Κατά τη διάρκεια της 18ετούς διακυβέρνησής του, ο σεΐχης Χαμάντ αναδιαμόρφωσε τόσο την εσωτερική οικονομία όσο και τη διεθνή παρουσία του πλούσιου σε ενεργειακούς πόρους Κατάρ
Ο πρώην εμίρης του Κατάρ, σεΐχης Χάμαντ Μπιν Χαλίφα αλ Θάνι, άφησε την τελευταία του πνοή την Κυριακή σε ηλικία 74 ετών, όπως είχε ανακοινώσει το Amiri Diwan, το ανώτατο κυβερνητικό όργανο της χώρας.
Κατά τη διάρκεια της 18ετούς διακυβέρνησής του, ο σεΐχης Χαμάντ αναδιαμόρφωσε τόσο την εσωτερική οικονομία όσο και τη διεθνή παρουσία του πλούσιου σε ενεργειακούς πόρους Κατάρ.
Όταν ανέλαβε την εξουσία το 1995, η οικονομία του Κατάρ ήταν σχετικά περιορισμένη και βασιζόταν κυρίως στο πετρέλαιο, ενώ τα τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου του κοιτάσματος North Field βρίσκονταν ακόμη στα πρώτα στάδια ανάπτυξης.
Σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, το Κατάρ εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εξαγωγέα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παγκοσμίως, δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα κρατικά επενδυτικά ταμεία και συγκαταλέχθηκε στις χώρες με το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα
Η μεταμόρφωση αυτή δεν οφειλόταν μόνο στην άνθηση του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που τροφοδοτήθηκε από τις αυξανόμενες τιμές της ενέργειας. Βασίστηκε σε μια συνολική αναμόρφωση του οικονομικού μοντέλου της χώρας, η οποία στηρίχθηκε σε μια στρατηγική επένδυσης του πλούτου από τους φυσικούς πόρους στην ανάπτυξη παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, υποδομών και ανθρώπινου κεφαλαίου.
Ωστόσο, να σημειωθεί ότι η οικονομική αυτή στροφή ξεκίνησε πριν ο σεΐχης Χαμάντ αναλάβει την εξουσία του Κατάρ, καθώς το 1989 διορίστηκε πρόεδρος του Ανώτατου Συμβουλίου Σχεδιασμού της χώρας, του φορέα που ήταν τότε υπεύθυνος για τη διαμόρφωση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής του Κατάρ, γεγονός που του επέτρεψε να επιβλέπει την προετοιμασία αναπτυξιακών προγραμμάτων.
Πώς το φυσικό αέριο άλλαξε την οικονομία του Κατάρ
Η ανάπτυξη του North Field, του μεγαλύτερου κοιτάσματος φυσικού αερίου στον κόσμο, αποτέλεσε το πραγματικό σημείο εκκίνησης της οικονομικής μεταμόρφωσης του Κατάρ.
Η απόφαση να επιταχυνθούν οι επενδύσεις και να επεκταθούν τα έργα υγροποίησης φυσικού αερίου κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 άλλαξε τη θέση της χώρας στην ενεργειακή αγορά και την ώθησε προς την παγκόσμια ηγεσία.
Το Κατάρ πραγματοποίησε την πρώτη του εξαγωγή LNG το 1996 και σε λιγότερο από 15 χρόνια εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εξαγωγέα του εμπορεύματος παγκοσμίως.
Μέχρι το 2010, η ετήσια παραγωγική του ικανότητα είχε φτάσει τους 77 εκατομμύρια τόνους, σύμφωνα με στοιχεία της QatarEnergy και του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.
Η άνθηση αυτή δεν αύξησε μόνο τα κρατικά έσοδα της χώρας, αλλά καθιέρωσε το Κατάρ ως στρατηγικό εταίρο για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, ιδιαίτερα για τις οικονομίες της Ασίας και της Ευρώπης.
Στοιχεία του ανώτατου κυβερνητικού οργάνου της χώρας (Amiri Diwan) δείχνουν ότι την κλίμακα της μεταμόρφωσης που γνώρισε ο ενεργειακός τομέας του Κατάρ, καθώς η προστιθέμενη αξία του τομέα των υδρογονανθράκων αυξήθηκε από 11 δισεκατομμύρια ριάλ του Κατάρ (περίπου 2,6 δισ. ευρώ) σε 403 δισεκατομμύρια ριάλ (περίπου 103,3 δισ. ευρώ) κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του σεΐχη Χαμάντ.

Πρωτοφανής οικονομική ανάπτυξη
Η άνθηση του φυσικού αερίου αποτυπώθηκε άμεσα στις επιδόσεις της οικονομίας του Κατάρ, η οποία κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα συγκαταλεγόταν στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες του κόσμου.
Σύμφωνα με το Bloomberg, το οποίο επικαλείται στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το ΑΕΠ του Κατάρ αυξήθηκε περισσότερο από είκοσι φορές κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του σεΐχη Χαμάντ, από περίπου 7 δισεκατομμύρια ευρώ το 1995 σε περίπου 178 δισεκατομμύρια ευρώ το 2013.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναφέρει ότι η οικονομία του Κατάρ κατέγραψε τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης παγκοσμίως εκείνη την περίοδο, με την πραγματική ανάπτυξη να έφτασε το 18% το 2006, πριν αυξηθεί στο 26,2% το 2011, καθώς τέθηκαν σε λειτουργία τα έργα παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Από την άνθηση του φυσικού αερίου στην εξαγωγή κεφαλαίων
Η οικονομική μεταμόρφωση του Κατάρ δεν περιορίστηκε στην αύξηση της παραγωγής και των εσόδων, αλλά επεκτάθηκε και στη διαχείριση του πλεονάζοντος πλούτου.
Το 2001, ιδρύθηκε το Ανώτατο Συμβούλιο Οικονομικών Υποθέσεων και Επενδύσεων, το οποίο επόπτευε ο σεΐχης Χαμάντ. Το Συμβούλιο την διαφοροποίηση των εγχώριων και διεθνών επενδύσεων «με στόχο την ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών αποθεμάτων του Κατάρ και τη διαφοροποίηση των πηγών εισοδήματος», σύμφωνα με το Amiri Diwan.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ιδρύθηκε η Αρχή Επενδύσεων του Κατάρ (Qatar Investment Authority – QIA) για τη διαχείριση των χρηματοοικονομικών πλεονασμάτων που προέρχονταν από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ο σεΐχης Χαμάντ εφάρμοσε μια πολιτική που βασιζόταν στην κατανομή μέρους των εσόδων από τον ενεργειακό τομέα σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, ώστε να δημιουργηθούν βιώσιμες πηγές εισοδήματος πέρα από τους φυσικούς πόρους.
Η QIA εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα από τα μεγαλύτερα κρατικά επενδυτικά ταμεία στον κόσμο, αποκτώντας συμμετοχές σε εταιρείες όπως η Barclays και η Volkswagen, καθώς και στο πολυκατάστημα Harrods με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο το 2010.
Οι επενδυτικές δραστηριότητες του Κατάρ επεκτάθηκαν ώστε να καλύπτουν σχεδόν κάθε ήπειρο – από ποδοσφαιρικούς συλλόγους, έως παγκόσμιους οικονομικούς οργανισμούς, μέχρι και τον ουρανοξύστη Shard του Λονδίνου, μεταξύ άλλων.
Σήμερα, τα περιουσιακά στοιχεία της QIA εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 500 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το Sovereign Wealth Fund Institute, γεγονός που την κατατάσσει μεταξύ των μεγαλύτερων κρατικών επενδυτών στον κόσμοκόσμο.

Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών του Κατάρ
Η οικονομική ανάπτυξη του Κατάρ φάνηκε και στους δείκτες ευημερίας των πολιτών.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, το Κατάρ, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του σεΐχη Χαμάντ, έγινε μία από τις χώρες με το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ παγκοσμίως.
Το κατά κεφαλήν εισόδημα, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης, ξεπέρασε τα 90.000 δολάρια, ενώ οι δαπάνες για στέγαση, εκπαίδευση και υγεία αυξήθηκαν και η ανεργία υποχώρησε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Ειδικοί εκτιμούν ότι η αύξηση του εισοδήματος δεν οφειλόταν μόνο στις υψηλές τιμές της ενέργειας, αλλά και στην επέκταση των δημόσιων επενδύσεων και στη δημιουργία θέσεων εργασίας που συνδέονταν με τα ενεργειακά έργα και τις υποδομές.
Επενδύοντας στους ανθρώπους
Παράλληλα με τις επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας, το Κατάρ στράφηκε και στην οικοδόμηση μιας οικονομίας, η οποία θα ήταν βασισμένη στη γνώση.
Λίγο μετά αφού ανέλαβε την εξουσία τον Αύγουστο του 1995, ο σεΐχης Χαμάντ ίδρυσε το Ίδρυμα του Κατάρ για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και την Κοινοτική Ανάπτυξη, το οποίο λειτούργησε ως ο βασικός φορέας επενδύσεων στην εκπαίδευση, την επιστημονική έρευνα και την καινοτομία.
Στη συνέχεια, η χώρα προσέλκυσε διεθνή πανεπιστήμια, όπως τα Georgetown, Texas A&M και Carnegie Mellon, σε μια κίνηση που θεωρήθηκε μέρος μιας στρατηγικής για την προετοιμασία της χώρας για την εποχή που θα επικρατούσε μετά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Παράλληλα, ο τομέας της υγείας γνώρισε επίσης σημαντική ανάπτυξη μέσω της επέκτασης της Hamad Medical Corporation και της ίδρυσης νέων νοσοκομείων και εξειδικευμένων κέντρων, στο πλαίσιο των προσπαθειών του Κατάρ να βελτιώσει την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών της χώρας, ώστε να ανταποκρίνονται στην αύξηση του πληθυσμού.
Ταυτόχρονα, η οικονομική εξωστρέφεια της χώρας, σε συνδυασμό με μια πολιτική ενίσχυσης της θέσης της ως χρηματοοικονομικού και εμπορικού κόμβου στην περιοχή, μετέτρεψαν τη Ντόχα σε ένα σημαντικό κέντρο για διεθνείς οικονομικές και επενδυτικές διασκέψεις.
Το Μουντιάλ και η οικονομία του μέλλοντος
Τα έσοδα από το φυσικό αέριο κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του σεΐχη Χαμάντ δεν χρηματοδότησαν μόνο τον κρατικό προϋπολογισμό του Κατάρ, αλλά και την δημιουργία τεράστιων υποδομών.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ξεκίνησαν έργα όπως το Διεθνές Αεροδρόμιο Χαμάντ, το Λιμάνι Χαμάντ, η πόλη Λουσάιλ και σύγχρονα οδικά δίκτυα, και έργα που αργότερα αποτέλεσαν τα θεμέλια για το Μετρό της Ντόχα.
Τα έργα αυτά συνέβαλαν στη μεταμόρφωση της Ντόχα από μια μικρή πόλη του Κόλπου σε έναν παγκόσμιο αστικό κόμβο, θέτοντας τα θεμέλια ώστε το Κατάρ να γίνει η πρώτη αραβική και μεσανατολική χώρα που φιλοξένησε το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA το 2022.
Αφού η χώρα ανέλαβε να φιλοξενήσει το μεγάλο ποδοσφαιρικό τουρνουά, ο τομέας των υποδομών και των κατασκευών γνώρισε σημαντική άνθηση, καθώς η κυβέρνηση του Κατάρ προχώρησε σε επενδύσεις άνω των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την δημιουργία υποδομών, συμπεριλαμβανομένων δρόμων, σταδίων, σιδηροδρομικών γραμμών και της κατασκευής ενός νέου αεροδρομίου και λιμανιού.

Ο σεΐχης Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ Θάνι, πρώην εμίρης του Κατάρ, κρατά το τρόπαιο του Μουντιάλ αφού ανακοινώθηκε ότι η χώρα του θα φιλοξενήσει την διοργάνωση το 2022. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στη Ζυρίχη της Ελβετίας, στις 2 Δεκεμβρίου 2010.
AP
Μια οικονομική κληρονομιά
Το 2008, η χώρα παρουσίασε το «Εθνικό Όραμα του Κατάρ 2030», ένα στρατηγικό σχέδιο που αποσκοπούσε στην οικοδόμηση μιας οικονομίας βασισμένης στη γνώση, με στόχο τη διασφάλιση της ευημερίας των μελλοντικών γενεών.
Αυτό το όραμα, το οποίο συνεχίζει να αποτελεί το βασικό πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής της χώρας, αντανακλά μια στρατηγική που εγκαινίασε ο σεΐχης Χαμάντ και βασίζεται στη μετατροπή του φυσικού πλούτου σε θεμέλιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Και αν η ανάπτυξη της βιομηχανίας φυσικού αερίου αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για την οικονομική μεταμόρφωση του Κατάρ, η πιο σημαντική «κληρονομιά» του Σεΐχη Χαμάντ είναι η μετατροπή των εσόδων από την ενέργεια σε εργαλεία μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.
Μέσω της ίδρυσης θεσμών όπως το Ανώτατο Συμβούλιο Οικονομικών Υποθέσεων και Επενδύσεων και η QIA, της παρουσίασης του «Εθνικού Οράματος του Κατάρ 2030» και των επενδύσεων στην εκπαίδευση και τις υποδομές, το Κατάρ μετατράπηκε από μια οικονομία που εξαρτιόταν από τις εξαγωγές πετρελαίου σε ένα μοντέλο που συνδυάζει την ενεργειακή ισχύ με την παγκόσμια επενδυτική επιρροή.
Αυτό το σχέδιο εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση των οικονομικών πολιτικών του κράτους, τις οποίες εφαρμόζει μέχρι σήμερα ο γιος και διάδοχος του σεΐχη Χαμάντ, ο εμίρης εεΐχης Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι.


