Έξαρση βίας κατά των στρατολόγων
Ο Βασίλ Κρουπίτς γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει να πολεμάς για την Ουκρανία.
Περιγράφει εφιαλτικές στιγμές από τις μάχες στην ανατολική περιοχή του Ντονμπάς, όπου άλλοτε προσευχόμενος και άλλοτε κλαίγοντας, ο πολυβολητής κατάφερε να επιβιώσει από τις επιθέσεις των ρωσικών δυνάμεων.
Όμως τον περασμένο Δεκέμβριο, ενώ πλέον υπηρετούσε στα μετόπισθεν και συμμετείχε σε επιχειρήσεις εντοπισμού ανδρών που απέφευγαν την επιστράτευση, ο Κρουπίτς δέχθηκε επίθεση από συμπατριώτες του.
Όπως λέει, δύο άνδρες αρνήθηκαν να δείξουν τα έγγραφά τους και προσπάθησαν να διαφύγουν. Όταν η περίπολος τούς καταδίωξε, ο ίδιος ξυλοκοπήθηκε άγρια με λοστό. Νοσηλεύτηκε για έξι εβδομάδες.
«Μου έσπασε το πλευρό. Ήμουν πεσμένος εκεί και δεν μπορούσα να αναπνεύσω», θυμήθηκε ο βετεράνος σε πρόσφατη συνέντευξή του.
«Για τι πολεμήσαμε, αν τώρα οι στρατιώτες μπορούν να δέχονται επιθέσεις;»
Έξαρση βίας κατά των στρατολόγων
Η στρατιωτική διαμεσολαβήτρια της Ουκρανίας χαρακτηρίζει πλέον τέτοιες επιθέσεις «συχνό φαινόμενο» και «μεγάλο πρόβλημα», καθώς η χώρα προσπαθεί να ενισχύσει τις τάξεις του στρατού, στον πέμπτο χρόνο της εξαντλητικής ρωσικής εισβολής.
Πρόκειται για ένα θέμα που πολλοί στην Ουκρανία αποφεύγουν να συζητήσουν δημόσια, καθώς φοβούνται ότι θα χρησιμοποιηθεί από τη ρωσική προπαγάνδα.
Ωστόσο, η τελευταία έκθεση της Εθνικής Αστυνομίας καταγράφει περισσότερες από 600 επιθέσεις εναντίον υπαλλήλων των κέντρων στρατολόγησης και προειδοποιεί ότι η επιθετικότητα γίνεται «όλο και πιο απειλητική».
Το πρώτο μεγάλο καμπανάκι ήρθε τον Απρίλιο, όταν αρκετοί στρατολόγοι δέχθηκαν επιθέσεις με μαχαίρι, με έναν από αυτούς να χάνει τη ζωή του.

Στη συνέχεια, αυτόν τον μήνα στο Λβιβ, περίπου 200 διαδηλωτές περικύκλωσαν άνδρες των αρχών που επιχειρούσαν να συλλάβουν έναν ύποπτο για αποφυγή στράτευσης. Οι συγκεντρωμένοι έσπασαν και ανέτρεψαν το όχημά τους.
Το περιστατικό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με τον πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι να καταδικάζει τη βία εναντίον εν ενεργεία στρατιωτών.
Η κρίση γύρω από την επιστράτευση παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ουκρανίας, καθώς ο στρατός αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις προσωπικού.
Η «λεωφοριοποίηση» της επιστράτευσης
Οι λόγοι πίσω από την αυξανόμενη ένταση φαίνεται να είναι πολλοί: από τον φόβο της πρώτης γραμμής – αφού πλέον σχεδόν όλοι γνωρίζουν κάποιον που έχει τραυματιστεί ή σκοτωθεί – μέχρι την απροθυμία πολλών να ενταχθούν σε έναν πόλεμο χωρίς ορατό τέλος.
Η μόνη μεγάλη αναζωπύρωση του ενθουσιασμού για συμμετοχή στον πόλεμο σημειώθηκε στα τέλη του 2023, όταν η Ουκρανία εξαπέλυσε αντεπίθεση με στόχο την ανακατάληψη εδαφών στα νοτιοανατολικά.
Η προσπάθεια αυτή όμως δεν κράτησε.
Τότε, σύμφωνα με τον βουλευτή της αντιπολίτευσης Ολεξάντρ Χοντσαρένκο, ξεκίνησε η περίοδος της «βίαιης επιστράτευσης».
«Αυτοί οι αξιωματικοί κυνηγούν ανθρώπους στους δρόμους και μερικές φορές χρησιμοποιούν αρκετά βίαιες μεθόδους», λέει ο βουλευτής.
«Η βία οδηγεί στη βία. Είναι τεράστιο πρόβλημα και πρόκειται να γίνει χειρότερο».
Ο στρατιωτικός αναλυτής Ιβάν Στούπακ συμφωνεί:
«Αρχίσαμε να αντιμετωπίζουμε έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού στο πεδίο της μάχης, με συνεχείς απώλειες. Η στρατιωτική ηγεσία της Ουκρανίας έπρεπε να καλύψει αυτά τα κενά και τότε ξεκίνησε η “busification”».
Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται από τους Ουκρανούς για τις κινητές περιπολίες στρατολόγησης, οι οποίες συχνά καταλήγουν σε μεταφορά ανδρών με λεωφορεία προς τα κέντρα εκπαίδευσης και στη συνέχεια στο μέτωπο.
«Όταν χρειάζονται επιπλέον 5.000 άνδρες, αρχίζουν να τους παίρνουν. Και αν αυτοί αρνηθούν, αυτό καταλήγει σε καβγάδες στους δρόμους», σημειώνει.
Η ιστορία του καθηγητή
Όμως, για κάθε ιστορία επίθεσης εναντίον στρατολόγων, υπάρχουν και καταγγελίες για βίαιη συμπεριφορά από μέλη των ίδιων των υπηρεσιών επιστράτευσης.
Ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ουκρανίας κατέγραψε περισσότερες από 6.000 καταγγελίες την περασμένη χρονιά – διπλάσιες σε σχέση με το 2024. Οι καταγγελίες περιλαμβάνουν ισχυρισμούς για κακοποίηση, παράνομες κρατήσεις και κακές συνθήκες στα κέντρα στρατολόγησης.
Ο καθηγητής πανεπιστημίου Κίριλο Ογκντάνσκι ακόμη δυσκολεύεται να μιλήσει για όσα συνέβησαν τον περασμένο Νοέμβριο στο Ντνίπρο.
Ο ίδιος εξαιρούνταν από την επιστράτευση, όμως στον δρόμο τον πλησίασε ένας άνδρας με πολιτικά ρούχα, ο οποίος θέλησε να ελέγξει την κατάσταση της στράτευσής του.
Οι κανόνες προβλέπουν ότι τέτοιες περιπολίες πρέπει να πραγματοποιούνται παρουσία αστυνομικών, κάτι που ο Ογκντάνσκι αμφισβήτησε.
Τότε, όπως καταγγέλλει, δέχθηκε επίθεση.
«Ένας από αυτούς χτύπησε το τηλέφωνο από το χέρι μου και δύο με έσπρωξαν από πίσω μέσα στο λεωφορείο. Όταν ρώτησα τι συμβαίνει, ένας άρχισε να με χτυπάει στο κεφάλι. Με χτύπησε αρκετές φορές στη μύτη», περιγράφει.
Θυμάται επίσης την απειλή ότι θα σταλεί κατευθείαν στο μέτωπο.
«Μου είπε: “Μπορώ να πάρω τον διοικητή και θα πας στο Ποκρόβσκ”».
Αντί γι’ αυτό, ο καθηγητής πέρασε δύο εβδομάδες στο νοσοκομείο με πιθανό τραυματισμό στον αυχένα και έντονους μώλωπες κάτω από τα μάτια.
Υπέβαλε επίσημες καταγγελίες, όμως δίστασε να μιλήσει δημόσια, γνωρίζοντας ότι τέτοιες εικόνες μπορούν να πλήξουν την Ουκρανία εν μέσω πολέμου.
«Η ρωσική προπαγάνδα χρησιμοποιεί τέτοια περιστατικά πολύ ενεργά. Όμως το πρόβλημα υπάρχει», εξηγεί.
«Αν όλοι σιωπούν, γιατί να σταματήσει; Καταλαβαίνω το πρόβλημα της επιστράτευσης, αλλά κανένας αξιωματούχος δεν έχει το δικαίωμα να συμπεριφέρεται έτσι».
Η ιστορία του Βασίλ
Είναι ξεκάθαρο ότι ο Βασίλ Κρουπίτς έχει βιώσει τη φρίκη του πολέμου.
Εθελοντής από τις πρώτες ημέρες της εισβολής, επέζησε από μερικές από τις πιο σκληρές μάχες.
Δηλώνει περήφανος για την υπηρεσία του – ένα τατουάζ στον λαιμό του γράφει «Δόξα στις Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας» – όμως υποφέρει από εφιάλτες.
Όταν το όχημά του χτυπήθηκε από drone FPV, τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά κατάφερε να σύρει έναν σύντροφό του σε ασφαλές σημείο. Είδε δύο άλλους να καίγονται ζωντανοί.
Τώρα, όταν μιλά για την αύξηση των επιθέσεων εναντίον στρατολόγων, τα λόγια του είναι γεμάτα πόνο.
Δεν αφορά μόνο τη δική του επίθεση – η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στα δικαστήρια. Αφορά και το χάσμα ανάμεσα σε όσα έχει υποστεί ο ίδιος και σε εκείνους που κάνουν τα πάντα για να αποφύγουν την ίδια μοίρα.
«Εμείς κάνουμε το καθήκον μας. Πολεμήσαμε, υπερασπιστήκαμε τον λαό μας – και τώρα μας επιτίθενται».
Όταν ερωτάται τι θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να υπηρετήσουν αντί να χρειάζεται εξαναγκασμός, αναφέρει την αύξηση των μισθών.
Όμως στη συνέχεια σηκώνει τους ώμους.
«Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, δεν μπορεί. Τα παιδιά μας πρέπει να αντικατασταθούν. Αλλά κανείς δεν προσφέρεται εθελοντικά», λέει.
«Όλοι φοβούνται να πεθάνουν».


