Η Ευρώπη θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη συνάντηση για να δείξει στις ΗΠΑ ότι είναι έτοιμη να αναλάβει την ηγεσία. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε στο να συμφωνήσει να αγοράσει περισσότερο εξοπλισμό.
Καθώς οι ηγέτες του ΝΑΤΟ επιστρέφουν στις χώρες τους μετά την ετήσια Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, φαίνεται πως κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτές οι συναντήσεις δεν αξίζουν πλέον τον κόπο όσο ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το δήλωσαν, ουσιαστικά, και οι ίδιοι, ολοκληρώνοντας τη Σύνοδο με τη γενικόλογη διατύπωση «ανυπομονούμε για την επόμενη συνάντησή μας», αντί να επιβεβαιώσουν ότι θα συναντηθούν του χρόνου στην Αλβανία, όπως είχε προγραμματιστεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Politico θεωρεί πως η Σύνοδος της Άγκυρας αποτέλεσε μια χαμένη ευκαιρία.
Η μεγαλόστομα τιτλοφορούμενη «Διακήρυξη της Συνόδου της Άγκυρας» είναι ένα μονοσέλιδο κείμενο έξι παραγράφων, γεμάτο γενικόλογες διατυπώσεις, που δύσκολα δικαιολογεί ακόμη και το χαρτί στο οποίο γράφτηκε.
Παράλληλα, αν και πληροφορίες από την τρίωρη συνεδρίαση των ηγετών ανέφεραν ότι ο Τραμπ εμφανίστηκε ευδιάθετος και επαίνεσε τους συμμάχους για την αύξηση των αμυντικών δαπανών τους, μόλις άνοιξαν οι κάμερες εξαπέλυσε νέο μπαράζ επιθέσεων εναντίον των ίδιων χωρών.
Επέκρινε τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Βέλγιο επειδή δεν συνέδραμαν στον πόλεμο με το Ιράν. Χαρακτήρισε τους Ισπανούς «απελπιστική περίπτωση, κακούς ανθρώπους», ζητώντας την άμεση διακοπή κάθε εμπορικής σχέσης με την Ισπανία. Επανέλαβε, επίσης, ότι η Γροιλανδία θα πρέπει να αποτελέσει μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών, υποστηρίζοντας πως είναι «πολύ σημαντική» για την Αμερική, «αλλά όχι για τη Δανία».
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι πολλοί ηγέτες του ΝΑΤΟ θεωρούν πλέον πως η καθιέρωση ετήσιων Συνόδων ήταν λάθος και ότι η Συμμαχία πρέπει να επιστρέψει στην πρακτική των περιστασιακών συναντήσεων κορυφής.
Αυτό ήταν άλλωστε το μοντέλο λειτουργίας μέχρι πρόσφατα. Επί των ημερών του πρώην γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, οι Σύνοδοι Κορυφής έγιναν ετήσιες. Ως πρώην πρωθυπουργός της Νορβηγίας, πίστευε ότι το έργο της Συμμαχίας απαιτούσε τακτικές συναντήσεις των ηγετών. Την ίδια άποψη συμμεριζόταν και ο διάδοχός του, Μαρκ Ρούτε. Μέχρι σήμερα.
Ο πρώην πρωθυπουργός της Ολλανδίας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε η Σύνοδος της Άγκυρας να κυλήσει ομαλά. Υπερασπίστηκε την απόφαση του Τραμπ να προχωρήσει σε πόλεμο κατά του Ιράν, παρά τη διαφωνία σχεδόν όλων των υπόλοιπων χωρών του ΝΑΤΟ. Ταξίδεψε δύο φορές στην Ουάσιγκτον για να πείσει τον Τραμπ για τη σημασία της Συμμαχίας. Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι «εξετάζει σοβαρά την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ», ενοχλημένος από την άρνηση των Ευρωπαίων να συμμετάσχουν στη σύγκρουση με το Ιράν, ο Ρούτε μετέβη ξανά στην Ουάσιγκτον, επισημαίνοντας τον καθοριστικό ρόλο των ευρωπαϊκών βάσεων και του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου στις επιχειρήσεις.
Μόλις τον προηγούμενο μήνα, ο Ρούτε επισκέφθηκε και πάλι την Ουάσιγκτον, παρουσιάζοντας στο Οβάλ Γραφείο επιχρυσωμένες αφίσες από χαρτόνι, με τις οποίες εξήρε τον Τραμπ για τη συμβολή του στην αύξηση των αμυντικών δαπανών των χωρών του ΝΑΤΟ. Ακόμη και στην Άγκυρα, τον προέτρεψε να «καρπωθεί τη νίκη», υποστηρίζοντας ότι είχε καταστήσει τη Συμμαχία ισχυρότερη, πείθοντας τους συμμάχους να δαπανήσουν πολύ περισσότερα για την άμυνα.
Όλες αυτές οι προσπάθειες πέτυχαν τον βασικό στόχο της Συνόδου: να εξελιχθεί, όπως είπε ο υπουργός Εξωτερικών της Λιθουανίας, «όσο πιο βαρετή γινόταν».
Όμως αυτός δεν είναι ο σκοπός μιας Συνόδου Κορυφής. Και είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι 32 αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, μαζί με τις πολυάριθμες αντιπροσωπείες τους, έχουν καλύτερη χρήση του χρόνου τους από το να συγκεντρώνονται επί δύο ημέρες, με τεράστιο κόστος, μόνο και μόνο για να διασφαλίσουν ότι η συνάντησή τους θα είναι «βαρετή».
Οι Σύνοδοι Κορυφής υπάρχουν για να επιτελούν έναν κρίσιμο σκοπό: να επιλύουν διαφωνίες, να λαμβάνουν αποφάσεις και να καθορίζουν την ατζέντα για το μέλλον. Το ΝΑΤΟ δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η Σύνοδος της Μαδρίτης το 2022 ανάγκασε τους συμμάχους να αναγνωρίσουν τη νέα στρατιωτική απειλή που συνιστά η Ρωσία και οδήγησε στην υιοθέτηση νέας Στρατηγικής Αντίληψης, προσαρμοσμένης σε μια εποχή κατά την οποία όλα τα μέλη θεωρούν πλέον τη Μόσχα ως τη βασική απειλή για την ασφάλειά τους.
Η Σύνοδος του Βίλνιους το 2023 ενέκρινε τα νέα επιχειρησιακά σχέδια του ΝΑΤΟ για την άμυνα ολόκληρης της επικράτειας της Συμμαχίας — τα πρώτα που εκπονήθηκαν από τη στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Ακόμη και η Σύνοδος της Χάγης το 2025 αποδείχθηκε χρήσιμη, καθώς υποχρέωσε τους Ευρωπαίους συμμάχους να ανταποκριθούν στην απαίτηση του Τραμπ να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.
Η Σύνοδος της Άγκυρας δεν είχε αντίστοιχο σκοπό. Ναι μεν συμφωνήθηκαν ορισμένες αναγκαίες αναβαθμίσεις στρατιωτικών δυνατοτήτων και ο Ρούτε μπορεί να πανηγυρίζει για τις αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες που αποφασίστηκαν από την προηγούμενη Σύνοδο, ωστόσο δεν ελήφθη καμία μεγάλη απόφαση ούτε συμφωνήθηκε μια νέα στρατηγική ατζέντα.
Δεν ήταν αναπόφευκτο να συμβεί αυτό. Αντί να αφιερώσουν τόσο χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο στην προσπάθεια να κατευνάσουν τον Τραμπ, ο Ρούτε και οι υπόλοιποι ηγέτες θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιήσει τον τελευταίο χρόνο για να διαμορφώσουν έναν σαφή οδικό χάρτη σχετικά με το πώς και πότε η Ευρώπη θα αναλάβει τις βασικές ευθύνες για την άμυνα του ΝΑΤΟ.
Θα μπορούσαν να είχαν καθορίσει το χρονοδιάγραμμα ανάπτυξης των ευρωπαϊκών αεροπορικών, ναυτικών και χερσαίων δυνάμεων που θα αντικαταστήσουν τις αμερικανικές, να εξηγήσουν πώς θα καλυφθούν τα κενά στις δυνατότητες πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης που σήμερα παρέχουν σχεδόν αποκλειστικά οι Ηνωμένες Πολιτείες και να προσδιορίσουν τα βήματα για την αντικατάσταση Αμερικανών αξιωματούχων σε καίριες θέσεις της ενιαίας διοικητικής δομής του ΝΑΤΟ.
Η ιδέα αυτού του οδικού χάρτη είχε διατυπωθεί ήδη από τις αρχές του περασμένου έτους από τον Γερμανό υπουργό Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους. Ωστόσο, εγκαταλείφθηκε, επειδή υπήρχε ο φόβος ότι θα έδινε στην Ουάσιγκτον πρόσχημα να αποσύρει τις δυνάμεις της από την Ευρώπη. Όμως ο Τραμπ δεν χρειάζεται κανένα πρόσχημα για να αποσύρει αμερικανικά στρατεύματα. Έχει ήδη αρχίσει να το κάνει.
Συμπερασματικά, το δημοσίευμα του διεθνούς μέσου που εξειδικεύεται στις διεθνείς εξελίξεις, επισημαίνει ότι η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει πολύ μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της άμυνα. Μάλιστα, προτάσσει αναγκαία τη διαχείριση της μετάβασης από μια Συμμαχία υπό αμερικανική ηγεσία σε μια Συμμαχία με ευρωπαϊκή πρωτοκαθεδρία. Και για να επιτευχθεί αυτό, όπως υπογραμμίζεται καταληκτικά, το ΝΑΤΟ δεν χρειάζεται οι ηγέτες του να συναντώνται κάθε χρόνο.


