Ο Σταύρος Γεωργίου είχε σημαντική παρουσία σε μεγάλες υποθέσεις όπως η εξαφάνιση του Άλεξ Μεσχισβίλι, η δολοφονία της Άννυς Μπορίσοβα, και η εξαφάνιση του Στάθη Άνθη
Ο Σταύρος Γεωργίου είχε πολυετή παρουσία στη μαχόμενη δικηγορία και είχε αναλάβει ορισμένες από τις μεγαλύτερες υποθέσεις που έχουν απασχολήσει την κοινή γνώμη την τελευταία 20ετία.
Ο Γεωργίου μαζί με την Ελίζα Βόζενμπεργκ είχε αναλάβει την υπεράσπιση ενός εκ των ανήλικων κατηγορούμενων για την εξαφάνιση του Άλεξ Μεσχισβίλι στη Βέροια. Οι νεαροί είχαν κατηγορηθεί για τη δολοφονία και την εξαφάνιση της σορού του 11χρονου παιδιού, το οποίο δεν βρέθηκε ποτέ.
Η υπόθεση είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στην κοινή γνώμη, που έκανε λόγο για συγκάλυψη μιας ολόκληρης τοπικής κοινωνίας σε μια ομάδα παιδιών που φέρονταν να ήταν υπεύθυνα για τον θάνατο του Άλεξ και την μετέπειτα απόκρυψη του πτώματός του.
Τότε μάλιστα, οι δύο δικηγόροι είχαν κάνει αναφορά στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου για τις απειλές που δέχονταν, ενώ ο 13χρονος Βορειοηπειρώτης βασικός κατηγορούμενος είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα της Ημαθίας.
Οι δύο δικηγόροι επισήμαιναν στην αναφορά τους ότι, μετά το επεισόδιο που είχε ο Σταύρος Γεωργίου στην κεντρική πλατεία της Βέροιας με πολίτη, παρουσία των τηλεοπτικών συνεργείων, η Αστυνομική Διεύθυνση Ημαθίας τού συνέστησε να μην κυκλοφορεί στη Βέροια, προς αποφυγήν επεισοδίων.
Από τα «παράθυρα» στο πειθαρχικό του ΔΣΑ
Ο Σταύρος Γεωργίου και ο Φραγκίσκος Ραγκούσης παραπέμφθηκαν από τον τότε πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Δημήτρη Παξινό στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Συλλόγου, για τις συνεχείς εμφανίσεις τους στα τηλεοπτικά παράθυρα. Επίσης, ο Γεωργίου παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό και για το επεισόδιο στην πλατεία της Βέροιας.
Η δολοφονία της 4χρονης Άννυ
Πέρασε περίπου μια δεκαετία κι ο Σταύρος Γεωργίου ήρθε πάλι στο προσκήνιο με το πιο φρικτό έγκλημα που έχει γνωρίσει η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόκειται για την υπόθεση της Άννυ Μπορίσοβα, η οποία δολοφονήθηκε και τεμαχίστηκε από τον πατέρα της το 2015.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση εκπροσώπησε τη μητέρα του παιδιού και βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο της δημοσιότητας, καθώς οι αποκαλύψεις για τις συνθήκες θανάτου της 4χρονης είχαν προκαλέσει αποτροπιασμό σε ολόκληρη τη χώρα.
Η υπόθεση εξαφάνισης του Στάθη Άνθη
Εξάλλου, ο Σταύρος Γεωργίου είχε αναλάβει την υπόθεση του εξαφανισμένου στη Βρετανία, Στάθη Άνθη. Ο νεαρός Έλληνας είχε εκπροσωπήσει και την οικογένεια του Στάθη Άνθη, του νεαρού Έλληνα που εξαφανίστηκε το 2021 από ξενοδοχείο στη Βρετανία όπου εργαζόταν.
Μετά την ταυτοποίηση της σορού που είχε εντοπιστεί στο Ντέβον, ο ποινικολόγος είχε ζητήσει να πραγματοποιηθούν εκ νέου στην Αθήνα η νεκροψία–νεκροτομή και οι τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις, μεταφέροντας δημόσια τα ερωτήματα της οικογένειας για τις συνθήκες του θανάτου.
Η δίκη της «17 Νοέμβρη» και η εκπροσώπηση της οικογένειας του Χρήστου Μάτη
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές παρουσίες του Σταύρου Γεωργίου στα ελληνικά δικαστικά χρονικά καταγράφηκε στη δίκη της 17Ν το 2003. Δεν συμμετείχε ως συνήγορος υπεράσπισης κατηγορουμένων, αλλά ως δικηγόρος πολιτικής αγωγής, εκπροσωπώντας την οικογένεια του αστυφύλακα Χρήστου Μάτη, ο οποίος είχε δολοφονηθεί κατά τη διάρκεια ληστείας σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στα Πετράλωνα, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1984.
Η υπόθεση Μάτη αποτέλεσε κρίσιμο κομμάτι της εξιχνίασης της δράσης της τρομοκρατικής οργάνωσης. Το υπηρεσιακό περίστροφο που είχε αφαιρεθεί από τον αστυνομικό μετά τη δολοφονία του βρέθηκε χρόνια αργότερα στην κατοχή του Σάββα Ξηρού, μετά την έκρηξη στον Πειραιά τον Ιούνιο του 2002, αποτελώντας έναν από τους βασικούς συνδετικούς κρίκους της υπόθεσης.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Σταύρος Γεωργίου υπέβαλε ερωτήσεις στον Δημήτρη Κουφοντίνα σχετικά με τη δολοφονία του αστυνομικού και την άρνηση της οργάνωσης να αναλάβει την ευθύνη για τη συγκεκριμένη ενέργεια. Στην αγόρευσή του υποστήριξε ότι υπήρχαν αντιφάσεις στις καταθέσεις και την απολογία του Πάτροκλου Τσελέντη, ενώ διατύπωσε διαφορετική εκτίμηση για τον φυσικό αυτουργό της δολοφονίας του Χρήστου Μάτη. Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος δεν ήταν απαραίτητα ο μοναδικός αρχηγός της οργάνωσης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ύπαρξης και άλλων ασύλληπτων μελών.
Η υπόθεση Λυγγερίδη
Ανάμεσα στις πιο πρόσφατες υποθέσεις στις οποίες συμμετείχε ο Σταύρος Γεωργίου είναι η μεγάλη δικογραφία για τα επεισόδια στου Ρέντη και τον θανάσιμο τραυματισμό του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη. Τον Απρίλιο του 2024 εμφανίστηκε ως συνήγορος ενός από τους κατηγορουμένους κατά τη διάρκεια των μαζικών απολογιών.
Η υπόθεση των καθηγητών του Πανεπιστημίου Κρήτης και η σύγκρουση με τη Ζωή
Ο Σταύρος Γεωργίου συμμετείχε επίσης στη δικαστική υπόθεση που αφορούσε καταγγελίες για τη διαδικασία επιλογής φοιτητών σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Κρήτης, καθώς και τον θάνατο του καθηγητή Στέφανου Αλεξανδρόπουλου.
Στη δίκη εκπροσώπησε δύο από τους κατηγορούμενους πανεπιστημιακούς ως συνήγορος υπεράσπισης, υποβάλλοντας ερωτήσεις σε μάρτυρες σχετικά με τη μοριοδότηση των φοιτητών και τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη των πανεπιστημιακών οργάνων.
Η ακροαματική διαδικασία χαρακτηρίστηκε από έντονες αντιπαραθέσεις, με δημοσιεύματα της εποχής να καταγράφουν ακόμη και λεκτική σύγκρουση μεταξύ του Σταύρου Γεωργίου και της Ζωής Κωνσταντοπούλου, η οποία εκπροσωπούσε την πολιτική αγωγή.
Η απάτη των 259.000 ευρώ από ιερέα στην Καβάλα
Το 2025 ο Σταύρος Γεωργίου ανέλαβε την εκπροσώπηση 75χρονου από την Καβάλα, ο οποίος κατήγγειλε ότι ιερέας τού απέσπασε 259.000 ευρώ.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στη δικογραφία, ο κατηγορούμενος φέρεται να έπεισε τον ηλικιωμένο να τον καταστήσει συνδικαιούχο σε τραπεζικό λογαριασμό, υποσχόμενος καλύτερη διαχείριση των χρημάτων. Στη συνέχεια προχώρησε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στην ανάληψη του ποσού, χρησιμοποιώντας μέρος των χρημάτων για προσωπικές δαπάνες.
Ο ιερέας καταδικάστηκε σε κάθειρξη οκτώ ετών, ενώ ο Σταύρος Γεωργίου εκπροσώπησε το θύμα σε όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, παρουσιάζοντας δημόσια τις βασικές πτυχές της υπόθεσης. Η συγκεκριμένη υπόθεση ανέδειξε ότι η δικηγορική του δραστηριότητα δεν περιοριζόταν σε εγκλήματα κατά της ζωής, αλλά εκτεινόταν και σε σοβαρές υποθέσεις οικονομικής απάτης.


