Διατροφικές διαταραχές: Η σημασία της έγκαιρης διάγνωσης στην θεραπεία

Τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης των διατροφικών διαταραχών και των πρώιμων συμπτωμάτων τους, υποδεικνύει μια νέα επιστημονική έρευνα που εκπονήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Σουάνσι και το Βασιλικό Κολλέγιο Ψυχιατρικής του Λονδίνου.

Στόχος της ερευνητικής ομάδας είναι τα συμπεράσματά της να γίνουν αρωγός της επιστημονικής κοινότητας στη μάχη ενάντια στις διατροφικές διαταραχές, οι οποίες έχουν τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από όλες τις ψυχικές παθήσεις.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι διατροφικές διαταραχές -η νευρική ανορεξία, η βουλιμία και η αγχώδης διαταραχή- επηρεάζουν περίπου 1,6 εκατομμύρια άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν και ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι υψηλότερος, καθώς πολλοί πάσχοντες αποκρύπτουν το πρόβλημά τους και δεν ζητούν βοήθεια.

Οι διατροφικές διαταραχές, εμφανίζονται στην εφηβεία και επηρεάζουν κυρίως τις γυναίκες και λιγότερο τους άνδρες, ενώ τα εξειδικευμένα κέντρα διαχείρισης και θεραπείας που κάνουν σωστή δουλειά είναι λίγα και οι διαθέσιμοι πόροι περιορισμένοι.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ωστόσο στην αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών, είναι το γεγονός ότι πολλοί πάσχοντες, είτε λόγω του νεαρού της ηλικίας, είτε λόγω άλλων ψυχικών διαταραχών, κρύβουν το πρόβλημά τους τόσο καλά που περνάει απαρατήρητο από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η ψυχική διαταραχή.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο τα αποτελέσματα της έρευνας μπορούν να κάνουν τη διαφορά και να θέσουν τις βάσεις για έγκαιρη διάγνωση.

Οι ερευνητές εξέτασαν ανώνυμα ηλεκτρονικά αρχεία Ουαλών, που διατηρούσαν ιδιωτικά ιατρεία και αρχεία νοσοκομείων. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ 1990 και 2017, 15.558 άτομα στην Ουαλία διαγνώστηκαν με διατροφικές διαταραχές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, δύο χρόνια πριν από τη διάγνωση, οι πάσχοντες είχαν διαγνωσθεί με κάποια άλλη ψυχική διαταραχή βαριάς μορφής, (διαταραχή προσωπικότητας, αλκοολισμό, κατάθλιψη) και στον φάκελό τους είχαν υψηλά ποσοστά αυτοτραυματισμών και ατυχημάτων.

Παρατηρήθηκε επίσης ότι είχαν αυξημένο ποσοστό συνταγογράφησης αντιψυχωσικών και αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, διαιτητικών συμπληρωμάτων και φαρμάκων για παθήσεις του πεπτικού.

Η Δρ. Τζανίνα Ταν επικεφαλής της έρευνας και επίκουρη καθηγήτρια ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Σουάνσι αναφέρει:

«Δεν υπάρχουν λόγια για να τονίσω την σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και παρέμβασης σε όσους πάσχουν από διατροφικές διαταραχές. Η καθυστερημένη διάγνωση είναι συνηθισμένο φαινόμενο και δυστυχώς συνεπάγεται ελλιπέστερα αποτελέσματα και μεγάλη ταλαιπωρία για τον ασθενή. Η παρούσα έρευνα βοηθά στην ποσοτικοποίηση αυτής της κατάστασης σε ολόκληρη την Ουαλία. Ο αυξημένος αριθμός συνταγογραφούμενων φαρμάκων, πριν και μετά την διάγνωση αποδεικνύει ότι ο αγώνας αυτών των ανθρώπων δεν σταματά στην διάγνωση της διαταραχής».

Η Δρ Τζοαν Ντέμλερ, επικεφαλής αναλύτρια στο Εθνικό Κέντρο Υγείας και Ευημερίας του Πληθυσμού, δήλωσε αναφορικά με την έρευνα:

«Η συμμετοχή στην παρούσα έρευνα ήταν κάτι το συναρπαστικό. Κατά την διάρκειά της, αποκωδικοποιήθηκαν στατιστικά στοιχεία και ανώνυμα κλινικά δεδομένα από τον πληθυσμό της Ουαλίας ώστε να μελετήσουμε τις διατροφικές διαταραχές. Η εξαγωγή των συμπερασμάτων ήταν μια περίπλοκη διαδικασία, η οποία επιτεύχθηκε μέσω της στενής συνεργασίας μεταξύ των αναλυτών και του επικεφαλής γιατρού».

Ο καθηγητής Κιθ Λόιντ πρόεδρος του Βασιλικού Κολλεγίου Ψυχιατρικής δήλωσε ότι οι διατροφικές διαταραχές έχουν καταστροφικές συνέπειες τόσο για τα άτομα όσο και για τις οικογένειές τους.

ΠΗΓΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here