Μητροπολίτης Κέρκυρας: Να παραιτηθούν οι αρχιερείς από το κρατικό μισθολόγιο

Ο κ. Νεκτάριος περιγράφει μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα για τις ενορίες, με τη φορολογία, το ηλεκτρικό ρεύμα, τη συντήρηση των ναών και τις καθημερινές ανάγκες να έχουν γίνει δυσβάστακτες

Με πρόταση που μετατοπίζει τη συζήτηση από τις αυξήσεις στην πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας παρεμβαίνει ο Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος, υποστηρίζοντας ότι οι Αρχιερείς θα έπρεπε να εξετάσουν σοβαρά την πλήρη αποδέσμευσή τους από το μισθολόγιο του κράτους.

Ο κ. Νεκτάριος, σε άρθρο του για τη μισθοδοσία των Αρχιερέων, δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση της ρύθμισης που προκάλεσε δημόσιο θόρυβο. Ανοίγει ευρύτερη συζήτηση για τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας, για το πώς αντιλαμβάνεται η κοινωνία τον επίσκοπο, αλλά και για το πώς πρέπει να σταθεί η Εκκλησία απέναντι σε έναν λαό που δοκιμάζεται οικονομικά.

Από την αρχή ξεκαθαρίζει ότι δεν γράφει για να δικαιολογήσει το ύψος των αποδοχών. «Δεν το κάνω για να δικαιολογήσω τίποτε», αναφέρει, σημειώνοντας ότι η ζωή του επισκόπου δεν μπορεί να θεμελιώνεται σε μισθολογικές απαιτήσεις ούτε η αποστολή του να μετριέται με το ύψος του μισθού του.

Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του είναι η θέση ότι από το σώμα των Αρχιερέων, τουλάχιστον επισήμως, δεν υπήρξε αίτημα που να εκφράστηκε ως παράπονο για την αποζημίωσή τους.

Ο επίσκοπος δεν υπάρχει στην Εκκλησία για να διεκδικεί προσωπικές απολαβές, αλλά για να διακονεί τον λαό του Θεού», σημειώνει, περιγράφοντας την επισκοπική διακονία ως ευθύνη λειτουργίας, διδασκαλίας, παρηγορίας, στήριξης και ενότητας.

Ο Μητροπολίτης Κερκύρας αναγνωρίζει τη σημασία των φιλανθρωπικών δομών, των ιδρυμάτων, των συσσιτίων, των κατασκηνώσεων και της μέριμνας για ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη.

Ωστόσο επιμένει ότι το κέντρο της επισκοπικής διακονίας δεν είναι η κοινωνική δραστηριότητα ως αυτοσκοπός, αλλά η σωτηρία του ανθρώπου και η εμπειρία ότι μέσα στην Εκκλησία δεν είναι μόνος.

Η πιο αιχμηρή του τοποθέτηση έρχεται όταν συνδέει το μισθολογικό με την πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας.Όπως αναφέρει, μέσα στη Σύνοδο εξέφρασε και προσωπικά τη σκέψη ότι οι Αρχιερείς θα έπρεπε ίσως να εξετάσουν σοβαρά την πλήρη παραίτησή τους από το μισθολόγιο του κράτους.

«Δεν το λέω ως εύκολη εντύπωση ούτε ως κίνηση εντυπωσιασμού», διευκρινίζει, υπογραμμίζοντας ότι «η πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας έχει μεγαλύτερη αξία από κάθε οικονομική διευθέτηση»

.Στο ίδιο πλαίσιο υπενθυμίζει ότι μέχρι το 1986 οι Αρχιερείς λάμβαναν την αποζημίωσή τους από τον τότε ΟΔΕΠ, όπως και οι ιεροκήρυκες. Από εκεί ξεκινά και η πρότασή του να αναζητηθεί ένας άλλος τρόπος, ώστε η αποζημίωση που σήμερα δίνεται στους Αρχιερείς να κατευθυνθεί ως ενίσχυση στους ιερείς.

Η αναφορά του αφορά κυρίως εφημερίους που υπηρετούν σε μικρές, φτωχές και απομακρυσμένες ενορίες, εκεί όπου το βάρος της καθημερινής διακονίας συχνά δεν φαίνεται στον δημόσιο λόγο.

«Εμάς μπορεί να μας φροντίσει η Εκκλησία, τα πνευματικά μας παιδιά, όταν γνωρίζουν ότι ο επίσκοπός τους ζει άμισθος», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Ο κ. Νεκτάριος δεν αποφεύγει την κοινωνική δυσφορία που προκάλεσε το θέμα. Αναφέρει ότι παρακολούθησε την απογοήτευση πολλών ανθρώπων, την εύλογη δυσφορία μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται οικονομικά, αλλά και τις υπερβολές και απλουστεύσεις που καλλιεργήθηκαν γύρω από το ζήτημα.

Στο νομοθετικό σκέλος, παραθέτει τη ρύθμιση που συνδέει τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών με ποσοστό 90% του ανώτατου ορίου αποδοχών που προβλέπεται για Γενικό Γραμματέα Υπουργείου. Για τους Τιτουλάριους και Βοηθούς Επισκόπους, όπως αναφέρει, προβλέπεται ποσοστό 70%.

Το σημειώνει, όπως εξηγεί, για να υπάρξει σαφήνεια, καθώς άλλο είναι η νομοθετική διάταξη και άλλο η εντύπωση που δημιουργείται όταν προβάλλεται μόνο ένας αριθμός, αποκομμένος από το θεσμικό πλαίσιο και από τις κρατήσεις.

Απαντώντας εμμέσως στην κριτική για τα ποσά, τονίζει ότι πριν ακόμη ψηφιστεί και εφαρμοστεί οριστικά η ρύθμιση, προβλήθηκε δημόσια ένα μεγάλο ποσό σχεδόν ως πρόκληση.

«Όταν ένας αριθμός προβάλλεται αποκομμένος από την πραγματικότητα, τότε η κοινωνία δεν ενημερώνεται αλλά εξοργίζεται», σημειώνει, επιμένοντας ότι η ακρίβεια δεν αναιρεί την κοινωνική ευαισθησία.

Ο Μητροπολίτης Κερκύρας θέτει και το ερώτημα τι γίνεται με τα χρήματα που λαμβάνει ένας επίσκοπος. Όπως αναφέρει, σε κάθε Μητρόπολη υπάρχουν ανάγκες που δεν φαίνονται: οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο, νέοι που χρειάζονται στήριξη, ασθενείς, ηλικιωμένοι, άνεργοι και άνθρωποι που χτυπούν την πόρτα της Εκκλησίας.

Στο σημείο αυτό φέρνει συγκεκριμένα παραδείγματα από την Κέρκυρα. Αναφέρει ότι πριν από περίπου έναν χρόνο άρχισε μελέτη για την κατασκευή περίπου 80 studios για φοιτητές και περίπου 20 μικρών δίχωρων διαμερισμάτων για εκπαιδευτικούς και δημοσίους υπαλλήλους που έρχονται στο νησί και δυσκολεύονται να βρουν κατοικία ή να ανταποκριθούν στο υψηλό κόστος της.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η μελέτη αυτή, κόστους 615.000 ευρώ, βρίσκεται προς το τέλος της και αναμένονται οι σχετικές άδειες ώστε να προχωρήσει το έργο.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στο Ίδρυμα Χρονίως Πασχόντων «Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ» της Μητρόπολης Κερκύρας, το οποίο λειτουργεί εδώ και 25 χρόνια και φιλοξενεί περίπου 65 έως 70 τροφίμους.

Το ίδρυμα, όπως σημειώνει, χρειάζεται δαπάνες ανακαίνισης, την ώρα που οι περισσότερες ενορίες δεν έχουν έσοδα ικανά ούτε για τη συντήρηση των ναών τους.

Ο κ. Νεκτάριος περιγράφει μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα για τις ενορίες, με τη φορολογία, το ηλεκτρικό ρεύμα, τη συντήρηση των ναών και τις καθημερινές ανάγκες να έχουν γίνει δυσβάστακτες. Αναφέρει ακόμη ότι πολλοί πιστοί σκέφτονται ακόμη και τα πενήντα λεπτά για το κερί τους, όχι από αδιαφορία αλλά επειδή οι εποχές είναι δύσκολες.

Στην παρέμβασή του απαντά και στην εικόνα ότι πίσω από έναν Μητροπολίτη υπάρχει προσωπική άνεση. Όπως γράφει, όταν η Εκκλησία κατηγορείται συλλήβδην, ίσως χρειάζεται να ειπωθούν ορισμένα πράγματα, όχι για να διεκδικήσει κανείς εύσημα, αλλά για να γνωρίζει ο λαός ότι πίσω από έναν Μητροπολίτη υπάρχει συχνά μεγάλο βάρος ευθύνης.

«Η Εκκλησία κάνει έργο χωρίς να γίνεται είδηση», σημειώνει, προσθέτοντας ότι στηρίζει ανθρώπους χωρίς κάμερες, χωρίς ανακοινώσεις και χωρίς χειροκροτήματα.

Ο Μητροπολίτης Κερκύρας στέκεται και στον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, πήρε έκταση η συζήτηση. Υποστηρίζει ότι το θέμα προβλήθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει έναν ήδη κουρασμένο λαό, ο οποίος δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα, να πληρώσει το ενοίκιο, να σπουδάσει τα παιδιά του και να κρατήσει όρθιο το σπίτι του.

Σε αυτό το πλαίσιο προειδοποιεί ότι τέτοιες συζητήσεις μπορεί να μεταθέτουν την κοινωνική αγωνία από τα πραγματικά αίτια σε επιμέρους ομάδες, στρέφοντας τη μία κοινωνική κατηγορία απέναντι στην άλλη.

Ο ίδιος δίνει και προσωπικό τόνο στην παρέμβασή του, σημειώνοντας ότι δεν θα ήθελε καμία μισθολογική βοήθεια ως προσωπική εξασφάλιση.

Όπως αναφέρει, ουδέποτε χρειάστηκε να δαπανηθεί η Ιερά Μητρόπολη για να συντηρήσει την προσωπική του ζωή. Ο μισθός του, σημειώνει, είναι εκείνος με τον οποίο συντηρείται προσωπικά, αλλά και με τον οποίο καλύπτονται δαπάνες που συνδέονται με το κτίριο της Μητρόπολης και την καθημερινή παρουσία της διακονίας.

Κλείνοντας, ο κ. Νεκτάριος επιμένει ότι το ζήτημα των αποδοχών θα περάσει και ο θόρυβος θα κοπάσει. Εκείνο όμως που, κατά την παρέμβασή του, θα μείνει είναι αν η Εκκλησία στάθηκε με αλήθεια, ταπείνωση και ευθύνη μέσα σε μια δύσκολη ώρα.

Η απάντηση, όπως σημειώνει, δεν θα δοθεί μόνο με λόγια ούτε με ανακοινώσεις, αλλά με έργα μετανοίας, διαφάνεια, ελεημοσύνη, πνευματική ελευθερία και παρουσία κοντά στον άνθρωπο που πονά.


Πηγή


Αφήστε ένα μήνυμα

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ