Εγκληματικότητα: Μήπως η Αστυνομία, πρέπει να… «κάνει ότι κοιμάται;»

Φτάσαμε στο σημείο να αναρωτιόμαστε αν πρέπει η ΕΛ.ΑΣ. να κάνει ότι δεν βλέπει; Ή ότι δεν ακούει;

Γιατί μετά και το τραγικό περιστατικό στο Πέραμα, καθίσταται πλέον αναγκαίο να απαντηθεί άμεσα το ερώτημα και να ξεκαθαριστεί: τι Αστυνομία τελικά θέλουμε; Πώς τη θέλουμε και τι εφόδια και εχέγγυα πρέπει να της παρέχουμε για να έχουμε την αποτελεσματική αλλά και αναίμακτη προστασία που απαιτούμε από αυτή;

Γράφει η Μαίρη Ζαρκάδα

Σε κάθε άλλη περίπτωση, δεν θα απέχουμε πολύ από το να γίνει πράξη ο τίτλος μας και τούτο διότι γιατί να χάνει η να ρισκάρει τη ζωή του ο κάθε αστυνομικός ή να σύρεται στα δικαστήρια, κάθε φορά που θα υπερασπιστεί και τη δική του ζωή;

Η αιματηρή συμπλοκή στο Πέραμα άνοιξε στο δημόσιο διάλογο μια συζήτηση η οποία κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Τι λένε στο Newsbomb.gr διακεκριμένοι δικηγόροι και καθηγητές;

Βεβαίως είναι θλιβερό να χάνεται ένα παιδί ουσιαστικά, ότι και αν συνεπάγεται κάτι τέτοιο, αλλά εξίσου θλιβερό είναι να χάνονται αστυνομικοί, νεότατοι άνθρωποι τις περισσότερες φορές, εν ώρα καθήκοντος στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τον πολίτη και την περιουσία του.

Όπως, εξίσου το ίδιο πονάει η μάνα του θύματος – πολίτη, με τη μάνα του θύματος-αστυνομικού και τον ίδιο σεβασμό και συμπαράσταση αξίζουν και οφείλουμε και στις δυο περιπτώσεις!

Τα νούμερα θυμάτων, πολιτών – αστυνομικών είναι δυσανάλογα, καθώς από το 1984 και μετά που ενοποιήθηκε η Αστυνομία, έχουμε χάσει 10 πολίτες σε συμπλοκές και πάνω από 150 αστυνομικούς! Από την ενοποίηση του Σώματος της Ελληνικής Αστυνομίας το έτος 1984 έως σήμερα έχουν τραυματισθεί θανάσιμα πάνω από 150 αστυνομικοί συνεπεία τρομοκρατικών ενεργειών, ένοπλων συμπλοκών, τροχαίων και άλλων ατυχημάτων εν ώρα Υπηρεσίας. Γι’ αυτούς βεβαίως δεν έγινε καμία πορεία συμπαράστασης, καμία εκδήλωση διαμαρτυρίας και κανείς δεν έκλαψε γοερά στα social media…

Δεν είναι λίγες οι φορές που αστυνομικοί, έχουν πάει «σαν το σκυλί στ΄αμπέλι» που λέει και ο λαός μας, μετά από τρομοκρατικές επιθέσεις, ή από υπερβολική αυτοθυσία στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν πολίτες από επικίνδυνους κακοποιούς, με χαρακτηριστική περίπτωση, αυτή των ανδρών της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. στου Ρέντη, πριν χρόνια, όπου έχασαν τη ζωή τους δυο νεότατα παιδιά ηλικίας 22 και 23 ετών!

Δεν γίνεται να τα θέλουμε όλα και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο, δηλαδή από τη μια να επιζητούμε μετ΄ επιτάσεως την παρουσία και επέμβαση της αστυνομίας σε κάθε γωνιά της ελληνικής επικράτειας για το παραμικρό και από την άλλη να την πετροβολούμε – στις ελάχιστες ευτυχώς φορές – που χειρίζεται αδέξια ή με λανθασμένο τρόπο, μια συμπλοκή ή μια καταδίωξη. Άνθρωποι είναι και οι πολίτες και οι αστυνομικοί, με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις αλλά και με τους ίδιους φόβους, απειρίες, ευαισθησίες, συναισθήματα, ελαττώματα κ.ο.κ.

Και το χειρότερο είναι ότι δεν πυροβολούν πρώτοι οι πολίτες τους αστυνομικούς που απέτυχαν σε μια επιχείρησή τους αλλά πολλές φορές το ίδιο το κράτος. Το ίδιο κράτος που τους στέλνει εκεί έξω με μισθό 1000 ευρώ, με εξοπλισμό που αγοράζουν από την τσέπη τους, με ουσιαστικά καμία εκπαίδευση και με μια κατ’ επίφαση τελικά «οπλοχρησία σε νόμιμη άμυνα»! και λέμε κατ ΄επίφαση γιατί η χρήση όπλου είναι ευδιάκριτη βάσει νόμου πότε επιτρέπεται, αλλά είναι και στη θεωρία. Γίνεται δυσδιάκριτη και υποκειμενική όταν φτάνει να κριθεί δικαστικά. Και τούτο διότι η τελική κρίση θα στηριχθεί στο αποδεικτικό υλικό του συμβάντος και άρα στην πράξη, όπου εκεί υπεισέρχεται ο υποκειμενικός παράγοντας (ψυχολογία ατόμου, συνθήκες συμβάντος, κ.ο.κ.).

Η σωστή και ουσιαστική εκπαίδευση όμως των αστυνομικών θα πρέπει να θεωρείται το άλφα και το ωμέγα, στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, σύμφωνα με τον έγκριτο καθηγητή εγκληματολογίας και εκ πιο πετυχημένων υπουργών Δημοσίας Τάξεως, Γιάννη Πανούση, που τόλμησε να αγγίξει το πρόβλημα στην καρδιά κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Σε σχετικές αρθρογραφίες και προτάσεις του παλαιότερα και ως εγκληματολόγου και ως υπουργού, υποστήριζε μεταξύ άλλων, καταθέτοντας ολοκληρωμένες προτάσεις για ριζική αντιμετώπισή του: «Επειδή τόσο η εγκληματικότητα όσο και η διαχείρισή της συνιστούν κρίσιμα προβλήματα της κοινωνίας, αλλά και της ίδιας της Δημοκρατίας, θεωρούμε αναγκαίο να αποσυνδέσουμε το θέμα αυτό από τις πολιτικές – κομματικές αντι-παρα-θέσεις και να διαμορφώσουμε κλίμα και θεσμούς συνεννόησης. Ας αρχίσουμε λοιπόν από το κρίσιμο ζήτημα της εκπαίδευσης των αστυνομικών. Η Αστυνομία ως θεσμός της ίδιας της Δημοκρατίας πρέπει να τύχει, ιδιαίτερης πολιτικής προσοχής και επιστημονικής προσέγγισης… Η πιο κρίσιμη παράμετρος παραμένει αν οι παρεχόμενες σπουδές θα έχουν το χαρακτήρα της εκπαίδευσης ή της κατάρτισης. Η άποψή μας είναι ότι πρέπει να έχουν διφυή χαρακτηριστικά… »

Για να καταλήξει, υπογραμμίζοντας την ουσία του ζητήματος:

«Τίποτα δεν μπορεί ν αλλάξει, αν δεν αλλάξει το προφίλ του Έλληνα Αστυνομικού. Όπως δεν μπορούμε να έχουμε εκπαίδευση χωρίς εκπαιδευτικούς έτσι δεν μπορούμε να έχουμε Αστυνομία χωρίς αστυνομικούς, με υψηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης, με κοινωνική αναγνώριση και εξασφαλισμένο status. Ο σύγχρονος αστυνόμος δεν παίζει κρυφτούλι με τους κλέφτες στις γωνίες της αλάνας ή της αυλής αλλά έχει να αντιμετωπίσει την αυτοκρατορία του εγκλήματος. Για να τον έχουμε φίλο κι προστάτη (στο δρόμο, στο σπίτι, στο σχολείο, στην επιχείρηση) πρέπει αφενός να του εμπιστευτούμε «στρατηγικό ρόλο», (και όχι απλώς εκτελεστικό) κι αφετέρου να τον εκπαιδεύσουμε κατάλληλα. Ίσως αυτή να είναι η αρχή μιας νέας εποχής στις σχέσεις Αστυνομίας –Πολίτη αλλά και στη ορθή, σύγχρονη, αποτελεσματική και εντός των ορίων του Συντάγματος και του πολιτισμού μας, αντιμετώπιση του εγκλήματος».

Στην αναγκαιότητα της σωστής και ουσιαστικής εκπαίδευσης των αστυνομικών ,εστιάζει και ο δικηγόρος Γιάγκος Λαμπίρης, έχοντας τεράστια πείρα στο θέμα, καθώς έχει κληθεί να υπερασπιστεί πληθώρα αστυνομικών, είτε στα δικαστήρια, είτε στα πειθαρχικά συμβούλια.

«Ο ν. 3169/2003 ρυθμίζει με πληρότητα τις επιμέρους προϋποθέσεις της επιτρεπτής χρήσης του όπλου των αστυνομικών υπαλλήλων και διακρίνει τέσσερις (4) περιπτώσεις οπλοχρησίας αυτών, ήτοι τον εκφοβιστικό πυροβολισμό, τον πυροβολισμό κατά πραγμάτων, τον πυροβολισμό ακινητοποίησης και τον πυροβολισμό εξουδετέρωσης, δηλαδή στη διάκριση του νόμου υφίσταται μια διαβάθμιση των περιπτώσεων οπλοχρησίας, από την ηπιότερη μορφή της, τον εκφοβισμό έως και την έσχατη, την εξουδετέρωση και πιθανολογούμενο θάνατο του δράστη. «Για τη νομιμότητα της χρήσης του όπλου απαιτείται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας που εξασφαλίζεται με τη διερεύνηση της σκοπιμότητας, της αναγκαιότητας και συνακόλουθα την τελική νομιμότητα του πυροβολισμού, διερεύνηση η οποία αμιγώς συνδέεται με την ενδελεχή δικαστική διερεύνηση και την αυθεντική ερμηνεία των συνταγματικών και λοιπών διατάξεων του νόμου από τις δικαστικές αρχές για κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να διατυπώνονται αυθαίρετες κρίσεις ή απόψεις για ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο Πέραμα, συνεπεία του οποίου χάθηκε η ζωή ενός νεαρού ανθρώπου, παράλληλα δε κρατούνται για να απολογηθούν επτά αστυνομικοί υπάλληλοι με βαρύτατες κατηγορίες.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η ευθύνη της πολιτικής και φυσικής ηγεσίας της ΕΛΑΣ για το περιστατικό είναι αδιαμφισβήτητη, αφού, όχι μόνο οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί υπάλληλοι αλλά το σύνολο του αστυνομικού προσωπικού που καθημερινά δίνει αγώνα για την πάταξη της εγκληματικότητας δεν εκπαιδεύεται, δεν επιμορφώνεται, αλλά κατ’ ουσίαν αυτενεργεί για να διασφαλίσει την καθημερινότητα του πολίτη, η οποία χειμάζεται από πλήθος εγκληματικών ενεργειών»

Ανδρέας Γαβαλάς – Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγο και υποψήφιος διδάκτωρ, Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών

«Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία, είναι η αδυναμία του πληττόμενου πολίτη γιατί και ο αστυνομικός πολίτης είναι ,να αντιδράσει στον εκάστοτε επιτιθέμενο εναντίον του με κακόβουλες προθέσεις προκειμένου να προασπίσει τη ζωή του τη σωματική του ακεραιότητα , την αξιοπρέπεια και την περιουσία του. Η ουσιαστική αδυναμία που παρέχεται στο εκάστοτε θύμα να αντιδράσει είναι αυτή που ενδυναμώνει την επιθετική, παράνομη και κακόβουλη πρόθεση του εκάστοτε θύτη. Μια συγκριτική μελέτη νομικών συστημάτων άλλων κρατών καταδεικνύει το γεγονός ότι σε άλλες χώρες ο πληττόμενος αστυνομικός, η πολίτης έχει τη δυνατότητα να τα υπερασπιστεί χωρίς να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τα όρια αμύνης, πράγμα που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι την ασυδοσία την τρέφει, τη συντηρεί και τη γιγαντώνει η κοινωνική ανοχή, καλούμεθα να απαντήσουμε στο εξής ερώτημα: θέλουμε να ζούμε σε ένα ευνομούμενο κράτος η σε ένα κράτος όπου οι νόμοι υπάρχουν απλά για να βρίσκονται τυπωμένοι σε χαρτιά; θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι όλοι όσοι ζουν και δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια και καθοιονδήποτε τρόπο και καθοιονδήποτε ιδιότητα ,ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας υποχρεούνται να τηρούν στο ακέραιο τους ελληνικούς νόμους. Δεν είναι δυνατόν ορισμένες ομάδες ανθρώπων ,με οποιαδήποτε ιδιότητα κα αν ενεργούν (π.χ. οπαδοί ομάδων, πιστοί διαφόρων θρησκειών) να απολαμβάνουν σε βάρος των υπολοίπων ιδιότυπη ασυλία και ανοχή σε παράνομες ενέργειες που διαπράττουν. Για παράδειγμα δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η άσκησης υπέρμετρης βίας σε συμπλοκές οπαδών διαφόρων ομάδων, από τις οποίες προκαλούνται ακόμη και θάνατοι δεν είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί ο θάνατος από συγγενικό της περιβάλλον επειδή είναι μωαμεθανή και θέλουν να εφαρμόσουν στην Ελλάδα τη σαρία δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι θέλουν να ζουν κλέβοντας τις περιουσίες των συνανθρώπων τους… Οποιοσδήποτε παραβαίνει τους νόμους της ελληνικής πολιτείας, θα υποστεί τις συνέπειες που οι νόμοι του κράτους προβλέπουν για την εκάστοτε παραβατική δραστηριότητα. Στο σημείο αυτό βέβαια πρέπει να τονισθεί όπως προαναφέραμε ότι είναι ελάσσονα η δυνατότητα του θύματος να αμυνθεί απέναντι στην επιθετικότητα του θύτη. Όταν δε αυτό συμβαίνει σε κρατικούς λειτουργούς η συνέπεια θα είναι η πλήρης αναρχία, αφού ως γνωστόν ο φόβος φυλάει τα έρημα. Αφού ο κάθε παραβάτης του νόμου γνωρίζει ότι δεν θα υποστεί τις συνέπειες για τη κάθε παράνομη πράξη του και ενεργεί ασύδοτα. Και εδώ μπορεί να συμπληρωθεί το προηγούμενο ερώτημα: θέλουμε να ζούμε σε μια ευνομούμενη πολιτεία που θα είναι όλοι ίσοι απέναντι στους νόμους ή σε μια κοινωνία που θα υπάρχουν ποικιλότροπα γκέτο τα οποία θα απολαμβάνουν νομότυπη ασυλία σε βάρος ανθρώπων που ζουν εφαρμόζοντας και τηρώντας τους νόμους».

Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here