Σερβική «άνοιξη»;

Σε ζώνη έντονων αναταράξεων εισέρχεται η εσωτερική πολιτική σκηνή των χωρών των δυτικών Βαλκανίων. Οι συνεχείς αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, καθώς και η συνεχιζόμενη εξέγερση και πολιτική ανυπακοή των κομμάτων της αντιπολίτευσης, φέρνουν τις βαλκανικές κυβερνήσεις σε κατάσταση έντονης νευρικότητας και την πολιτική αστάθεια προ των πυλών, απειλώντας με εκτροχιασμό της όποιας ευρωπαϊκής τους πορείας.

Δεκαπέντε εβδομάδες συνεχόμενων διαδηλώσεων

Η Σερβία βρέθηκε για μια ακόμη φορά στο επίκεντρο, καθώς οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις συνεχίζονται επί 15 εβδομάδες και όχι μόνο δεν καταλαγιάζουν, αλλά αποκτούν όλο και πιο βίαια χαρακτηριστικά. Το Σάββατο 15 Μαρτίου χιλιάδες Σέρβοι διαδηλωτές του κινήματος “Ένας από τα 5 εκατομμύρια” (#1of5million), το οποίο ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 2018, όταν ο Σέρβος πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς δήλωσε περιφρονητικά πως “ακόμα και αν 5 εκατομμύρια άνθρωποι κατεβούν στους δρόμους” εκείνος δεν πρόκειται να υποχωρήσει στα αιτήματα των διαδηλωτών και της αντιπολίτευσης, εισέβαλαν στο κτίριο της σερβικής κρατικής τηλεόρασης RTS ζητώντας να μεταδοθούν τα μηνύματα τους,

Επί 15 βδομάδες δεκάδες χιλιάδες Σέρβοι διαδηλωτές, στα πλαίσιο των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων που συνεχίζονται στο Βελιγράδι και σε άλλες πόλεις της Σερβίας και στηρίζονται από το συνασπισμένο μπλοκ της αντιπολίτευσης “Ένωση για τη Σερβία” (Saven za Srbiju ή SzS), περνούσαν κάθε Σάββατο μπροστά από το κτίριο της κρατικής τηλεόρασης, φωνάζοντας συνθήματα, σφυρίζοντας έντονα και ζητώντας από την κυβέρνηση Βούτσιτς να παραιτηθεί και να προκηρυχθούν “αδιάβλητες δημοκρατικές εκλογές”, ωστόσο ουδέποτε μεταδόθηκε το παραμικρό για αυτές τις διαδηλώσεις από την κρατική τηλεόραση RTS. Η Σερβία και ο υπόλοιπος κόσμος μάθαινε γι’ αυτές σχεδόν αποκλειστικά από τα Social Media, τα οποία κυριολεκτικά “πήραν φωτιά” στη χώρα τις τελευταίες βδομάδες, υποκαθιστώντας τους ρεπόρτερ στο ρόλο της ζωντανής μετάδοσης των εξελίξεων.

Οι διαδηλωτές αλλά και οι εκπρόσωποι των κομμάτων της αντιπολίτευσης ζητούσαν “μόνο δύο λεπτά χρόνο” από το κρατικό κανάλι της Σερβίας, για να επικοινωνήσουν τις θέσεις τους, αλλά οι πόρτες ήταν ερμητικά κλειστές γι’ αυτούς, όχι μόνον αυτές τις 15 βδομάδες των διαδηλώσεων, αλλά και πιο πριν. Το κρατικό κανάλι RTS, όπως και πολλά ιδιωτικά κανάλια της Σερβίας, όπως το Pink TV, ελέγχονται ασφυκτικά από την κυβέρνηση Βούτσιτς και δεν δίνουν τη δυνατότητα στα κόμματα της αντιπολίτευσης να εκφράσουν τις θέσεις τους, ούτε φυσικά και στους διαδηλωτές του κινήματος “#1of5million”.

Κι αυτό παρότι κάθε κάτοικος της Σερβίας πληρώνει υποχρεωτικά 300 δηνάρια το μήνα (περίπου 2,5 ευρώ), μέσω των λογαριασμών ηλεκτρισμού, για το κρατικό RTS, το οποίο εκφράζει αποκλειστικά τις θέσεις και την προπαγάνδα της Δεξιάς κυβέρνηση του κόμματος SNS του Α. Βούτσιτς, χωρίς να παρέχει την δυνατότητα στους εκπροσώπους της αντιπολίτευσης να επικοινωνήσουν κι εκείνοι τις θέσεις τους, όπως γίνεται σε κάθε δημοκρατική χώρα της Ευρώπης. Πρόκειται για μια τακτική και μια φασίζουσα “τεχνολογία διακυβέρνησης” την οποία ο Α. Βούτσιτς λέγεται πως αντέγραψε, από τον πρώην εθνικιστή πρωθυπουργό της Βόρειας Μακεδονίας, τον διαβόητο Νίκολα Γκρουέφσκι -φυγόδικος πλέον, που βρήκε προσωρινό καταφύγιο στην Ουγγαρία του Όρμπαν- με τον οποίο τον συνέδεε μάλιστα και προσωπική φιλία.

Βέβαια είναι γνωστό πως στη σημερινή Σερβία ζει και βασιλεύει η κομματοκρατία και η διαφθορά και σχεδόν κανείς δεν μπορεί να διοριστεί, ακόμη και σε μία κατώτερη θέση στο δημόσιο τομέα και στην τοπική αυτοδιοίκηση, δίχως να έχει τα “κομματικά διαπιστευτήρια” του SNS του Α. Βούτσιτς, ο αδελφός του οποίου είναι πλούσιος επιχειρηματίας με αδιαφανείς οικονομικές σχέσεις με το σερβικό κράτος, όπως άλλωστε και ο αδελφός της πρωθυπουργού Άννα Μπέρναμπιτς. Αυτό φυσικά δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα στις περισσότερες χώρες των δυτικών Βαλκανίων, όπως η Αλβανία, το Μαυροβούνιο και τη Βοσνία & Ερζεγοβίνη, όπου επίσης όλη αυτή την περίοδο λαμβάνουν χώρα συνεχόμενες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις με αιτήματα την καταπολέμηση της διαφθοράς, της κρατικής καταστολής και τη διενέργεια αδιάβλητων δημοκρατικών εκλογών, κάνοντας τους αναλυτές να μιλούν για μια “βαλκανική άνοιξη”.

Εισβολή Σέρβων διαδηλωτών στην κρατική τηλεόραση RTS

Το περασμένο Σάββατο όμως, όταν οι πολίτες που διαδήλωναν επί 15 εβδομάδες ξαναπέρασαν στις οκτώ ο βράδυ μπροστά από το κτίριο της κρατικής τηλεόρασης RTS, αποφάσισαν να κινηθούν δυναμικότερα και εισέβαλαν στο κτίριο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό της αντιπολίτευσης από την τηλεόραση RTS, την οποία και πληρώνουν όλοι οι κάτοικοι της Σερβίας. Οι διαδηλωτές εισήλθαν στο κτίριο χωρίς να ασκήσουν βία, μιας και η ασφάλεια του κτιρίου άνοιξε τις πόρτες προκειμένου να μην υπάρξει κλιμάκωση. Οι ηγέτες της σερβικής αντιπολίτευσης, που ήταν μαζί με τους διαδηλωτές, απαίτησαν να βγουν απευθείας στο πρόγραμμα για να παρουσιάσουν τις θέσεις τους, καθώς είναι μονίμως αποκλεισμένοι.

Μάλιστα ο αρχηγός του εθνικιστικού κόμματος “Dveri”, Μπόσκο Ομπράντοβιτς, που συμμετέχει κι αυτό στο ετερόκλητο αντιπολιτευόμενο μπλοκ ‘Ένωση για τη Σερβία”, ζήτησε από τους διαδηλωτές να παραμείνουν εκεί μέχρι να παραιτηθεί ο γενικός διευθυντής της RTS ή να δεσμευτεί ότι την επόμενη μέρα στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων θα φιλοξενηθούν οι ηγέτες της αντιπολίτευσης για να παρουσιάσουν τις θέσεις τους. “Είναι παράλογο”, δήλωσε ο Ομπράντοβιτς, “να διαδηλώνει κατά του Βούτσιτς, η ενωμένη αντιπολίτευση, τρεις μήνες, σε δεκάδες πόλεις της Σερβίας και να μην έχει φιλοξενηθεί κανένας πολιτικός ηγέτης στην δημόσια τηλεόραση”. Η διεύθυνση του RTS όμως αρνήθηκε, για μια ακόμη φορά, να ικανοποιήσει το αίτημα τους επικαλούμενη “τεχνικούς λόγους”. Τελικά, η σερβική Αστυνομία κατάφερε να απωθήσει τους διαδηλωτές και τους ηγέτες της αντιπολίτευσης εκτός του κτιρίου, μεταφέροντας βίαια έξω από το κτίριο κάποιους από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης, που είχαν καθίσει στο πάτωμα και αρνούνταν να εγκαταλείψουν το κτίριο, ενώ προέβησαν και σε συλλήψεις διαδηλωτών.

Ο Νέμποϊσα Στεφάνοβιτς, υπουργός Εσωτερικών της Σερβίας, κατηγόρησε τους ηγέτες της αντιπολίτευσης ότι “προσπαθούν να εφαρμόσουν το ‘μακεδονικό σενάριο’ και να ανατρέψουν την νόμιμη εξουσία”, δηλαδή να αντιγράψουν τον τρόπο που “ανατράπηκε” το 2017 ο εθνικιστής Νίκολα Γκρουέφσκι, ο οποίος είχε αγκιστρωθεί στην εξουσία στα Σκόπια επί πάνω από μία δεκαετία, από τη συνασπισμένη αντιπολίτευση της Βόρειας Μακεδονίας με επικεφαλή της τον Ζόραν Ζάεφ.

“Πολιορκία” του προεδρικού μεγάρου από διαδηλωτές

Την επόμενη μέρα, Κυριακή 16 Μαρτίου, ο πρόεδρος της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου που έδωσε στο προεδρικό μέγαρο, περικυκλωμένο από περίπου 2.000 οργισμένους Σέρβους διαδηλωτές, αφού καταδίκασε την εισβολή των διαδηλωτών στο κτίριο του RTS, χαρακτήρισε “φασίστες και κλέφτες” τους ηγέτες της αντιπολίτευσης που “έχουν την υποστήριξη της ηγεσίας των Αλβανών του Κοσόβου και την ανοχή των Δυτικών χωρών”. Μάλιστα δήλωσε πως δεν πρόκειται να συζητήσει με τους ηγέτες της αντιπολίτευσης και δεν θα ικανοποιήσει κανένα από τα αιτήματά τους, ακόμη και αν κατεβάσουν εκατό χιλιάδες διαδηλωτές στους δρόμους. Εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι ο Βούτσιτς, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, λάμβανε συνεχώς σημειώματα από συνεργάτες του που τον ενημέρωναν για την κατάσταση που επικρατεί εκτός του προεδρικού μεγάρου. Κάθε φορά που ανακοίνωνε τι του μεταφέρουν οι συνεργάτες του, δήλωνε ότι δεν τους φοβάται και δεν θα υποχωρήσει. Ένα από τα μηνύματα, όπως ισχυρίστηκε, προέρχονταν από τους Σέρβους του Κοσόβου οι οποίοι εξέφραζαν την ετοιμότητά τους να έρθουν στο Βελιγράδι να τον υπερασπιστούν.

Ο πρόεδρος Βούτσιτς “τρολάρει” τους διαδηλωτές

Στο τέλος για να “τρολάρει” τους διαδηλωτές, που βρίσκονταν έξω από το προεδρικό μέγαρο, ανέβασε στο Instagram φωτογραφία, όπου φαίνεται να παίζει ήρεμος σκάκι με τον υπουργό Εσωτερικών Νέμποϊσα Στεφάνοβιτς, με το σχόλιο “στιγμές χαλαρότητας πριν τον απογευματινό φόρτο εργασίας”, αδιαφορώντας για το οργισμένο πλήθος έξω από το κτίριο. Τελικά ο πρόεδρος Βούτσιτς αποχώρησε από το προεδρικό μέγαρο αργά το απόγευμα, όταν πλέον οι διαδηλωτές έλυσαν την πολιορκία του. Ο Σέρβος πρόεδρος βγήκε από την κεντρική έξοδο του κτιρίου και καθώς κατευθύνονταν προς το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο χαιρετούσε και χαμογελούσε προς κάποιους διαδηλωτές που παρέμειναν έξω από το προεδρικό και τον αποδοκίμαζαν…

Οι Σέρβοι διαδηλωτές, μαζί με τους ηγέτες του συνασπισμού των κομμάτων της αντιπολίτευσης “Συμμαχία για την Σερβία”, μετά την αποχώρηση τους από το προεδρικό μέγαρο, έκαναν πορεία προς την γενική αστυνομική διεύθυνση Βελιγραδίου, όπου κρατούνται επτά άτομα που συνελήφθησαν για τα επεισόδια του Σαββάτου στη δημόσια ραδιοτηλεόραση RTS. Ζήτησαν από την διοίκηση της αστυνομίας να αφεθούν ελεύθεροι όλοι οι συλληφθέντες, δίνοντας διορία 24 ώρες για να ικανοποιηθεί το αίτημά τους. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης κάλεσαν τους πολίτες να συγκεντρωθούν και πάλι το απόγευμα της Δευτέρας 18 Μαρτίου, έξω από την γενική αστυνομική διεύθυνση Βελιγραδίου, κάτι που έγινε κι έτσι οι διαδηλώσεις στο Βελιγράδι συνεχίστηκαν ουσιαστικά για ένα τριήμερο.

Συλλαμβάνουν μαθητές, αλλά όχι εγκληματίες

Ανάμεσα στους επτά διαδηλωτές που συνελήφθησαν για τα επεισόδια του Σαββάτου στο κτίριο της κρατικής ραδιοτηλεόρασης της Σερβίας ήταν κι ένας 18χρονος μαθητής, τελειόφοιτος του φιλολογικού γυμνασίου Βελιγραδίου, ο Παύλε Τσβέιτς (Pavle Cvejić,) , καθώς και δύο νεαροί φοιτητές, που καταδικάστηκαν χωρίς να γίνει δίκη σε 30 μέρες κράτησης! Αυτό, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε επιπλέον οργή όχι μόνο των διαδηλωτών, αλλά και των μαθητών, συμφοιτητών και καθηγητών, των συλληφθέντων, που ένωσαν τις φωνές διαμαρτυρίας τους με εκείνες των διαδηλωτών. Μάλιστα απείλησαν πως, αν ο συμμαθητής τους δεν απελευθερωθεί μέσα σε 48 ώρες, τότε θα μαζευτούν όλοι οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Βελιγραδίου και θα διαδηλώνουν συνεχώς μαζί με τους αγανακτισμένους πολίτες του Βελιγραδίου. “H κυβέρνηση συλλαμβάνει τους τελειόφοιτους και όχι τους εγκληματίες και δολοφόνους”, φώναξαν οι διαδηλωτές, φοιτητές και καθηγητές του Λυκείου Φιλολογίας του Βελιγραδίου, που διαδήλωσαν τη Δευτέρα 18 Μαρτίου, ζητώντας την απελευθέρωση του μαθητή Pavle Cvejić, και των φοιτητών που συνελήφθησαν.

“Δεν θέλουμε εμφύλιο πόλεμο!”

Ο δικηγόρος Μπόζα Πρέλεβιτς (Boža Prelević), ο οποίος εκπροσωπεί έναν από τους συλληφθέντες φοιτητές, τον Μιλος Ντέκιτς, έγραψε πως ο φοιτητής είναι πολύ αδύναμος καθώς πέρασε πρόσφατα μια σοβαρή ασθένεια, ενώ γράφει και διδακτορικό με θέμα τις διαδηλώσεις. Βγήκε έξω από το RTS χωρίς αντίσταση, αλλά και αυτόν τον κλείσανε στην “Padinska Skela”, στην υψίστης ασφαλείας φυλακή του Βελιγραδίου, όπου “πριν από 20 χρόνια ένα παρόμοιος συνασπισμός (σ.σ. Σέρβων εθνικιστών μαζί με το κόμμα του Μιλόσεβιτς) έκλεινε στις φυλακές με τα ίδια κριτήρια τους Οτποράσι (σ.σ. “αντιστασιακούς” στα Σέρβικα, οπαδούς του κινήματος Otpor/αντίσταση). Στη Σερβία η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ειλικρινά με σόκαρε η δικαστική απόφαση. Αυτό λέγεται ανεξέλεγκτη κρατική βία. Τα κρατικά όργανα δεν μπορούν να συμπεριφέρονται έτσι!”

Ο Ντράγκαν Τζίλας (Dragan Djilas) από το κίνημα “Ένωση για την Σερβία” δήλωσε στο τηλεοπτικό κανάλι Ν1 της Βοσνίας¨ότι “προσπαθούμε στις διαδηλώσεις, που το Σάββατο (σ.σ. 16 Μαρτίου) συμπλήρωσαν 15 βδομάδες, να μην έχουμε απρόβλεπτα περιστατικά. Φοβόμαστε κάποιους δήθεν διαδηλωτές, ‘φυτεμένους’ απ’ έξω ανάμεσα στους ανθρώπους οι οποίοι ειρηνικά περπατάνε και διαδηλώνουν, ότι θα προκαλούσαν βία. Είναι απαραίτητο να σταματήσει αυτή η αλυσίδα βίας κατά των ανθρώπων, που έφτασε τώρα στο αποκορύφωμά της. Δεν θέλουμε εμφύλιο πόλεμο!”

Ένα “καζάνι που βράζει”…

Λίγες μέρες πριν από την εικοστή επέτειο από την έναρξη των Νατοϊκών βομβαρδισμών κατά της Σερβίας, που ξεκίνησαν στις 24 Μαρτίου του 1999 και διήρκεσαν 78 ημέρες, η Σερβία εισέρχεται και πάλι σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας, ενώ οι γεωπολιτικές προκλήσεις παραμένουν ανοικτές. Καθώς οι πληγές εκείνου του πολέμου, αλλά και ολόκληρης της πολεμικής και τραυματικής δεκαετίας του 1990, δεν έχουν ακόμη επουλωθεί, το θέμα της τελικής διευθέτησης του ζητήματος του Κοσόβου παραμένει ανοικτό, η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας αβέβαιη και ο εθνικισμός συνεχίζει να είναι πανταχού παρόν, η χώρα παραμένει δέσμια της κακοδαιμονίας του βαλκανικού παρελθόντος.

Η κυβέρνηση Βούτσιτς -ένα μείγμα εθνολαϊκισμού, οπορτουνισμού και νεοφιλελευθερισμού- γίνεται όλο και πιο νευρική απέναντι στην εντεινόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, η οποία τροφοδοτείται κι από κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες, που κρατούν την πλειοψηφία του σερβικού λαού κάτω ή κοντά στα όρια της φτώχειας, ενώ μια μικρή ομάδα εκλεκτών της κυβέρνησης λυμαίνεται τον εναπομείναν πλούτο της χώρας. Η όποια οικονομική ανάπτυξη επιτεύχθηκε τα 20 αυτά χρόνια, κυρίως μέσω της εφαρμογής νεοφιλελεύθερων οικονομικών μεθόδων, δεν απέφερε καρπούς για την πλειοψηφία του σερβικού λαού, που συνεχίζει να επιβιώνει με βασικό μισθό 200 ευρώ το μήνα και κόστος ζωής, που αυξάνει διαρκώς.

Οι τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, ορατές πλέον δια γυμνού οφθαλμού στους δρόμους του Βελιγραδίου, αλλά και η κραυγαλέα διαφθορά και ο νεποτισμός, δεν μπορούν να εκτονωθούν στον αδιέξοδο εθνικισμό τον οποίο χρησιμοποιούσαν εργαλειακά όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις της Σερβίας από το 1990 και μετά. Ακόμη κι αν το ζήτημα του Κοσόβου συνεχίζει να παραμένει ανοικτό, αποτελώντας πρόσφορη “πολιτική τροφή” για τους Σέρβους εθνικιστές πολικούς. Το “καζάνι” στο εσωτερικό της Σερβίας έχει φθάσει σε επικίνδυνο “σημείο βρασμού” και θα συνεχίσει να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση όσο η χώρα παραμένει μονίμως κολλημένη στον προθάλαμο της Ευρώπης, και χωρίς πραγματική Δημοκρατία και ξεκάθαρες ευρωπαϊκές προοπτικές.

* Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος, ειδικός για βαλκανικά θέματα.

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here