Ο επικεφαλής σχολιαστής διεθνών θεμάτων των Financial Times, Gideon Rachman, υποστηρίζει ότι η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ έναντι του Ιράν οδηγεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ένα νέο στρατηγικό αδιέξοδο.
Στην ανάλυσή του, ο Gideon Rachman υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει ρεαλιστική στρατηγική εξόδου από τη σύγκρουση, ενώ η επαναφορά του στόχου της αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη ενδέχεται να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Εκτιμά ότι, καθώς οι διπλωματικές προσπάθειες έχουν ουσιαστικά αποτύχει, στην Ουάσιγκτον επανέρχεται στο προσκήνιο το σενάριο της αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται για τη Μέση Ανατολή και τη διεθνή ασφάλεια.
Επίσης, εκτιμά ότι ο πόλεμος με το Ιράν εξελίσσεται στη μεγαλύτερη πρόκληση της εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Υποστηρίζει ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν οδηγήσει στα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, η διπλωματία δείχνει να έχει εξαντλήσει τα περιθώριά της και η συζήτηση για αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη επανέρχεται στην αμερικανική πολιτική ατζέντα, παρά τους σοβαρούς κινδύνους μιας βαθύτερης εμπλοκής των ΗΠΑ.
Αναλυτικά, ο αναλυτές διεθνών σχέσεων και γεωπολιτικής των βρετανικών FT επισημαίνει πως η κληρονομιά της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είναι πιθανό να καθοριστεί από το Ιράν. «Προς το παρόν, όμως, οι εξελίξεις δεν είναι ευνοϊκές. Ο πόλεμος έχει αναζωπυρωθεί, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν φαίνεται να διαθέτουν ένα ρεαλιστικό σχέδιο που να οδηγεί σε νίκη» σημειώνει.
Το αμερικανικό κατεστημένο εθνικής ασφάλειας έχει ήδη αρχίσει να αναθεωρεί προς τα κάτω τις προσδοκίες του για το τι μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία. Στο πρόσφατο Aspen Security Forum, ο πρώην υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Μαρκ Έσπερ, υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να θεωρήσει επιτυχημένη μια έκβαση εφόσον επιτευχθούν δύο βασικοί στόχοι: η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ χωρίς την επιβολή διοδίων από το Ιράν, και η επιβολή περιορισμών στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα αντίστοιχων με εκείνους που είχαν συμφωνηθεί επί προεδρίας Ομπάμα.
Με άλλα λόγια, στόχος των ΗΠΑ θα ήταν απλώς η αποκατάσταση της κατάστασης που επικρατούσε πριν από την έναρξη του πολέμου.
Δύσκολη ακόμη και η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς
Ακόμη και αυτοί οι περιορισμένοι στόχοι, ωστόσο, ενδέχεται να αποδειχθούν ανέφικτοι.
Η Τεχεράνη εμφανίζεται αποφασισμένη να επιβάλλει τέλη στα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ είναι δύσκολο να διαφανεί με ποιον τρόπο οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να το αποτρέψουν μακροπρόθεσμα. Η επιβολή διοδίων θα μπορούσε να αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια στα ιρανικά ταμεία και ταυτόχρονα να προσφέρει στην Τεχεράνη έναν μόνιμο μοχλό πίεσης επί του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούν μια τέτοια πραγματικότητα. Ωστόσο, η εντατικοποίηση των αεροπορικών βομβαρδισμών δύσκολα θα εξασφαλίσει το άνοιγμα των Στενών, ενώ στον Λευκό Οίκο δεν υπάρχει καμία διάθεση για ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων.
Ο απόστρατος Αμερικανός στρατηγός Barry McCaffrey εκτιμά ότι μια χερσαία επιχείρηση για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ θα απαιτούσε δύναμη περίπου 600.000 στρατιωτών και θα μπορούσε να διαρκέσει έως και έναν χρόνο.
Στο μεταξύ, το Ιράν απάντησε στην πρόσφατη κλιμάκωση των συγκρούσεων πραγματοποιώντας, για πρώτη φορά μετά από μήνες, επίθεση κατά της Σαουδικής Αραβίας, υπενθυμίζοντας πόσο ευάλωτα παραμένουν τα κράτη του Κόλπου απέναντι σε επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, όπως μονάδες αφαλάτωσης και πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Η αυξανόμενη απειλή από πυραύλους και drones
Η κυβέρνηση Τραμπ γνωρίζει ότι η απειλή από τους ιρανικούς πυραύλους και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια.
Η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να πλήξει στόχους όπως:
το αεροδρόμιο του Ντουμπάι, εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Κατάρ, αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή.
Μάλιστα, δύο Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν πρόσφατα στην Ιορδανία.
Αμερικανοί στρατηγικοί αναλυτές εκτιμούν ότι, χάρη στη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας πυραύλων και drones, αλλά και στην υποστήριξη που λαμβάνει από τη Ρωσία και την Κίνα, το Ιράν πιθανότατα θα αποκτήσει μέσα στα επόμενα χρόνια οπλικά συστήματα μεγαλύτερης ακρίβειας και εμβέλειας.
Μεταξύ των πιθανών μελλοντικών στόχων περιλαμβάνονται:
ο πυρηνικός αντιδραστήρας της Ντιμόνα στο Ισραήλ, και η αμερικανική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, κομβικής σημασίας για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό.
Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης σύγκρουσης, το Ιράν εκτόξευσε πυραύλους κοντά και στους δύο αυτούς στόχους, χωρίς επιτυχία. Ωστόσο, αυτό ενδέχεται να αλλάξει στο μέλλον.
Η «αλλαγή καθεστώτος» επιστρέφει στο προσκήνιο
Μπροστά σε αυτή τη δυσμενή προοπτική, στην Ουάσιγκτον επανέρχεται σταδιακά η συζήτηση περί αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν.
Η αυξανόμενη πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορέσουν ποτέ να περιορίσουν την Τεχεράνη μέσω διαπραγματεύσεων οδηγεί ξανά στο τραπέζι αυτή την επιλογή.
Η ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας αποτέλεσε εξαρχής τον βασικό στόχο του Ντόναλντ Τραμπ και του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, όταν ξεκίνησαν τον πόλεμο με το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
Οι ελπίδες ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα προκαλούσαν λαϊκή εξέγερση κατά του ιρανικού καθεστώτος διαψεύστηκαν γρήγορα.
Για ένα διάστημα, η επιλογή της αλλαγής καθεστώτος εγκαταλείφθηκε, καθώς οι ΗΠΑ επένδυσαν στη διπλωματία. Όμως, μετά την αποτυχία αυτής της προσπάθειας, τμήματα της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται να επιστρέφουν στο αρχικό σχέδιο.
Οικονομική ασφυξία και αναζήτηση συμμάχων στο εσωτερικό του Ιράν
Το πιο εμφανές στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι η εντατικοποίηση της οικονομικής πίεσης.
Ο αποκλεισμός των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου έχει επανέλθει, με τις ΗΠΑ να εκτιμούν ότι μέσα σε λίγους μήνες θα μπορούσαν να στερήσουν από το Ιράν το μεγαλύτερο μέρος των πετρελαϊκών του εσόδων, προκαλώντας σοβαρή οικονομική κρίση.
Παράλληλα, αναζητούνται στελέχη του ιρανικού καθεστώτος που θα μπορούσαν να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, στο πλαίσιο αυτό υπήρξε ακόμη και ανεπιτυχής προσπάθεια ισραηλινής προσέγγισης του πρώην προέδρου του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, παρά το γεγονός ότι επί σειρά ετών είχε διατυπώσει ακραίες απειλές κατά του Ισραήλ.
Επανέρχεται επίσης η ιδέα ενίσχυσης εσωτερικών εξεγέρσεων. Στα πρώτα στάδια του πολέμου, το Ισραήλ είχε εισηγηθεί την παροχή όπλων στους Κούρδους, πρόταση που τότε απορρίφθηκε από την Ουάσιγκτον, αλλά πλέον ενδέχεται να επανεξεταστεί.
Ο κίνδυνος ενός νέου αμερικανικού αδιεξόδου
Η απροθυμία της Ουάσιγκτον να αποδεχθεί ότι το Ιράν μπορεί να εξέλθει από τον πόλεμο ισχυρότερο είναι κατανοητή.
Ωστόσο, η προσπάθεια ανατροπής αυτής της εξέλιξης εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.
Κάθε νέος γύρος αντιποίνων προκαλεί νέες απώλειες και αυξάνει τον κίνδυνο βαθύτερης εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν ακόμη μακροχρόνιο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, η σύγκρουση έχει ήδη εξαντλήσει σημαντικό μέρος των αμερικανικών αποθεμάτων οπλισμού. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται ο αρθρογράφος, οι ΗΠΑ κατανάλωσαν μέσα στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου περίπου:
το 30% των πυραύλων cruise Tomahawk, και το 50% των αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot.
Πολλά από αυτά τα πυρομαχικά προορίζονταν για ενδεχόμενη σύγκρουση με την Κίνα γύρω από την Ταϊβάν.
Η αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων ενδέχεται να απαιτήσει χρόνια, γεγονός που, σύμφωνα με την ανάλυση, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα παράθυρο ευκαιρίας για το Πεκίνο.
Όπως καταλήγει ο Gideon Rachman, ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί σήμερα τη σημαντικότερη διεθνή κρίση για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ενδέχεται ταυτόχρονα να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ακόμη μεγαλύτερη κρίση τα επόμενα χρόνια.


