Η Αστυνομία ερευνά αν παραβιάστηκαν κανόνες ασφαλείας, καθώς πολλοί από τους νεκρούς μετά τη φωτιά σε μπαρ στη Μπανγκόκ, εντοπίστηκαν παγιδευμένοι κοντά σε πίσω έξοδο
Στους 30 ανέρχονται οι νεκροί από την πυρκαγιά σε παμπ στην Μπανγκόκ, με τις Αρχές να ερευνούν ενδεχόμενη αμέλεια.
Το τοπικό δημοτικό γραφείο ανακοίνωσε την Τρίτη (14/07) ότι τρεις ακόμη άνθρωποι υπέκυψαν στα σοβαρά τους τραύματα μετά τη μεγάλη φωτιά που «ξέσπασε» τα ξημερώματα της Δευτέρας. Η αρχική εκτίμηση των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστροφών αναφέρει ότι η πύρινη κόλαση προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα σε κλιματιστικό, το οποίο βρισκόταν στην οροφή του κτηρίου.
Οι Αρχές έχουν επιβεβαιώσει την ταυτότητα 27 θυμάτων, ενώ, τρία ακόμη παραμένουν χωρίς ταυτοποίηση. Οι περισσότεροι εκτιμάται ότι ήταν υπήκοοι Ταϊλάνδης. Από τους τραυματίες, 24 νοσηλεύονται σε κρίσιμη κατάσταση, 15 έχουν υποστεί μέτριας σοβαρότητας τραύματα, ενώ, 36 υπέστησαν ελαφρύτερους τραυματισμούς και έχουν επιστρέψει στα σπίτια τους.
Ο αρχηγός της εθνικής αστυνομίας, Κιττιράτ Φανφέντ, τόνισε ότι «σε αυτό το στάδιο, η αστυνομία έχει θέσει την αμέλεια ως το βασικό σενάριο που καθοδηγεί την έρευνα».
Η παμπ Rong Beer Na Ladprao εξέφρασε «τα βαθύτερα συλλυπητήρια για αυτό το τραγικό περιστατικό» και ζήτησε συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων. Το κατάστημα, που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της πόλης, δεσμεύτηκε επίσης να στηρίξει πλήρως την έρευνα και μία «διαφανή διαδικασία διερεύνησης των γεγονότων», καθώς οι Αρχές εξετάζουν αν οι έξοδοι κινδύνου ήταν προσβάσιμες.
Οι περισσότεροι από τους νεκρούς εντοπίστηκαν παγιδευμένοι σε τουαλέτες χωρίς παράθυρα, κοντά σε μία από τις πίσω εξόδους, σύμφωνα με τον Κιτταράθ. Η συγκεκριμένη έξοδος δεν χρησιμοποιήθηκε, καθώς οι πελάτες ενδέχεται να εμποδίστηκαν να φτάσουν σε αυτήν από ένα τραπέζι που είχε τοποθετηθεί για την πώληση γλυκών ή επειδή ο χώρος ήταν πολύ σκοτεινός ώστε να εντοπίσουν την έξοδο.
Μία ακόμη έξοδος, κοντά στην κουζίνα, πιθανόν είχε περιορισμένη πρόσβαση λόγω ραφιών και ντουλαπιών, σύμφωνα με τον αρχηγό της Αστυνομίας, ο οποίος επισκέφτηκε το σημείο. Ακόμη, ενημέρωσε ότι υπάρχουν ενδείξεις πως τουλάχιστον ορισμένες πόρτες εξόδου ενδέχεται να ήταν κλειδωμένες.
Ο πρωθυπουργός της χώρας, Ανουτίν Τσαρνβιρακούλ, ενημερώθηκε ότι μία πόρτα που παλαιότερα λειτουργούσε ως έξοδος κινδύνου, είχε ασφαλιστεί με λουκέτο, καθώς ο ιδιοκτήτης φοβόταν ότι πελάτες θα έφευγαν χωρίς να πληρώσουν.
Η πόρτα έφερε την ένδειξη «μόνο για προσωπικό» και μπορούσε να ανοίξει προς τα έξω, όμως, αξιωματούχος εξήγησε στον πρωθυπουργό ότι οι πελάτες δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν τη χρήση της. «Αν είχαν τρέξει προς τα εκεί, θα είχαν σωθεί», απάντησε ο Ανουτίν.
Οι ερευνητές εξετάζουν, επίσης, την οροφή πάνω από τη σκηνή όπου γίνονταν οι εμφανίσεις. Η Αστυνομία θα διερευνήσει αν χρησιμοποιήθηκαν εύφλεκτα υλικά στη διακόσμηση και τον τρόπο με τον οποίο είχε εγκατασταθεί η ηλεκτρολογική καλωδίωση στην οροφή.
Όσοι κατάφεραν να απεγκλωβιστούν από την κεντρική είσοδο, χρειάστηκε να περάσουν μέσα από τις φλόγες, με αποτέλεσμα να υποστούν σοβαρά και μόνιμα εγκαύματα.
«Πονάω τόσο πολύ, είμαι ακόμη όμορφη;»
Ο σύντροφος μίας 31άχρονης γυναίκας, η οποία κατάφερε να αποχωρήσει από το φλεγόμενο κτήριο, περιέγραψε ότι περαστικοί τη βοήθησαν να σβήσει τις φλόγες από τα ρούχα της. Όταν συναντήθηκαν ξανά, η γυναίκα τού είπε: «Δεν αντέχω άλλο. Πονάω τόσο πολύ, είμαι ακόμη όμορφη;», μιλώντας στο τοπικό μέσο Khaosod.
Πολλοί από όσους επέζησαν χωρίς τραυματισμούς, το απέδωσαν στην τύχη, όπως ο 24άχρονος εργαζόμενος της παμπ, Κάεουντον Πονγκπανί, ο οποίος βρισκόταν σε εξωτερική τουαλέτα όταν εκδηλώθηκε η φωτιά. Όπως αναφέρει, είδε ανθρώπους να τρέχουν μακριά από τις φλόγες και προσπάθησε να φωνάξει τον αδελφό του, όμως, όπως τόνισε, «η ζέστη ήταν αφόρητη, δεν μπορούσα να ξαναμπώ μέσα».
Ο μικρότερος αδελφός του, Πονγκπάσετ, επίσης εργαζόμενος στην παμπ, βρισκόταν μέσα στο κτήριο την ώρα της πυρκαγιάς.
Τα δύο αδέλφια ήταν μετανάστες εργαζόμενοι από το γειτονικό Λάος. Ο Πονγκπανί πήγε τη Δευτέρα στο νεκροτομείο του αστυνομικού νοσοκομείου για να αναγνωρίσει τη σορό του αδελφού του. «Θέλω να τον πάω πίσω στους γονείς μας. Οι γονείς μου περιμένουν να επιστρέψουν μαζί τα παιδιά τους, αλλά τώρα ο ένας λείπει», συγκλόνισε.


