Αυτοί είναι οι 6 σκληροί Γεωργιανοί της περίφημης σπείρας «VOR V ZAKONE» που είχαν ρημάξει την Αττική – Στη δημοσιότητα οι φωτογραφίες τους


Δίνονται στη δημοσιότητα, κατόπιν σχετικής Διάταξης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, τα στοιχεία ταυτότητας και οι φωτογραφίες έξι αλλοδαπών, κατηγορούμενων ως μελών εγκληματικής οργάνωσης, που διέπραττε συστηματικά διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπών – διαρρήξεων σε οικίες, σε διάφορες περιοχές της Αττικής

Η συγκεκριμένη εγκληματική ομάδα εξαρθρώθηκε στις 13 Μάρτιου 2019 από το Τμήμα Εγκλημάτων Κατά Ιδιοκτησίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής.

Συγκεκριμένα πρόκειται για τους συλληφθέντες:

1. (επ.) ENDELADZE (ον.) GEORGI του NUGZARI και της MARINA , γεν. 24-02-1981 στην Γεωργία, με το προσωνύμιο «TAVA»,


2. (επ.) KOGHUASHVILI (ον.) TAMAZ του GEORGI και της TSANA , γεν. 04-06-1979 στην Γεωργία, με το προσωνύμιο «ΤΑΖΟ»,

3 . (επ.) MINDADZE ή SHALIKIAN ή SHALIKIANI (ον.) TORNIKE ή TORVINE του DAVID ή DAVITI και της AZA ή IZA γεν. 24-12-1978 στην Γεωργία, με το προσωνύμιο «ΤΟRNIKE»,

4 . (επ.) VARDANIDZE (ον.) ASMATI του RAMAZI και της LELA , γεν. 21-09-1987 στην Γεωργία, με το προσωνύμιο «ΑΝΝΑ».

και για τους μη συλληφθέντες:

5. (επ.) VARDANIDZE (ον.) VARLAM του ANDORI και της MODONA γεν. 20-09-1979 στην Γεωργία, με το προσωνύμιο «KUNA» και

6. (επ.) MINDADZE (ον.) TΕΙMURAZ του DAVID ή DAVITI γεν. 28-02-1989 στην Γεωργία, με το προσωνύμιο «BACHANA».

Το χρονικό της σύλληψης και ο τρόπος δράσης της σπείρας 

Στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης διεθνικού χαρακτήρα, τα μέλη της οποίας ενέχονται σε μεγάλο αριθμό διαρρήξεων και κλοπών από οικίες σε διάφορες περιοχές της Αττικής προχώρησε η Ασφάλεια Αττικής.

Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, συνελήφθησαν τέσσερις αλλοδαποί από Γεωργία, τρεις άνδρες και μία γυναίκα, μέλη της οργάνωσης, ενώ ταυτοποιήθηκαν και αναζητούνται δύο επιπλέον μέλη της σπείρας. Σύμφωνα με πληροφορίες στις μεταξύ τους συνομιλίες αποκαλούσαν άλλα μέλη με τα παρατσούκλια τους όπως Ταβά τον «αρχηγό» ο οποίος φέρεται να εμπλέκεται και σε ανάλογες υποθέσεις σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία και Άννα την γυναίκα.

Βασικό χαρακτηριστικό της εγκληματικής ομάδας ήταν η διασπορά της δράσης της σε διαφορές περιοχές της Αττικής καθώς εξιχνιάστηκαν διαρρήξεις οικιών σε Αθήνα, Πετράλωνα, Νέο Κόσμο, Ταύρο, Καλλιθέα, Πετρούπολη, Πατήσια, Νέα Σμύρνη, Περιστέρι, Βύρωνα, Παγκράτι, Σεπόλια και Χαλάνδρι.

Από τη μέχρι στιγμής έρευνα εξιχνιάσθηκαν 28 περιπτώσεις, με τη λεία να υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες 200.000 ευρώ. Η παράνομη δράση τους εκτιμάται πως ξεκίνησε πριν από περίπου δυο χρόνια ενώ ως προς τον αριθμό των διαρρήξεων εκτιμάται πως ξεπερνούν τις 100 ενδεχομένως και τις 200.

Ειδικότερα όπως ανέφερε κατά την παρουσίαση της υπόθεσης ο εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. κ. Θοδωρής Χρονόπουλος «η εγκληματική οργάνωση ήταν δομημένη στο πλαίσιο των Διεθνικών Εγκληματικών Ομάδων και Οργανώσεων του Ευρασιατικού Οργανωμένου Εγκλήματος, ανάμεσα στις οποίες εξέχουσα θέση κρατούν οι «κλέφτες στο νόμο» («VOR V ZAKONE» ή «Thieves In Law»). Οι φέροντες τον τίτλο «VOR V ZAKONE» αποτελούν τους καθοδηγητές των οργανώσεων και εμπνέουν τον σεβασμό του συνόλου των μελών της ομάδας. Κύριο χαρακτηριστικό των οργανώσεων αυτού του τύπου, αποτελεί η πίστη και η αφοσίωση στην «ομάδα», η οποία διασφαλίζεται από το γεγονός ότι τα μέλη της έχουν κοινή εθνική και οικογενειακή βάση.»

Και πρόσθεσε «στην συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση, ο 38χρονος συλληφθείς, κατείχε τον τίτλο «VOR V ZAKONE» ή «Thief – in – Law», επιδεικνύοντας έντονη και σημαντική διεθνή δραστηριότητα, ενώ παράλληλα αποτελεί υψηλόβαθμο στέλεχος της Μαφίας. Ο ίδιος είχε τον απόλυτο έλεγχο της οργάνωσης και από αυτόν λαμβάνονταν όλες οι σημαντικές αποφάσεις, σχετικά με την δράση της ομάδας, τη διάπραξη των διαρρήξεων, τους στόχους, τα αφαιρεθέντα αντικείμενα και την περαιτέρω διάθεση τους. Συγκεκριμένα, κατεύθυνε τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας και μετά από κάθε διάρρηξη, του παραδιδόταν μέρος του χρηματικού ποσού που οι φυσικοί αυτουργοί των διαρρήξεων αποκόμιζαν.»

Ακόμη «μετά τον «VOR», ακολουθούσε ο «επιχειρησιακός αρχηγός» της οργάνωσης που ήταν ο 40χρονος συλληφθείς, ο οποίος είχε αναλάβει σε μεγάλο βαθμό την ευθύνη για τις ενέργειες των μελών κατά την διάρκεια των διαρρήξεων. Ο συγκεκριμένος είχε δημιουργήσει με την σειρά του ένα «αυστηρό προφίλ», ώστε να ασκεί τον πλήρη έλεγχο στα υπόλοιπα μέλη και να ελέγχει την διαδικασία αφαίρεσης των αντικειμένων από τις οικίες στις οποίες εισέρχονταν. Επίσης, είχε αναλάβει την επικοινωνία με τον αρχηγό «VOR» της οργάνωσης και ήταν επί της ουσίας το «δεξί του χέρι». Παράλληλα, ήταν και ο οικονομικός διαχειριστής της οργάνωσης, αναλαμβάνοντας την κατανομή των κερδών από τις αξιόποινες πράξεις μεταξύ των μελών, αλλά και την εξασφάλιση του ποσοστού από κάθε αξιόποινη πράξη, που αναλογούσε στον αρχηγό.»

Ο κ. Χρονόπουλος επεσήμανε ότι κατά τη διάρκεια των διαρρήξεων, ο 40χρονος και 41χρονος συλληφθέντες βρίσκονταν εντός των οικιών, ερευνούσαν τους χώρους και αφαιρούσαν αντικείμενα. Ένας εξ αυτών, βρισκόταν σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τους τσιλιαδόρους, προκειμένου να έχει άμεση ενημέρωση αν πλησιάσει κάποιος από τους ενοίκους της πολυκατοικίας ή αστυνομικοί. Οι κλοπές διαπράττονταν πάντα, με την παρουσία του επιχειρησιακού αρχηγού.

Επιπροσθέτως τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης ήταν εγκληματίες επιπέδου δρόμου και ενεργούσαν με διακριτούς ρόλους (φυσικοί αυτουργοί, τσιλιαδόροι, κατοπτεύοντες). Ο επιχειρησιακός αρχηγός της ομάδας συμπεριλάμβανε την 32χρονη συλληφθείσα στις κλοπές, υπολογίζοντας στην ικανότητά της, ως τσιλιαδόρου περιμετρικά των πολυκατοικιών – στόχων, χωρίς να κινεί υποψίες, αλλά και να αποκρύπτει πάνω της τα διαρρηκτικά εργαλεία τα οποία μετέφερε από και προς τα σημεία των διαρρήξεων. Ήταν αυτή που επικοινωνούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της διάπραξης των διαρρήξεων με τους φυσικούς αυτουργούς αυτών, ώστε να προλάβει να τους ειδοποιήσει σε περίπτωση που θα προσεγγίσει κάποιος στην πολυκατοικία.

Όπως έγινε γνωστό στις διαρρήξεις, τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν πάντα συγκεκριμένη μεθοδολογία. Προκειμένου να εντοπίσουν τους στόχους τους, μετέβαιναν στην επιλεγμένη περιοχή πρωινές ώρες, σε ημέρες κατά τις οποίες λειτουργούσε λαϊκή αγορά και επομένως οι ένοικοι απουσίαζαν από τις οικίες τους.

Πήγαιναν στην περιοχή με Ι.Χ αυτοκίνητα, τα οποία ήταν καταχωρημένα είτε στα στοιχεία τους, είτε στα στοιχεία έτερων ομοεθνών τους και τα στάθμευαν πάντα πλησίον της οικίας στόχου, ώστε να είναι σε θέση να διαφύγουν άμεσα μετά την διάρρηξη. Σε ειδικά διαμορφωμένες κρυψώνες εντός των αυτοκινήτων, απέκρυπταν τα διαρρηκτικά εργαλεία και τα κλοπιμαία, έτσι ώστε να καθιστούν δυσχερή τον εντοπισμό τους από τις αστυνομικές αρχές, σε περίπτωση αστυνομικού ελέγχου.

Χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα (για παράδειγμα μοίρασμα διαφημιστών φυλλαδίων, καρτών περιποίησης νυχιών κ.λπ.), αποκτούσαν πρόσβαση στην κεντρική είσοδο των πολυκατοικιών. Στη συνέχεια και αφού πρώτα βεβαιώνονταν ότι οι ένοικοι απουσιάζουν από το διαμέρισμα, παραβίαζαν τον ομφαλό της κλειδαριάς, τις περισσότερες φορές χωρίς να αφήνουν ίχνη και εισέρχονταν σε αυτό. Κατείχαν ιδιαίτερη τεχνογνωσία και εξειδίκευση σχετικά με τις κλειδαριές ασφαλείας συγκεκριμένου τύπου και χρησιμοποιούσαν κλειδιά πασπαρτού, σπρέι και διάφορα άλλα αυτοσχέδια διαρρηκτικά εργαλεία, προκειμένου να τις παραβιάσουν.

Η συγκεκριμένη ομάδα είχε ως λεία από την εγκληματική της δραστηριότητα κυρίως χρήματα, κοσμήματα, ασημικά και ρολόγια, ενώ αφαιρούσαν και ηλεκτρονικές συσκευές, φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές καθώς και κινητά τηλέφωνα. Τα αντικείμενα που αφαιρούσαν από τις οικίες, τα πωλούσαν σχεδόν αμέσως σε ενεχυροδανειστήριο της Αθήνας, αποκομίζοντας μεγάλα οικονομικά οφέλη. Επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις, μετέφεραν τα κλοπιμαία και εκτός χώρας και πιο συγκεκριμένα στη χώρα καταγωγής τους, όπου εκεί είχαν την δυνατότητα να πετύχουν το μεγαλύτερο για αυτούς δυνατό οικονομικό όφελος.

Στο πλαίσιο της οικονομικής έρευνας και ανάλυσης που διενεργήθηκε, προέκυψε ότι η εγκληματική οργάνωση επεδίωκε και διέπραττε συστηματικά τη νομιμοποίηση των εσόδων που αποκόμιζε από την εγκληματική της δραστηριότητα. Τα μέλη της ήταν άεργοι, δεν είχαν κανένα νόμιμο εισόδημα και μοναδική πηγή εσόδων τους αποτελούσαν οι εγκληματικές τους δραστηριότητες. Συναλλάσσονταν κυρίως με μετρητά, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ώστε να είναι αδύνατος ο εντοπισμός των οικονομικών τους «ιχνών». Επίσης, επεξεργάζονταν διάφορες τεχνικές, ώστε να αποκρύπτουν από τις φορολογικές Αρχές της Χώρας την προέλευση της περιουσίας τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. τόνισε επίσης ότι πιο συγκεκριμένα, προέβαιναν συστηματικά στην μετατροπή των προϊόντων που αποκόμιζαν (χρήματα, κοσμήματα κ.λπ.) από τις διαρρήξεις, προσκομίζοντάς τα και ανταλλάσσοντάς τα σε ενεχυροδανειστήρια του κέντρου των Αθηνών. Στη συνέχεια, μοιράζονταν τα χρήματα που εισέπρατταν, διατηρώντας παράλληλα ένα ποσό για το «ταμείο» της οργάνωσης.

Μέρος των κλοπιμαίων και των εσόδων τους που αποκόμιζαν από την εγκληματική τους δραστηριότητα, τα έστελναν σε συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα στο εξωτερικό, με σκοπό την απόκρυψη της παράνομης προέλευσης τους, χρησιμοποιώντας εταιρίες μεταφοράς χρημάτων.

Τα μέλη της οργάνωσης, μέχρι και τη σύλληψή τους, είχαν καθημερινή επαφή μεταξύ τους, είτε δια ζώσης είτε τηλεφωνικά, προβαίνοντας παράλληλα στο σχεδιασμό και υλοποίηση των αξιόποινων πράξεων καθώς και στη διανομή των κερδών. Σημείο συνάντησης της ομάδας αποτελούσαν καταστήματα και εστιατόρια στο κέντρο των Αθηνών, όπου σύχναζαν αποκλειστικά και μόνο ομοεθνείς τους. Τα καταστήματα αυτά ήταν δύσκολο να τα προσεγγίσουν οι Αστυνομικές Αρχές, χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό από τους δράστες ή από έτερους συνεργούς τους, προσφέροντας με αυτό τον τρόπο την ασφάλεια που τα μέλη της οργάνωσης επιζητούσαν.

Επιπλέον σε όλα τα στάδια των δραστηριοτήτων τους, λάμβαναν ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης, ενώ για τις μεταξύ τους επικοινωνίες χρησιμοποιούσαν κινητά τηλέφωνα και κάρτες SIM, καταχωρημένες σε ονόματα ανύπαρκτων αλλοδαπών, ελαχιστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο κάθε κίνδυνο αποκάλυψης, εντοπισμού και σύλληψής τους.

Ενδεικτικό του επαγγελματισμού της ομάδας είναι το γεγονός ότι τα μέλη της οργάνωσης, για να πετύχουν τον σκοπό τους, σχεδίαζαν να προβούν μέχρι και σε πλαστικές επεμβάσεις στα δάχτυλά τους, με σκοπό να αλλοιώσουν τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα για να είναι σε θέση να αποπροσανατολίσουν τις Αρχές σε περίπτωση σύλληψης τους, «αποκρύπτοντας» με αυτόν τον τρόπο το εγκληματικό τους παρελθόν.

Παράλληλα, προέβαιναν σε εικονικούς γάμους με Έλληνες ή Ευρωπαίους υπηκόους, προκειμένου να αποκτήσουν την νόμιμη διαμονή στην ελληνική επικράτεια ή στο έδαφος Schengen , καθώς και τα προνόμια που αυτή συνεπάγεται.

Στην κατοχή τους και σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες και Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων των συλληφθέντων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων τέσσερα Ι.Χ.. αυτοκίνητα, 9602,50 ευρώ, πλήθος πιστωτικών καρτών, μετάλλιο του 38χρονου με το έμβλημα των «VOR», 38άρι περίστροφο, περίστροφο 357 MAGNUM, πιστόλι μάρκας GLOCK 9 mm , πιστόλι μάρκας WALTER 9μμ, τo oποίο είχε αφαιρεθεί από οικία αστυνομικού το 2013, αλεξίσφαιρο γιλέκο, κουκούλα full-face ,γεμιστήρες και θήκες όπλων, πλήθος φυσιγγίων διαφόρων διαμετρημάτων, πλήθος διαρρηκτικών εργαλείων, πλήθος κλειδιών θυρών ασφαλείας, εργαλεία κατασκευής κλειδιών, πλήθος καρτών SIM και κινητών τηλεφώνων, πλήθος κοσμημάτων και ηλεκτρονικών συσκευών, πλήθος δερμάτινων ειδών επώνυμων εταιρειών, κάρτες καζίνο και μεταφοράς χρημάτων, αποδεικτικά εμβασμάτων στο εξωτερικό και αποδεικτικά συναλλαγών με ενεχυροδανειστήρια.

Στο σύνολό τους οι συλληφθέντες, έχουν απασχολήσει στο παρελθόν τις διωκτικές Αρχές για παρόμοια αδικήματα.

Διαβάστε περισσότερα για τα Σώματα Ασφαλείας στο www.policenews.eu


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ