Σε πιλοτική εφαρμογή βρίσκεται από τα τέλη Μαρτίου το νέο Σύστημα Ψηφιακής Βεβαίωσης Παραβάσεων Οδικής Κυκλοφορίας, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σταδιακή μετάβαση από τις χειρόγραφες στις ψηφιακές κλήσεις. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που, σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία, εντάσσεται στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν. 5256/2025 και συνοδεύεται από στόχους όπως η ενίσχυση της διαφάνειας, η ταχύτερη επεξεργασία των παραβάσεων και η συνολική αναβάθμιση της οδικής ασφάλειας.
Στην πράξη, το σύστημα αξιοποιεί κάμερες κυκλοφορίας που μπορούν να καταγράφουν παραβάσεις σε λεωφορειολωρίδες, υπερβάσεις ορίου ταχύτητας, παραβιάσεις ερυθρού σηματοδότη, μη χρήση ζώνης ασφαλείας και κράνους, αλλά και χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί 2.453 ψηφιακές κλήσεις, ενώ οι ενστάσεις που έγιναν δεκτές αντιστοιχούν μόλις στο 2,11% του συνόλου.
Τι αλλάζει με τις ψηφιακές κλήσεις
Η βασική αλλαγή που φέρνει το νέο μοντέλο είναι η αυτοματοποίηση της διαδικασίας καταγραφής και βεβαίωσης, με τις παραβάσεις να τεκμηριώνονται ψηφιακά και να διακινούνται μέσω συστήματος, αντί να απαιτείται η παραδοσιακή χειρόγραφη κλήση. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., η προσέγγιση αυτή στοχεύει όχι μόνο στην επιτάχυνση των διαδικασιών αλλά και στην καλύτερη αξιοποίηση των αστυνομικών πόρων, καθώς μειώνεται ο χρόνος που δαπανάται σε γραφειοκρατικές ενέργειες.
Παράλληλα, οι αρμόδιοι τονίζουν ότι ο ψηφιακός τρόπος βεβαίωσης ενισχύει τη διαφάνεια, καθώς κάθε παράβαση συνοδεύεται από υλικό και στοιχεία που μπορούν να αξιολογηθούν. Η τεχνολογία, όπως επισημαίνεται, λειτουργεί υποστηρικτικά προς το έργο των Υπηρεσιών Τροχαίας και δεν υποκαθιστά την επιχειρησιακή κρίση και τον ανθρώπινο έλεγχο, οι οποίοι παραμένουν καθοριστικοί για τη νομιμότητα και την ορθή αξιολόγηση κάθε περιστατικού.
Οι δύο πηγές καταγραφής παραβάσεων
Στο πιλοτικό στάδιο, το σύστημα τροφοδοτείται από δύο διακριτές πηγές καταγραφής. Η πρώτη αφορά την Ο.ΣΥ. Α.Ε., μέσω καμερών που λειτουργούν σε λεωφορειολωρίδες και καταγράφουν παραβάσεις κυκλοφορίας και στάθμευσης. Η δεύτερη προέρχεται από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, μέσω πιλοτικού δικτύου «έξυπνων» καμερών που υποστηρίζουν τη διαπίστωση παραβάσεων όπως η μη χρήση προστατευτικού κράνους, η μη χρήση ζώνης ασφαλείας, η υπέρβαση ορίου ταχύτητας, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη και η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση.
Η πιλοτική λειτουργία υλοποιείται, όπως αναφέρεται, σε συνεργασία των Υπουργείων Προστασίας του Πολίτη, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Υποδομών και Μεταφορών. Κοινός στόχος των εμπλεκόμενων φορέων είναι η δημιουργία ενός αξιόπιστου, λειτουργικού και πλήρως τεκμηριωμένου συστήματος που θα υποστηρίζει αποτελεσματικά το έργο των ελεγκτικών αρχών, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα των πολιτών και την «απόλυτη νομιμότητα» των διαδικασιών.
Τα πρώτα στοιχεία: 2.453 κλήσεις και λίγες αποδεκτές ενστάσεις
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Αστυνομία, έχουν ήδη βεβαιωθεί και επιδοθεί 2.453 ψηφιακές κλήσεις. Παράλληλα έχουν υποβληθεί 420 ενστάσεις, ποσοστό 17,12% επί του συνόλου των ψηφιακών κλήσεων. Από αυτές έγιναν αποδεκτές 52, δηλαδή ποσοστό 2,11% επί του συνόλου.
Όπως διευκρινίζεται, ένας περιορισμένος αριθμός αποδεκτών ενστάσεων αφορούσε τεχνικά ή διαδικαστικά ζητήματα: αναντιστοιχία χρόνου (17 περιπτώσεις), δυσδιάκριτα χαρακτηριστικά (12 περιπτώσεις), καθώς και οχήματα για τα οποία προβλέπονται ειδικές εξαιρέσεις ως προς τη χρήση ζώνης ασφαλείας (3 περιπτώσεις). Οι υπόλοιπες ενστάσεις έγιναν δεκτές έπειτα από εξέταση ουσιαστικών λόγων, όπως περιστατικά που σχετίζονταν με ζητήματα υγείας.
Γιατί η πιλοτική φάση θεωρείται κρίσιμη
Η ΕΛ.ΑΣ. σημειώνει ότι στη διάρκεια της πιλοτικής εφαρμογής καταγράφονται και αξιολογούνται τεχνικά και λειτουργικά δεδομένα, ώστε να γίνονται οι απαραίτητες προσαρμογές και βελτιστοποιήσεις. Στόχος είναι να ενισχυθεί περαιτέρω η αξιοπιστία και η ποιότητα του υλικού που παράγεται, αλλά και να «ωριμάσει» θεσμικά και επιχειρησιακά το σύστημα πριν από την ευρύτερη ανάπτυξή του.
Η συνεχής αξιολόγηση των δεδομένων που συλλέγονται περιγράφεται ως βασικό εργαλείο για τη διαμόρφωση του τελικού επιχειρησιακού και τεχνικού μοντέλου λειτουργίας του αυτοματοποιημένου ελέγχου, με προτεραιότητα τη βελτίωση της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας.
Στόχος η πρόληψη και η μείωση των τροχαίων
Στον πυρήνα του νέου συστήματος βρίσκεται η πρόθεση να ενισχυθεί η πρόληψη επικίνδυνων οδηγικών συμπεριφορών και να μειωθούν τα τροχαία ατυχήματα. Η αξιοποίηση τεχνολογικών μέσων, όπως επισημαίνεται, επιδιώκει να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε παραβάσεις που συνδέονται άμεσα με αυξημένο κίνδυνο στο οδικό δίκτυο, από την υπερβολική ταχύτητα και την παραβίαση κόκκινου έως τη μη χρήση ζώνης ή κράνους και τη χρήση κινητού.
Τελικός στόχος, σύμφωνα με την ανακοίνωση, είναι η ανάπτυξη ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού πλαισίου διαχείρισης της οδικής κυκλοφορίας, με βασικό γνώμονα την προστασία της ανθρώπινης ζωής και τη συνολική ενίσχυση της οδικής ασφάλειας.


