Οι εχθροπραξίες διήρκεσαν 74 ημέρες και έληξαν με την παράδοση της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου 1982, επιστρέφοντας τα νησιά υπό βρετανικό έλεγχο
Ο Πόλεμος των Φόκλαντ (ισπανικά: Guerra de las Malvinas), γνωστός και ως Σύγκρουση ή Κρίση των Φόκλαντ, ήταν μια πολεμική αναμέτρηση δέκα εβδομάδων μεταξύ της Αργεντινής και του Ηνωμένου Βασιλείου, με αντικείμενο δύο βρετανικά υπερπόντια εδάφη στον Νότιο Ατλαντικό: τα Νησιά Φόκλαντ και τις Νήσους Νότια Γεωργία και Νότιες Σάντουιτς.
Το σύμπλεγμα των Νήσων Φόκλαντ βρίσκεται στον Νότιο Ατλαντικό Ωκεανό, περίπου 460 χιλιόμετρα ανατολικά από την ακτή της Αργεντινής. Γεωγραφικά εκτείνεται μεταξύ 51° 15΄ και 53° νοτίου πλάτους και 57° 40΄ και 62° δυτικού μήκους.
Η συνολική έκταση των νησιών ανέρχεται σε 12.173 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2016, ο πληθυσμός τους ανέρχεται σε 3.200 κατοίκους, κατατάσσοντάς τα στην 237η θέση παγκοσμίως.
Πρωτεύουσα των Νήσων Φόκλαντ είναι το Πορτ Στάνλεϊ (Port Stanley), το οποίο βρίσκεται στην Ανατολική Φόκλαντ και αποτελεί τη μοναδική πόλη του συμπλέγματος.
Η σύγκρουση ξεκίνησε την Παρασκευή 2 Απριλίου 1982, όταν η Αργεντινή εισέβαλε και κατέλαβε τα Νησιά Φόκλαντ και, την επόμενη ημέρα, τις Νήσους Νότια Γεωργία και Νότιες Σάντουιτς, σε μια προσπάθεια να επιβάλει την κυριαρχία που διεκδικούσε επί δεκαετίες. Στις 5 Απριλίου, η βρετανική κυβέρνηση ανέπτυξε ναυτική δύναμη με στόχο την εμπλοκή με το αργεντίνικο ναυτικό και την πολεμική αεροπορία, πριν προχωρήσει σε αμφίβια επίθεση για την ανακατάληψη των νησιών.
Οι εχθροπραξίες διήρκεσαν 74 ημέρες και έληξαν με την παράδοση της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου 1982, επιστρέφοντας τα νησιά υπό βρετανικό έλεγχο. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης σκοτώθηκαν συνολικά 649 μέλη του αργεντίνικου στρατιωτικού προσωπικού, 255 Βρετανοί στρατιώτες και τρεις κάτοικοι των Νήσων Φώκλαντ.
Η σύγκρουση σημάδεψε και το Μουντιάλ του 1986 καθώς ο αγώνας μεταξύ των δύο χωρών, που έμεινε γνωστός και από το «Χέρι του Θεού» είχε και πολιτικές προεκτάσεις.
Το ζήτημα της κυριαρχίας
Η σύγκρουση αποτέλεσε κορύφωση της μακροχρόνιας διαμάχης για την κυριαρχία στα νησιά. Η Αργεντινή διατηρεί μέχρι σήμερα τη θέση ότι τα νησιά αποτελούν δικό της έδαφος και χαρακτήρισε τη στρατιωτική της επιχείρηση ως επαναδιεκδίκηση δικού της εδάφους. Από την άλλη πλευρά, η βρετανική κυβέρνηση θεώρησε την πράξη αυτή ως εισβολή σε έδαφος που αποτελούσε βρετανική αποικία από το 1841.
Οι κάτοικοι των Φώκλαντ, οι οποίοι ζουν στα νησιά από τις αρχές του 19ου αιώνα, είναι κατά κύριο λόγο απόγονοι Βρετανών εποίκων και τάσσονται υπέρ της βρετανικής κυριαρχίας. Παρά την ένταση, καμία από τις δύο χώρες δεν κήρυξε επισήμως τον πόλεμο, αν και αμφότερες αναγνώρισαν ότι βρισκόντουσαν σε κατάσταση πολέμου και όρισαν τις περιοχές των νησιών ως πολεμικές ζώνες. Οι εχθροπραξίες περιορίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στα αμφισβητούμενα εδάφη και την περιοχή του Νότιου Ατλαντικού όπου βρίσκονται.
Πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις
Ο πόλεμος άφησε βαθιά σημάδια και στις δύο χώρες και έχει εμπνεύσει πλήθος βιβλίων, άρθρων, ταινιών και τραγουδιών. Στην Αργεντινή, το πατριωτικό αίσθημα ήταν αρχικά υψηλό, ωστόσο η τελική έκβαση οδήγησε σε μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον της στρατιωτικής κυβέρνησης, επιταχύνοντας την πτώση του καθεστώτος. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος, ενισχυμένη από την επιτυχία στον πόλεμο, επανεκλέχθηκε την επόμενη χρονιά. Το πολιτιστικό και πολιτικό βάρος της σύγκρουσης αποδείχθηκε μεγαλύτερο για την Αργεντινή, όπου παραμένει έως σήμερα θέμα έντονης συζήτησης.
Εξομάλυνση των σχέσεων
Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Αργεντινής αποκαταστάθηκαν το 1989, μετά από συνάντηση στη Μαδρίτη της Ισπανίας, κατά την οποία οι δύο κυβερνήσεις εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν. Ωστόσο, δεν επήλθε καμία ρητή αλλαγή στη θέση οποιασδήποτε από τις δύο πλευρές σχετικά με την κυριαρχία στα Νησιά Φώκλαντ. Το 1994, η διεκδίκηση για τα εδάφη αυτά ενσωματώθηκε ρητά στο Σύνταγμα της Αργεντινής.


