Ποιες ειδικότητες ζητούν αλλά… δεν βρίσκουν να προσλάβουν οι επιχειρήσεις


Αποφοίτους σχολών τεχνολογικών και θετικών επιστημών, κατά το δυνατόν ήδη μετεκπαιδευμένους, ζητούν, αλλά δεν βρίσκουν, οι εργοδότες.

Αυτό “δείχνει” δημοσκόπηση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), σύμφωνα με την οποία πιο περιζήτητοι για πρόσληψη στις ελληνικές επιχειρήσεις είναι οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Ωστόσο, διαπιστώνονται μεγάλες ελλείψεις στις γνώσεις των τεχνικών και τεχνητών. Την ίδια ώρα, όμως, μόνο οι μισές επιχειρήσεις προβλέπουν κονδύλι εκπαίδευσης όσων έχουν προσλάβει. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι τους χρειάζονται, καθώς οι ίδιοι δηλώνουν ότι μία στις τρεις θέσεις των εταιρειών τους παραμένει κενή, αφού δεν βρίσκουν το προσωπικό με τα κατάλληλα προσόντα.

Το στοιχείο αυτό είναι εντυπωσιακό, την ίδια στιγμή που ένας στους πέντε από το εργατικό δυναμικό είναι άνεργος. “Τροφοδότης” της αναντιστοιχίας μεταξύ ζήτησης (από τους εργοδότες) και προσφοράς (από τους απασχολούμενους) εργασίας, η οποία στοιχίζει πολλά τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην ευημερία της κοινωνίας, φαίνεται πως είναι, μεταξύ άλλων, οι ελλείψεις στις γνώσεις και τις δεξιότητες των εργαζομένων. Αυτό σημαίνει πως μια μερίδα εργαζομένων δεν φαίνεται να έχει τα κατάλληλα προσόντα, σε επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων, που ζητούν οι εργοδότες. Έτσι, οι εργοδότες δεν προσλαμβάνουν, αν και χρειάζονται, νέο προσωπικό για τις συγκεκριμένες θέσεις προκειμένου να αναπτύξουν τη δραστηριότητα της επιχείρησης τους.

Από την άλλη μεριά, όμως, αν και καταγράφονται ελλείψεις στις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, μόνο οι μισές εταιρείες δαπανούν κονδύλια για τη μετεκπαίδευση των εργαζομένων τους, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του ΣΕΒ. Μάλιστα, η πλειοψηφία όσων εταιρειών έχουν “προϋπολογισμό εκπαίδευσης” αφιερώνουν ελάχιστες μέρες ανά έτος για την κατάρτιση του προσωπικού τους, δείχνουν τα σχετικά ευρήματα. Μια μικρή μειοψηφία αφιερώνει, σωρευτικά, έως και έναν μήνα ανά έτος για τον σκοπό αυτό.

Οι άλλες μισές επιχειρήσεις δεν δαπανούν ούτε σεντ για την εξειδίκευση των εργαζομένων προς τα καθήκοντα τα οποία τους θέτουν. Αυτό σημαίνει πως όσες εταιρείες δεν διαθέτουν “προϋπολογισμό εκπαίδευσης” ζητούν από όσους έρχονται να διεκδικήσουν μία θέση εργασίας να έχουν ήδη (δηλαδή από πριν) την κατάλληλη ειδίκευση ή να πληρώσουν οι ίδιοι για να την αποκτήσουν. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως εμπόδιο προς για την κατάρτιση των εργαζομένων από τις ίδιες τις επιχειρήσεις δεν είναι –σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση– μόνο η έλλειψη κονδυλίων, αλλά και η έλλειψη σχετικής οργάνωσης. Αυτό σημαίνει πως, αν υπήρχε η “τεχνική” δυνατότητα για την πραγματοποίηση διαδικασιών κατάρτισης, αυτή θα γινόταν, οδηγώντας, έτσι, τόσο στην ανάπτυξη και άλλων εταιρειών όσο και στην περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης.

Οι μεγαλύτερες ελλείψεις καταγράφονται στα τεχνικά επαγγέλματα, και μάλιστα σε ειδικευμένους κλάδους (τεχνίτες, τεχνικοί), όπως καταδεικνύει η έρευνα του ΣΕΒ στους Έλληνες εργοδότες. Πρέπει να τονιστεί πως οι περισσότεροι εργοδότες αναζητούν το νέο προσωπικό τους μεταξύ των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΑΕΙ, ΤΕΙ) και όχι από την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες επιχειρηματίες, κόντρα στο “κύμα” φυγής των νέων επιστημόνων από τη χώρα προς το εξωτερικό, αναζητούν πάνω απ’ όλα άτομα με την υψηλότερη κατά το δυνατό μόρφωση.

Στους ειδικευμένους τεχνίτες και τους τεχνικούς διαπιστώνουν οι επιχειρηματίες τις μεγαλύτερες ελλείψεις στις γνώσεις και τις δεξιότητές τους, σύμφωνα με την εν λόγω δημοσκόπηση.

Με άλλα λόγια, οι συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, αν και έχουν κάποια ειδίκευση αυτή δεν επαρκεί για να καλύψει τις απαιτήσεις της θέσης απασχόλησής τους, σύμφωνα με όσα πιστεύουν οι εργοδότες τους.

Συγκεκριμένα, το 16,5% των ερωτηθέντων εργοδοτών θεωρούν πως οι ειδικευμένες τεχνίτες δεν είναι αρκετά καταρτισμένοι, ενώ το 21,6% πιστεύει το ίδιο για τους τεχνικούς που απασχολούνται στις επιχειρήσεις τους.

Παράλληλα, το 15,2% των επιχειρηματιών διαπιστώνει γνωστικές ελλείψεις ακόμα και στους… ανειδίκευτους εργάτες. Με άλλα λόγια, οι εργοδότες, ακόμα και για εκείνους οι οποίοι απασχολούνται στις πιο χειρωνακτικές εργασίες, ζητούν εμμέσως μεγαλύτερες γνώσεις και δεξιότητες, προκειμένου να αντεπεξέλθουν στα καθήκοντά τους.

Αξίζει να σημειωθεί πως το 8,9% των επιχειρηματιών βλέπει εκπαιδευτικά “κενά” ακόμα και στους υπαλλήλους γραφείου. Την ίδια ώρα, το 5,1% βλέπει γνωστικές ελλείψεις και στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη, δηλαδή σε εργαζομένους που συνήθως δεν έχουν αποκτήσει απλώς ένα πτυχίο ΑΕΙ, αλλά έχουν και τίτλους μεταπτυχιακού ή και ντοκτορά. Προφανώς, ούτε αυτοί οι τίτλοι αποτελούν, πλέον, ικανή προϋπόθεση προκειμένου ένας εργαζόμενος να ανταποκρίνεται στα καθήκοντα της θέσης απασχόλησής του.

Υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας;

Η υψηλή ανεργία δεν οφείλεται μόνο στους εργοδότες που δεν προσλαμβάνουν, αλλά και σε μερίδα του εργατικού δυναμικού, η οποία δεν κρίνεται από τους ίδιους τους εργοδότες ως “κατάλληλη” για τις υπάρχουσες θέσεις απασχόλησης.

Αυτό δείχνει το εύρημα της δημοσκόπησης του ΣΕΒ, σύμφωνα με το οποίο το 33,1% των επιχειρηματιών δηλώνει πως στις εταιρείες τους υπάρχουν κενές θέσεις απασχόλησης. Με άλλα λόγια, στις εταιρείες αυτές υπάρχουν θέσεις απασχόλησης, οι οποίες δεν καλύπτονται από τους νυν ανέργους, καθώς δεν έχουν τα αντίστοιχα προσόντα οι εργαζόμενοι ή απλώς δεν υπάρχει ενδιαφέρον για αυτές τις θέσεις.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί πως η μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων δεν ζητά νέους εργαζομένους. Συγκεκριμένα, το 69,1% δηλώνει πως δεν υπάρχει κανένα κενό στις θέσεις απασχόλησης, γεγονός που δείχνει πως 2 στις 3 επιχειρήσεις έχει “κλείσει” τις πόρτες σε νέες προσλήψεις.

Ο “χάρτης” της κατάρτισης

“Μοιρασμένοι” είναι οι επιχειρηματίες στο ζήτημα της εκπαίδευσης και κατάρτισης των εργαζομένων.

Οι μισοί δαπανούν κονδύλια για περαιτέρω εξειδίκευση του προσωπικού τους, ενώ οι άλλοι μισοί δεν δαπανούν. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση, μόλις το 52% των ελληνικών επιχειρήσεων δαπανά πόρους για την κατάρτιση του προσωπικού το οποίο απασχολεί.

Αντίθετα, το 48% των ερωτηθέντων επιχειρηματιών δηλώνει πως οι εταιρείες τους δεν διαθέτουν “προϋπολογισμό εκπαίδευσης”. Με άλλα λόγια, δεν επανεκπαιδεύουν το προσωπικό τους σε σχέση με το ιδιαίτερο αντικείμενο της δουλειάς του.

Ακόμα, όμως, και μεταξύ εκείνων που διαθέτουν τέτοιο προϋπολογισμό, το 51% δηλώνει πως η εκπαίδευση του προσωπικού διήρκεσε τον τελευταίο χρόνο 2 έως 3 μέρες. Το 9% εξ αυτών προσέφερε εκπαίδευση δύο εβδομάδων και μόλις το 6% από έναν και πάνω μήνα.

Αυξημένη ζήτηση για αποφοίτους ΑΕΙ

Οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν μεγαλύτερη ζήτηση από τους εργοδότες σε σχέση με τους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας ή “μετα-δευτεροβάθμιας” τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Με άλλα λόγια, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε η απασχόληση κυρίως σε κλάδους χαμηλής έως πολύ χαμηλής ειδίκευσης (π.χ., εστίαση), οι απόφοιτοι πανεπιστημίων εξακολουθούν να είναι πιο περιζήτητοι σε σχέση με εκείνους που δεν τελείωσαν πανεπιστήμιο.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του ΣΕΒ, το 31,5% των ερωτηθέντων πιστεύει πως θα αυξηθεί η ζήτηση όσων αποφοίτησαν από τα ΑΕΙ-ΤΕΙ της χώρας. Αντίθετα, μόλις το 21,2% εκτιμά πως θα αυξηθεί η ζήτηση για τους αποφοίτους της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης (π.χ. ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ, μαθητείες ΟΑΕΔ, κ.λπ.).

Κατά τ’ άλλα, το 58,4% των επιχειρηματιών πιστεύει πως η ζήτηση για τους αποφοίτους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα παραμείνει αμετάβλητη. Το ίδιο πιστεύει το 63,1% των εργοδοτών για τους αποφοίτους της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Του Δημήτρη Κατσαγάνη

ΠΗΓΗ


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ