«Δεν είμαι Τούρκος, είμαι Κούρδος» λέει ο Ντένις Ουντάβ
Ο Γερμανός επιθετικός εργάστηκε σε εργοστάσιο ενώ έπαιζε στη Δ’ κατηγορία, έκανε ντεμπούτο με την εθνική ομάδα στα 27 του και υπέστη προσβολές και επιθέσεις στην Τουρκία μετά τις δηλώσεις του για την ταυτότητά του.
Ο Ντένις Ουντάβ (Βάρελ, Κάτω Σαξονία, 1996) είναι αυτή τη στιγμή το χαμόγελο της Γερμανίας στο Μουντιάλ. Η μεγάλη έκπληξη της διοργάνωσης. Ο επιθετικός της Στουτγκάρδης έφτασε στο τουρνουά χωρίς ιδιαίτερη προβολή, με το νούμερο 26 στην πλάτη και ως βασικό «χαρτί» τα 19 γκολ του στην Bundesliga (δεύτερος πίσω από τον Χάρι Κέιν), κερδίζοντας γρήγορα τον θαυμασμό όλων. Πίσω όμως από αυτό το χαμόγελο κρύβεται μια ιστορία ρατσισμού, προσβολών, εργασίας σε εργοστάσια και πολλών χρόνων αναμονής για την κορυφή.
Ο Ουντάβ, με ύψος 1,79, με σκούρα επιδερμίδα, μαλλιά και γενειάδα, δεν θυμίζει το κλασικό στερεότυπο Γερμανού επιθετικού. Παρ’ όλα αυτά είναι Γερμανός, γεννημένος στο Βάρελ και μεγαλωμένος στο Άχιμ, κοντά στη Βρέμη. Παράλληλα, όμως, όπως ο ίδιος δεν κρύβει, είναι Κούρδος.
Σε μια εθνική Γερμανίας που έχει αρχίσει να συνηθίζει τη διαφορετικότητα, η περίπτωση του Ουντάβ είναι μοναδική. Είναι ο πρώτος ποδοσφαιριστής γεζίντι καταγωγής που συμμετέχει σε διεθνή διοργάνωση με την εθνική ομάδα, γεγονός που έχει προκαλέσει πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις στην Τουρκία. Για να γίνει κατανοητό, οι Γεζίντι είναι θρησκευτική κοινότητα κουρδικής καταγωγής που έχει υποστεί διώξεις επί αιώνες, όπως μεταδίδουν διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Η οικογένεια του πατέρα του προέρχεται από τη Βιράνσεχιρ, στη νοτιοανατολική Τουρκία, μια περιοχή με κουρδική πλειοψηφία κοντά στα σύνορα με τη Συρία. Από την άλλη πλευρά των συνόρων βρίσκεται η οικογένεια της μητέρας του, από τη Χασάκα στη βορειοανατολική Συρία. Δύο περιοχές σε διαφορετικές χώρες, όπου όμως κυριαρχεί ο κουρδικός πληθυσμός. Οι Κούρδοι αποτελούν τον μεγαλύτερο λαό στον κόσμο χωρίς δικό τους κράτος, με 30 έως 40 εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως σε Τουρκία, Ιράν, Ιράκ και Συρία, επισημαίνεται στα ίδια δημοσίευματα.
Οι παππούδες του από την πλευρά του πατέρα εγκατέλειψαν την Τουρκία μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 και την καταστολή κατά των Κούρδων, και εγκαταστάθηκαν, όπως πολλοί άλλοι, στη Γερμανία, όπου σήμερα ζει περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι κουρδικής καταγωγής.
Ο ίδιος ο Ουντάβ εντάχθηκε στις ακαδημίες της Βέρντερ Βρέμης, αλλά στα 14 του απορρίφθηκε επειδή ήταν «πολύ μικρόσωμος», όπως έχει πει. Συνέχισε σε ερασιτεχνικές ομάδες και στην ενηλικίωσή του αγωνιζόταν στη Δ’ κατηγορία της Γερμανίας, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν σε εργοστάσιο χειριζόμενος μηχανή λέιζερ.
«Ξυπνούσα στις τέσσερις το πρωί, πήγαινα στο εργοστάσιο, μετά προπόνηση και έπειτα σπίτι. Δεν μπορούσα να ζήσω μόνο από το ποδόσφαιρο και ήμουν μακριά από την οικογένειά μου», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του.
Η εκτόξευσή του ήρθε αργά. Δεν είχε κληθεί ποτέ στις μικρές εθνικές ομάδες ούτε είχε περάσει από μεγάλες ακαδημίες. Έπαιξε στη Δ’ και στη συνέχεια στη Γ’ κατηγορία της Γερμανίας, μέχρι που στα 24 του μεταγράφηκε στην Ουνιόν Σεν-Ζιλουάζ στο Βέλγιο. Εκεί καθιερώθηκε, σημείωσε πολλά γκολ και κέρδισε άνοδο και τίτλους πρώτου σκόρερ.
Ακολούθησαν μεταγραφές στην Μπράιτον και στη Στουτγκάρδη, όπου συνέχισε να σκοράρει. Στα 27 του κλήθηκε για πρώτη φορά στην εθνική Γερμανίας και αργότερα συμμετείχε σε μεγάλη διοργάνωση, καταλήγοντας ακόμη και στο Μουντιάλ.
Παρά την αθλητική επιτυχία, η ταυτότητά του έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Τουρκία, ιδιαίτερα μετά την άρνησή του να εκπροσωπήσει την εθνική ομάδα της χώρας. «Δεν είμαι Τούρκος, είμαι Κούρδος», είχε απαντήσει, δήλωση που προκάλεσε πολιτική ένταση.
Σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης δέχθηκε επίθεση με χαρακτηρισμούς όπως «προδότης» και «τρομοκράτης», ενώ σε αγώνα της Στουτγκάρδης στην έδρα της Φενέρμπαχτσε στην Κωνσταντινούπολη δέχθηκε επίσης υβριστικά συνθήματα από την εξέδρα.
Ο ίδιος, πάντως, δηλώνει περήφανος για την καταγωγή και την πορεία του, τονίζοντας ότι θέλει να αποτελεί παράδειγμα για τους νέους και να εμπνέει μέσα από την ιστορία του.


