απαγορευμένων οργανώσεων. Μέχρι σήμερα, η Ρωσία παραμένει η μοναδική χώρα που έχει αναγνωρίσει επίσημα τους Ταλιμπάν ως νόμιμη κυβέρνηση του Αφγανιστάν.
Η ρωσική πολιτική εμφανίζει μια εμφανή διττότητα. Από τη μία πλευρά, η Μόσχα προειδοποιεί για σοβαρές τρομοκρατικές απειλές που προέρχονται από το αφγανικό έδαφος. Από την άλλη, ενισχύει συστηματικά τις σχέσεις της με τους Ταλιμπάν. Μέσω αυτής της στρατηγικής επιχειρεί να διατηρήσει και να ενισχύσει τον ρόλο της ως βασικού εγγυητή ασφαλείας στην Κεντρική Ασία.
Οι Ταλιμπάν αισθάνονται ότι αποκτούν νέα διαπραγματευτική ισχύ
Στην Καμπούλ, ο Γιακούμπ δήλωσε ότι το Πακιστάν πραγματοποιούσε το τελευταίο διάστημα επιθέσεις σε αφγανικό έδαφος με μεγάλη αυτοπεποίθηση, αλλά πρόσθεσε ότι το Αφγανιστάν θα διασφαλίσει πως καμία γειτονική χώρα δεν θα αισθάνεται πλέον τόσο άνετα να ενεργεί με αυτόν τον τρόπο.
Παράλληλα αναγνώρισε ότι το Ισλαμαμπάντ ενδέχεται να έχει επιφυλάξεις για τη συμφωνία με τη Ρωσία, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι η Καμπούλ δεν συνιστά απειλή για κανέναν. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι δηλώσεις αυτές αντανακλούν την αυξανόμενη πεποίθηση των Ταλιμπάν ότι διαθέτουν πλέον περισσότερα διπλωματικά και γεωπολιτικά στηρίγματα από ό,τι στο παρελθόν.
Η στρατηγική «βάθους» του Πακιστάν γυρίζει μπούμερανγκ
Για δεκαετίες, το πακιστανικό στρατιωτικό κατεστημένο ακολουθούσε τη λεγόμενη στρατηγική του «στρατηγικού βάθους», επιδιώκοντας να διατηρεί επιρροή στο Αφγανιστάν μέσω συμμαχιών με ένοπλες οργανώσεις και πολιτικούς συμμάχους.
Σήμερα, σύμφωνα με αρκετές αναλύσεις, το περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά. Οι σχέσεις μεταξύ του Πακιστάν και των Αφγανών Ταλιμπάν έχουν επιδεινωθεί σε βαθμό που περιλαμβάνει αεροπορικές επιδρομές, συνοριακές συγκρούσεις και αμοιβαίες κατηγορίες.
Η Καμπούλ κατηγορεί το Ισλαμαμπάντ για παραβιάσεις της εδαφικής της κυριαρχίας. Το Πακιστάν, από την πλευρά του, κατηγορεί τους Ταλιμπάν ότι προσφέρουν καταφύγιο στην οργάνωση Τεχρίκ-ι-Ταλιμπάν Πακιστάν (TTP), η οποία έχει εντείνει τις επιθέσεις της εντός πακιστανικού εδάφους μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία το 2021.
Το αποτέλεσμα είναι ότι τα ίδια σύνορα που θεωρούνταν άλλοτε εργαλείο επιρροής έχουν μετατραπεί σε πηγή αστάθειας και απειλών για το Πακιστάν.
Η οικονομική επιρροή του Ισλαμαμπάντ φθίνει
Παράλληλα, δημοσιεύματα και διεθνείς εκθέσεις καταγράφουν σταδιακή μείωση της οικονομικής εξάρτησης του Αφγανιστάν από το Πακιστάν. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το μερίδιο του Πακιστάν στις αφγανικές εξαγωγές μειώθηκε από 54% το 2023 σε 45% το 2024.
Το 2025 η Ινδία φέρεται να ξεπέρασε το Πακιστάν ως κορυφαίος προορισμός αφγανικών εξαγωγών, ενώ οι εμπορικές σχέσεις της Καμπούλ με το Ιράν και το Ουζμπεκιστάν ενισχύθηκαν σημαντικά. Η πρόσβαση στην ινδική αγορά πραγματοποιείται κυρίως μέσω του ιρανικού λιμανιού Τσαμπαχάρ, παρακάμπτοντας πλήρως το πακιστανικό έδαφος.
Οι επαναλαμβανόμενες συνοριακές κρίσεις και τα κλεισίματα των περασμάτων στο Τορχάμ και το Τσαμάν επιτάχυναν αυτή την τάση. Ως αποτέλεσμα, το διμερές εμπόριο μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν καταγράφει αισθητή συρρίκνωση, περιορίζοντας ένα από τα σημαντικότερα μέσα πίεσης που διέθετε διαχρονικά το Ισλαμαμπάντ.
Οικονομική κρίση, επιστροφές προσφύγων και κίνδυνος ριζοσπαστικοποίησης
Η επιδείνωση των εμπορικών σχέσεων έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη εξαιρετικά δύσκολη ανθρωπιστική κατάσταση. Σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών, περίπου τα τρία τέταρτα του πληθυσμού αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια.
Ταυτόχρονα, το Αφγανιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μαζικές επιστροφές πολιτών από το Ιράν και το Πακιστάν. Υπηρεσίες του ΟΗΕ αναφέρουν ότι εκατομμύρια Αφγανοί επέστρεψαν ή απελάθηκαν από τις δύο χώρες κατά το 2025, ασκώντας επιπλέον πίεση σε μια οικονομία που ήδη δυσκολεύεται να απορροφήσει νέο εργατικό δυναμικό.
Διεθνείς οργανισμοί, μεταξύ αυτών το UNDP και το UNODC, έχουν επισημάνει ότι η ανεργία, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός μπορούν να δημιουργήσουν συνθήκες που διευκολύνουν τη στρατολόγηση από εξτρεμιστικές οργανώσεις. Αν και η σχέση μεταξύ οικονομικής δυσπραγίας και βίαιου εξτρεμισμού παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης, αρκετές μελέτες καταγράφουν αυξημένη ευαλωτότητα μεταξύ εκτοπισμένων πληθυσμών και επαναπατρισμένων προσφύγων.
Η Κίνα χάνει την εμπιστοσύνη της στο Πακιστάν
Παράλληλα, η Κίνα παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία την κατάσταση ασφαλείας στο Πακιστάν. Το Πεκίνο έχει επενδύσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας–Πακιστάν (CPEC) και θεωρεί τη σταθερότητα προϋπόθεση για τη συνέχιση των έργων.
Τα τελευταία χρόνια, σειρά επιθέσεων με θύματα Κινέζους πολίτες έχει ενισχύσει τους προβληματισμούς της κινεζικής ηγεσίας. Σύμφωνα με αναφορές και δημοσιεύματα, Κινέζοι αξιωματούχοι εμφανίζονται ολοένα και πιο επικριτικοί απέναντι στην αδυναμία των πακιστανικών αρχών να εγγυηθούν την ασφάλεια προσωπικού και επενδύσεων.
Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η κατάσταση αυτή φέρνει πιο κοντά τις προσεγγίσεις της Μόσχας και του Πεκίνου στο αφγανικό ζήτημα, καθώς και οι δύο χώρες επιδιώκουν πλέον απευθείας διαύλους επικοινωνίας με την Καμπούλ και τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά στο Πακιστάν ως ενδιάμεσο.
Η Κεντρική Ασία καλύπτει το κενό
Καθώς η επιρροή του Πακιστάν περιορίζεται, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας φαίνεται να αποκτούν αυξανόμενο ρόλο στο Αφγανιστάν. Τα τελευταία χρόνια έχουν ενταθεί οι περιφερειακές πρωτοβουλίες συνεργασίας, οι εμπορικές συμφωνίες και τα έργα διασυνδεσιμότητας, ενώ τα κράτη της περιοχής καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας του Αφγανιστάν.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σταθερότητα που το Πακιστάν παρουσίαζε επί δεκαετίες ως βασικό πλεονέκτημά του φαίνεται να αναζητείται πλέον από την Καμπούλ προς τον βορρά και όχι προς τα ανατολικά. Η εμβάθυνση των σχέσεων της Ρωσίας με τους Ταλιμπάν και η παράλληλη ενίσχυση των δεσμών του Αφγανιστάν με την Κεντρική Ασία υποδηλώνουν μια ευρύτερη αναδιάταξη ισορροπιών στην περιοχή, η οποία ενδέχεται να περιορίσει περαιτέρω τον παραδοσιακό ρόλο του Πακιστάν ως βασικού διαμεσολαβητή στις αφγανικές υποθέσεις.


