Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην επίσκεψη στο Δικαστικό Μέγαρο Ζακύνθου, όπου οι εκπρόσωποι του Υπουργείου ενημερώθηκαν από δικαστικούς λειτουργούς, δικαστικούς υπαλλήλους και μέλη της δικηγορικής κοινότητας για τα ζητήματα που αντιμετωπίζει η δικαστική υπηρεσία του νησιού
Τη Ζάκυνθο επισκέφθηκε την Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026 ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας, συνοδευόμενος από τον Γενικό Γραμματέα Δικαιοσύνης Πέλοπα Λάσκο, στο πλαίσιο σειράς επαφών με τοπικούς φορείς και υπηρεσίες του νησιού. Στόχος της επίσκεψης ήταν η καταγραφή των αναγκών και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι δικαστικές υπηρεσίες της Ζακύνθου, καθώς και η προώθηση των μεταρρυθμίσεων που υλοποιεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τον εκσυγχρονισμό του δικαστικού συστήματος.
Η επίσκεψη ξεκίνησε από το Δημαρχείο Ζακύνθου, όπου ο Υφυπουργός και ο Γενικός Γραμματέας συναντήθηκαν με τον δήμαρχο Γιώργο Στασινόπουλο. Ακολούθησε επίσκεψη στο Μητροπολιτικό Μέγαρο και συνάντηση με τον Μητροπολίτη Ζακύνθου κ. Διονύσιο, σε ιδιαίτερα θερμό κλίμα, με επίκεντρο ζητήματα κοινωνικού ενδιαφέροντος και θεσμικής συνεργασίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην επίσκεψη στο Δικαστικό Μέγαρο Ζακύνθου, όπου οι εκπρόσωποι του Υπουργείου ενημερώθηκαν από δικαστικούς λειτουργούς, δικαστικούς υπαλλήλους και μέλη της δικηγορικής κοινότητας για τα ζητήματα που αντιμετωπίζει η δικαστική υπηρεσία του νησιού. Κατά την αυτοψία εξετάστηκαν οι κτιριακές υποδομές, οι συνθήκες εργασίας και οι ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό.
Μετά την επίσκεψη στο Δικαστικό Μέγαρο, ο Υφυπουργός επισκέφθηκε το Μουσείο Διονυσίου Σολωμού, όπου ενημερώθηκε για την ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά της Ζακύνθου.
Η επίσκεψη ολοκληρώθηκε στην Περιφερειακή Ενότητα Ζακύνθου, όπου πραγματοποιήθηκε εκδήλωση σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Ζακύνθου με θέμα την αναβάθμιση και επέκταση του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, έργο-κλειδί για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Ελληνικής Δικαιοσύνης.
Κατά την ομιλία του, ο κ. Μπούγας υπογράμμισε ότι η Δικαιοσύνη αποτελεί ταυτόχρονα κοινωνικό και οικονομικό μέγεθος, καθώς συμβάλλει τόσο στην κοινωνική συνοχή όσο και στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας και των τοπικών κοινωνιών. Αναφερόμενος στις μεταρρυθμίσεις που υλοποιούνται τα τελευταία χρόνια, σημείωσε ότι η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτέλεσε μια μοναδική ευκαιρία για την πραγματοποίηση αλλαγών που επί δεκαετίες παρέμεναν ανεκπλήρωτες.
Όπως ανέφερε, η πρώτη μεγάλη μεταρρύθμιση ήταν η ψήφιση του Νόμου 5108 και η δημιουργία του νέου Δικαστικού Χάρτη της χώρας. Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο που περιλαμβάνει την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, τη νέα χωροταξία των δικαστικών σχηματισμών και την ενίσχυση του ρόλου του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑΧΔΙΚ). Όπως σημείωσε, πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που υλοποιεί ένα όραμα που παρέμενε ανεκπλήρωτο εδώ και περίπου έναν αιώνα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ανθρώπινο δυναμικό της Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον Υφυπουργό, από το 2022 πραγματοποιούνται ετήσιοι διαγωνισμοί μέσω της Εθνικής Σχολής Δικαστών για την κάλυψη των κενών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίες έφθαναν το 35% των οργανικών θέσεων. Παράλληλα, τόνισε ότι οι οργανικές θέσεις δικαστών και εισαγγελέων είναι πλέον πλήρως καλυμμένες και ενισχύονται διαρκώς.
Στο ίδιο πλαίσιο, στάθηκε στο μεγαλύτερο πρόγραμμα επιμόρφωσης εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών που έχει πραγματοποιηθεί στην Ευρώπη, μέσω του οποίου περίπου 1.000 ειρηνοδίκες εκπαιδεύτηκαν ώστε να ασκούν πλέον πλήρη δικαστικά καθήκοντα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένης της εκδίκασης ποινικών υποθέσεων.
Ο κ. Μπούγας αναφέρθηκε επίσης στο εκτεταμένο νομοθετικό έργο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, επισημαίνοντας ότι οι αλλαγές στους βασικούς κώδικες της χώρας, με πιο πρόσφατη την αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έχουν ως στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών στα αστικά δικαστήρια χωρίς να περιορίζονται τα δικαιώματα των διαδίκων.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στα μεγάλα κτιριακά έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη σε ολόκληρη τη χώρα. Όπως τόνισε, περίπου 250 εκατομμύρια ευρώ επενδύονται σήμερα για την κατασκευή νέων δικαστικών μεγάρων και την αναβάθμιση υφιστάμενων εγκαταστάσεων, στο πλαίσιο του μεγαλύτερου προγράμματος δικαστικών υποδομών στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Κεντρικό σημείο της ομιλίας του αποτέλεσε ο ψηφιακός μετασχηματισμός της Δικαιοσύνης. Ο Υφυπουργός υπογράμμισε ότι περισσότερα από 220 εκατομμύρια ευρώ επενδύονται σε ψηφιακά έργα, τα οποία αλλάζουν ριζικά τον τρόπο λειτουργίας των δικαστηρίων και των δικαστικών υπηρεσιών. Τόνισε, μάλιστα, ότι στόχος είναι η πλήρης μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, προειδοποιώντας ότι η ταυτόχρονη διατήρηση έντυπων και ψηφιακών διαδικασιών θα δημιουργούσε μια «διπλή γραφειοκρατία» που θα επιβράδυνε αντί να επιταχύνει την απονομή της δικαιοσύνης.
Για τον λόγο αυτό, όπως ανέφερε, θα δοθεί έμφαση στην εκπαίδευση δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων και δικηγόρων, ώστε στη συνέχεια να εφαρμοστεί πλήρως η υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων και ο ηλεκτρονικός φάκελος, καταργώντας σταδιακά τις παραδοσιακές έντυπες διαδικασίες.
Παρουσιάζοντας τα πρώτα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων, ο κ. Μπούγας σημείωσε ότι ο ρυθμός εκκαθάρισης των υποθέσεων έχει πλέον περάσει σε θετικό πρόσημο, ανατρέποντας μια κατάσταση που επί χρόνια οδηγούσε στη συσσώρευση εκκρεμών υποθέσεων. Ενδεικτικά ανέφερε ότι ο μέσος χρόνος έκδοσης πρωτόδικης απόφασης έχει μειωθεί από τις 750 στις 436 ημέρες, με ακόμη καλύτερες επιδόσεις στα μεγάλα δικαστήρια της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι εφόσον συνεχιστεί η ίδια πορεία και στα Εφετεία, έως το 2027 η Ελλάδα θα πετύχει τον στόχο που είχε τεθεί το 2023, δηλαδή ο μέσος χρόνος έκδοσης τελεσίδικης πολιτικής απόφασης να μειωθεί στις περίπου 700 ημέρες, επίπεδο αντίστοιχο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όπως υπογράμμισε, η μείωση του χρόνου απονομής της δικαιοσύνης από τις 1.492 ημέρες του 2022 στις 700 ημέρες συνιστά έναν πραγματικό εθνικό άθλο που πιστώνεται σε όλους τους λειτουργούς της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο Υφυπουργός στάθηκε στις προκλήσεις που συνοδεύουν την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων τεχνολογιών στη λειτουργία των θεσμών. Ξεκαθάρισε ότι, παρά τα σημαντικά οφέλη που προσφέρουν τα νέα ψηφιακά εργαλεία στην επιτάχυνση και την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών, η δικαιοδοτική κρίση παραμένει αποκλειστικά ανθρώπινη υπόθεση.
«Ο πυρήνας της δικαιοσύνης είναι η ανθρώπινη κρίση», τόνισε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τον δικαστή. Όπως σημείωσε, η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών θα συνεχιστεί με στόχο μια Δικαιοσύνη πιο διαφανή, πιο γρήγορη και πιο αποτελεσματική, πάντοτε όμως με σεβασμό στις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και στον ανθρώπινο χαρακτήρα της δικαστικής κρίσης.


